Η ενεργειακή κρίση και τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα βάζουν δύσκολα στην κυβέρνηση, η οποία δείχνει να μην μπορεί να δώσει λύσεις
Μεγάλα είναι τα «αγκάθια» που ανακύπτουν για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, κάτι το οποίο ενδεχομένως να οδηγήσει τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη σε προσφυγή στις κάλπες εντός του 2022, όπως σημειώνουν ορισμένοι οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές στην ΑΥΓΗ. Τόσο η αρνητική εξέλιξη της πανδημίας όσο και η ενεργειακή κρίση προκαλούν συνεχή πλήγματα στην κοινωνία, την ώρα που η κυβέρνηση δεν λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να δώσει «ανάσα» στους πολίτες οι οποίοι το έχουν περισσότερο ανάγκη, κάτι το οποίο είναι πιθανό να οδηγήσει σε μεγάλες αναταράξεις μέσα στην τρέχουσα χρονιά, καθότι το ζήτημα της ακρίβειας αναμένεται να δίνει δυναμικά το παρών και κατά τους επόμενους μήνες, μειώνοντας και άλλο το εισόδημα των πολιτών. Συνεπώς, όσο η κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει λύσεις για τα μεσαία και χαμηλά οικονομικά στρώματα (όπως άλλωστε δείχνει και η κίνηση με τον ΕΝΦΙΑ), τόσο θα διογκώνονται οι αντιδράσεις.
Οι τεράστιες αυξήσεις τιμών σε ρεύμα, καύσιμα, ενοίκια και βασικά είδη διατροφής αναμένεται να συνεχιστούν και το επόμενο διάστημα, με την κυβέρνηση να εμμένει στο δόγμα της μη στήριξης της κοινωνίας.
Υψηλό χρέος και μέτρα λιτότητας;
Οι εξελίξεις στον κρατικό προϋπολογισμό και στο δημόσιο χρέος, που βρίσκεται στο 200% του ΑΕΠ, υπό την αρνητική επίδραση της έξαρσης της πανδημίας αλλά και της κρίσης τιμών, ενδέχεται να οδηγήσει σε πρόωρες αποφάσεις τον Κ. Μητσοτάκη. Κι αυτό, καθότι γνωρίζει πολύ καλά πως η χώρα θα πρέπει να επιστρέψει στην παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2023, κάτι το οποίο συνεπάγεται ότι ενδεχομένως να μην καταστεί δυνατόν να υλοποιηθούν δεσμεύσεις όπως, για παράδειγμα, η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης σε δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους από την επόμενη χρονιά, είτε, ακόμη χειρότερα, να επιβληθούν μέτρα λιτότητας.
Άνοδος στις δαπάνες
Μέχρι την επόμενη χρονιά θα χρειαστεί να υπάρξουν και άλλες δαπάνες από τον προϋπολογισμό του 2022, οι οποίες ενδέχεται να δημιουργήσουν επιπλέον ζητήματα. Ακόμη κι αν τα όποια μέτρα είναι ανεπαρκή, θα υπάρξει ένα κόστος για τις παρεμβάσεις προς τους επαγγελματίες που πλήττονται από την πανδημία, όπως και για τα νοικοκυριά που πλήττονται από τις ανατιμήσεις του ηλεκτρικού ρεύματος, κάτι το οποίο δεν συμπεριλαμβανόταν στον προϋπολογισμό του 2022.
Ληξιπρόθεσμες οφειλές και εκκρεμείς συντάξεις
Παράλληλα, η κυβέρνηση διαρρέει ότι θα καταφέρει να εξέλθει της μεταμνημονιακής εποπτείας μέχρι τον Αύγουστο. Ωστόσο, πρέπει να ξεπεράσει κάποιους σκοπέλους.
Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών του Δημοσίου, εντός των οποίων περιλαμβάνεται το μόνιμο αγκάθι των τελευταίων αξιολογήσεων, δηλαδή η εκκαθάριση και απονομή των εκκρεμών συντάξεων, θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις γύρω από την αξιολόγηση. Σύμφωνα με τις κυβερνητικές δεσμεύσεις, μετά τον Ιανουάριο του 2022 δεν θα δημιουργούνται νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ιδιώτες, ενώ οι συσσωρευμένες εκκρεμείς συντάξεις θα εκκαθαριστούν έως τα μέσα του 2022. Και τα δύο αυτά φαντάζουν εξαιρετικά δύσκολα.
Μεγάλο προβληματισμό προκαλεί η εκρηκτική αύξηση και των νέων αιτήσεων συνταξιοδότησης το 2021, με πάνω από 210.000 νέες αιτήσεις. Η τελευταία έκθεση του πληροφοριακού συστήματος Άτλας κατέγραψε το ενδεκάμηνο Ιανουάριος – Νοέμβριος 2021 συνολικά 191.062 νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης, όταν στο σύνολο του 2020 υποβλήθηκαν 175.705 αιτήσεις.
Μόνο τον Νοέμβριο υποβλήθηκαν 21.629 αιτήσεις, ενώ, εφόσον και τον Δεκέμβριο είχε υποβληθεί ανάλογος αριθμός αιτήσεων, ο συνολικός αριθμός αιτήσεων για το 2021 (τα στοιχεία του Δεκεμβρίου είναι ακόμη ανεπεξέργαστα) θα κλείσει με περίπου 210.000 νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης!
Το ταμείο ανάκαμψης και τα χατίρια
Σημαντικό ζήτημα θα αποτελέσει και η διαχείριση των πόρων από το ταμείο ανάκαμψης. Καλά πληροφορημένες πηγές αναφέρουν στην ΑΥΓΗ ότι ο πρωθυπουργός δεν θα προσέφευγε στις κάλπες εάν δεν είχε συμβασιοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος των έργων τα οποία σχετίζονται με το ταμείο ανάκαμψης. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον προϋπολογισμό του 2021 είχαν προβλεφθεί κονδύλια 2,5 δισ. ευρώ, από τα οποία απορροφήθηκαν μόνο περίπου 200 εκατ. ευρώ. Για το 2022, η Ελλάδα θα πρέπει να απορροφήσει ένα ποσό της τάξης των 7,5 δισ. ευρώ και οι… μνηστήρες φαίνεται ήδη να βρίσκονται σε στενή επαφή με το Μέγαρο Μαξίμου. Άλλωστε, οι καλά γνωρίζοντες σπεύδουν να προβλέψουν ότι η κυβέρνηση θα σπεύσει να κάνει κάποια χατίρια σε ορισμένους επιχειρηματίες.
Βραχνάς τα πλεονάσματα
Σε κάθε περίπτωση, ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος για το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης είναι οι στόχοι για τα πλεονάσματα στον προϋπολογισμό από το 2023, την ώρα που η κυβέρνηση προσδοκά να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο, ιδίως όταν οι αναλυτές διαβλέπουν εκλογικό «άρωμα» στις κινήσεις της κυβέρνησης, της οποίας η εικόνα ολοένα και στραπατσάρεται, με βάση το σύνολο των δημοσκοπικών δεδομένων. Συνεπώς, δύσκολα οι διεθνείς οίκοι θα προχωρήσουν σε απανωτές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας και μάλιστα σε μια φάση που το κόστος δανεισμού έχει ανέβει πάνω από τρεις φορές σε σύγκριση με έξι μήνες πριν, ενώ δεν αναμένεται κάποια βελτίωση μέσα στο επόμενο διάστημα, και παρά τον προγραμματισμό για πρόωρη εξόφληση του χρέους προς το ΔΝΤ, αλλά και διμερών δανείων από την εποχή των Μνημονίων.