Πίσω από τον σχεδιασμό των μεγάλων έργων εκτροπής ποταμών ή μεταφοράς νερού από μακριά, υπάρχει δίψα για κέρδη.

Ηεκ νέου κάλυψη του χωριού Κάλλιο από τα νερά της λίμνης του Μόρνου μετά τις τελευταίες βροχοπτώσεις, που υποδεικνύει την εντυπωσιακή ενίσχυση των υδατικών αποθεμάτων του βασικού ταμιευτήρα νερού για την υδροδότηση της Αθήνας, ήρθε να διαψεύσει τις Κασσάνδρες της λειψυδρίας. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΥΔΑΠ, στις 6 Μαΐου τα αποθέματα στον Μόρνο, που λειτουργεί ως βασικός ταμιευτήρας νερού για την υδροδότηση της Αθήνας, έφταναν τα 526 εκατομμύρια κυβικά μέτρα όταν πέρυσι την ίδια ημερομηνία ήταν 320,6 εκατομμύρια, ενώ συνολικά τα αποθέματα στους 4 ταμιευτήρες που τροφοδοτούν την Αθήνα είναι ανεβασμένα κατά 137,5 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τις επιστημονικές φωνές που υποστηρίζουν ότι οι κυβερνητικές επικλήσεις για το ζήτημα της λειψυδρίας στο όνομα της κλιματικής αλλαγής αποσκοπούν στη δημιουργία ενός νέου πλαισίου διαχείρισης του νερού που ανοίγει τον δρόμο για την εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίηση ολόκληρου του κύκλου του «από την πίσω πόρτα». Ακόμα, δείχνουν ότι οι εξαγγελίες για τη δημιουργία νέων φορέων διαχείρισης και τις συγχωνεύσεις δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης δεν αντιμετωπίζουν τα πραγματικά αίτια της υδατικής κρίσης. Στην πραγματικότητα, δημιουργούν προϋποθέσεις για τη σταδιακή μετατροπή του νερού σε εμπορεύσιμο πόρο. Αυτό που παραβλέπεται συστηματικά είναι ότι το όποιο πρόβλημα της λειψυδρίας συνδέεται με το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης, δηλαδή τη διαχείριση του αγροτικού νερού, τον υπερτουρισμό και τις ενεργοβόρες επενδύσεις.

Ανθεκτικό το υδροδοτικό της Αθήνας

Η υδροδότηση Αθήνας πραγματοποιείται από 4 ταμιευτήρες με μέση ετήσια εισροή 824 κυβικά εκατόμετρα ανά έτος (Μαραθώνας, Υλίκη, Μόρνος, Εύηνος). Επιπλέον, η ΕΥΔΑΠ έχει αναπτύξει περίπου 100 γεωτρήσεις σε τρεις υδροφορείς οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως εφεδρικοί πόροι (Βασιλικών, Υλίκης, Βορειοανατολικής Πάρνηθας) με συνολική αντλητική ικανότητα της τάξης των 70 έως 125 κυβικών εκατόμετρων ανά έτος. Η μέγιστη ετήσια ποσότητα που ελήφθη από αυτούς ήταν το υδρολογικό έτος 1993 – 1994 και ήταν 104,9 κυβικά εκατόμετρα, εκ των οποίων τα 45,6 αντλήθηκαν από τις γεωτρήσεις Βασιλικών και από ακόμα 4 κύρια υδραγωγεία (Εύηνου, Μόρνου, Υλίκης, Ενωτικό) και 4 Μονάδες επεξεργασίας νερού (Γαλατσίου, Κιούρκων, Μενιδίου, Μάνδρας) που έχουν συνολική ικανότητα διύλισης 653 κυβικών εκατόμετρων ανά έτος.

Οι ιστορικές περίοδοι λειψυδρίας που έχει αντιμετωπίσει επιτυχώς η πρωτεύουσα στα 42 υδρολογικά έτη διαθέσιμων δεδομένων (1985-2026) συνοψίζονται σε 7 ελλειμματικές/ξηρές περιόδους (από το 1985 έως σήμερα) και 4 περιόδους λειψυδρίας (1986-1998, 2000-2002, 2007-2009, 2022 έως σήμερα) ως συνέπεια φυσικών συνθηκών (ανομβρία) και διαχειριστικών επιλογών (π.χ., χρήση εφεδριών), σύμφωνα με τον δρα Παναγιώτη Δημητριάδη, πολιτικό μηχανικό με ειδίκευση στην υδρολογία και την περιβαλλοντική διαχείριση. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το υδροδοτικό σύστημα της Αθήνας είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό, καθώς οι μέσες ετήσιες εισροές των ταμιευτήρων είναι διπλάσιες της ετήσιας ζήτησης και το σύστημα μπορεί να αποθηκεύσει υπερτριπλάσιες ποσότητες αποθεμάτων.

«Μία υπόθεση πολιτικής»

Ως «μία υπόθεση πολιτικής» χαρακτηρίζει το ζήτημα της λειψυδρίας ο Νικήτας Μυλόπουλος, καθηγητής Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, διευθυντής Εργαστηρίου Υδρολογίας και ανάλυσης υδατικών συστημάτων. Υποστηρίζει ότι η λειψυδρία δημιουργήθηκε από το κυρίαρχο μοντέλο παραγωγής και δομήθηκε πάνω στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την ανάπτυξη και το περιβάλλον, με το μοντέλο αυτό να προσαρμόζεται στην «ανάπτυξη» και όχι στο περιβάλλον. Εξηγεί ότι στην Ελλάδα καταγράφονται αρνητικά υδατικά ισοζύγια σε όλες τις λεκάνες, δυσανάλογα μεγάλο υδατικό αποτύπωