Κωνσταντίνος Θεοδωρακόπουλος
Εισαγωγή
Η ελληνική οικονομία βιώνει μια παρατεταμένη περίοδο πίεσης στους μισθούς και το βιοτικό επίπεδο, ως αποτέλεσμα της βαθιάς οικονομικής κρίσης και των πολιτικών λιτότητας της τελευταίας δεκαπενταετίας. Από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, το ελληνικό ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί κατά περίπου 27%, χωρίς ακόμη να επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 35% – μια πτώση πολύ μεγαλύτερη από την ίδια την οικονομία. Αυτή η δυσανάλογη μείωση υπογραμμίζει την μισθολογική καταστολή: οι αμοιβές εργασίας έχουν υποστεί τεράστια συμπίεση, οδηγώντας σε οικονομική στενότητα για τα νοικοκυριά. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα οι Έλληνες εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερες ώρες την εβδομάδα από οποιονδήποτε άλλο λαό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και όμως οι μισθοί τους (σε όρους αγοραστικής δύναμης) είναι οι χαμηλότεροι ανάμεσα στις 27 χώρες. Το φαινόμενο αυτό, να «δουλεύουμε περισσότερο αλλά να πληρωνόμαστε λιγότερο» – βρίσκεται στο επίκεντρο του προβληματισμού για την αγορά εργασίας στην Ελλάδα.
Ανάλυση
Μηχανισμοί μισθολογικής καταστολής: Πώς φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση; Οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα μετά το 2010 περιλάμβαναν μια σειρά από διαρθρωτικές θεσμικές αλλαγές στην αγορά εργασίας. Οι αλλαγές αυτές στόχευσαν στην εσωτερική υποτίμηση: χωρίς δυνατότητα νομισματικής υποτίμησης εντός ευρώ, επιλέχθηκε η μείωση του εργασιακού κόστους ως μέσο για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας. Συγκεκριμένα, τα προγράμματα προσαρμογής προώθησαν την ευελιξία στην αγορά εργασίας ως κεντρικό πυλώνα: καταργήθηκαν ή χαλάρωσαν εργασιακές ρυθμίσεις που θεωρούνταν εμπόδιο, ώστε οι μισθοί να προσαρμόζονται πιο εύκολα προς τα κάτω σε περιόδους ύφεσης. Έτσι, οι μισθοί έγιναν πολύ πιο ευαίσθητοι στη μείωση του ΑΕΠ και στις διακυμάνσεις της αγοράς, οδηγώντας σε απότομες περικοπές αποδοχών μέσα στην ύφεση. Μετά τις μεγάλες περικοπές μισθών του 2012 (π.χ. τη δραστική μείωση του κατώτατου), ο μέσος μισθός έκτοτε πλησιάζει τον κατώτατο, ένδειξη ότι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι βρίσκονται στα κατώτερα κλιμάκια αμοιβών.
Επιπτώσεις στην αγορά εργασίας και την παραγωγικότητα. Η μισθολογική καταστολή έχει σοβαρές επιπτώσεις τόσο στους εργαζόμενους όσο και στη συνολική οικονομία. Παρά τη μείωση των μισθών, η ανεργία μειώθηκε από τα ιστορικά υψηλά της και η απασχόληση έχει σχεδόν επανέλθει σε επίπεδα θέσεων εργασίας. Ωστόσο, πολλές από τις νέες θέσεις είναι χαμηλόμισθες και προσφέρουν περιορισμένη συνεισφορά στην οικονομική δραστηριότητα. Οι Μίσσος και Ροδουσάκης χαρακτηρίζουν αυτή τη φάση ως περίοδο «απασχόλησης χωρίς ανάπτυξη» (growthless employment), καθώς οι νέες δουλειές είναι τόσο χαμηλά αμειβόμενες που δεν μπορούν να στηρίξουν την εγχώρια ζήτηση στο βαθμό που χρειάζεται για μια ανάκαμψη. Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο παραμένει στάσιμη, καθώς η όποια ανάκαμψη βασίζεται σε θέσεις χαμηλής παραγωγικότητας.
Παράλληλα, ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα το 2024 δούλευε περίπου 38,5 ώρες την εβδομάδα – τις περισσότερες στην ΕΕ. Αυτή η υπερεργασία συνδέεται άμεσα με τη συμπίεση των μισθών και οφείλεται σε τρεις βασικούς παράγοντες:
1. Μείωση εργασιακών προστασιών: Η αποδυνάμωση της εργατικής νομοθεσίας και των συλλογικών διαπραγματεύσεων δυσκολεύει τους εργαζόμενους να διαπραγματευτούν καλύτερους όρους, όπως λιγότερες ώρες εργασίας.
2. Αυξημένο κόστος ζωής: Η άνοδος του κόστους διαβίωσης ωθεί πολλούς να εργάζονται υπερωρίες για να καλύψουν βασικές ανάγκες των νοικοκυριών.
3. Περισσότερες χαμηλόμισθες θέσεις: Οι περισσότερες νέες δουλειές προσφέρουν χαμηλές αποδοχές, με αποτέλεσμα οι συνήθεις ώρες εργασίας να μην επαρκούν για ένα αξιοπρεπές εισόδημα.
Ο μέσος μισθός… χωρίς τον χρόνο εργασίας;
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ορισμένα διεθνή διαγράμματα που παρουσιάζουν τον μέσο ετήσιο ή μηνιαίο μισθό, η Ελλάδα εμφανίζεται πάνω από άλλες χώρες, όπως η Ουγγαρία, η Βουλγαρία ή η Σλοβακία. Ωστόσο, αυτοί οι δείκτες δεν λαμβάνουν υπόψη τον πραγματικό χρόνο εργασίας, δηλαδή, πόσες ώρες εργάζεται ένας εργαζόμενος για να κερδίσει αυτόν τον μισθό. Αν συγκρίνουμε το ωρομίσθιο, δηλαδή τον μισθό ανά ώρα εργασίας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), τότε η εικόνα αλλάζει δραματικά. Η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία στην ΕΕ27. Με άλλα λόγια, ένας Έλληνας εργαζόμενος μπορεί να έχει υψηλότερο μηνιαίο εισόδημα από έναν εργαζόμενο σε άλλη χώρα, αλλά δουλεύει πολύ περισσότερες ώρες για να το κερδίσει, και τελικά μπορεί να αγοράσει λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες. Αυτή η σύγκριση αναδεικνύει τη σημασία του ωριαίου μισθού ως δείκτη πραγματικής ευημερίας και ισότητας στην εργασία.
Εξέλιξη του ωριαίου μισθού στην Ελλάδα
Η μελέτη παρουσιάζει την πορεία του ωριαίου μισθού σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) στην Ελλάδα, συγκριτικά με τον μέσο όρο της ΕΕ27 (ο οποίος τίθεται ως δείκτης 100). Από το 1995 έως περίπου το 2004 παρατηρείται τάση σύγκλισης με την ΕΕ, με τον ελληνικό δείκτη να προσεγγίζει τις 90 μονάδες. Ωστόσο, μετά το 2010, και ιδίως από το 2012 και μετά, ακολουθείται μια διαρκής καθοδική πορεία, με έντονες απώλειες και κατά την πανδημία. Το 2023, η Ελλάδα καταγράφει τον χαμηλότερο ωριαίο μισθό σε PPS στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον δείκτη να πέφτει κάτω από τις 60 μονάδες, δηλαδή 40% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο. Αυτή η αποκλίνουσα τροχιά επιβεβαιώνει ότι η μισθολογική καθήλωση δεν είναι προσωρινή, αλλά δομική.
Η Ελλάδα: Τελευταία στην Ευρώπη στην αμοιβή εργασίας.
Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία του άρθρου, η Ελλάδα καταλαμβάνει την τελευταία θέση στην ΕΕ27 όσον αφορά τον μέσο ωριαίο μισθό πλήρους απασχόλησης σε PPS. Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς οι Έλληνες εργάζονται περισσότερες ώρες από όλους τους Ευρωπαίους. Παρά την υπερεργασία, η αγοραστική αξία της εργασίας τους είναι η χαμηλότερη, γεγονός που υπογραμμίζει τον δομικό χαρακτήρα της υποτίμησης της εργασίας. Η Ελλάδα έχει ουσιαστικά παγιωθεί ως οικονομία χαμηλού κόστους εργασίας, χωρίς αυτό να συνδέεται με υψηλότερη ανταγωνιστικότητα ή αποδοτικότητα.
Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας μπορούν να οδηγήσουν σε παρατεταμένη μισθολογική καθήλωση. Οι πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης και η απορρύθμιση της αγοράς, μέσω της αποδυνάμωσης των συλλογικών συμβάσεων και της μείωσης της ισχύος των εργαζομένων, οδήγησαν στο να δουλεύουν οι εργαζόμενοι περισσότερο για ολοένα χαμηλότερες απολαβές. Η διατήρηση αυτής της μισθολογικής καταστολής δεν είναι τυχαία ή απλώς αποτέλεσμα της κρίσης, αλλά προϊόν συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Τα ευρήματα των Μίσσου και Ροδουσάκη δείχνουν ότι η αντιστροφή της κατάστασης απαιτεί νέες θεσμικές παρεμβάσεις, αυτή τη φορά υπέρ των εργαζομένων. Προτείνεται η ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η θέσπιση αξιοπρεπούς κατώτατου μισθού, η ρύθμιση του ωραρίου εργασίας, καθώς και η εφαρμογή προγραμμάτων εγγυημένης απασχόλησης με ικανοποιητικές αποδοχές. Η άρση της μισθολογικής καταστολής δεν είναι μόνο κοινωνική αναγκαιότητα, αλλά και οικονομική προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη.
*Κωνσταντίνος Θεοδωρακόπουλος | MSc Πολιτική Οικονομία | Πτυχιούχος Οικονομικών
www.documentonews.gr
❝ ετικέτες ❞ #ΜΙΣΘΟΙ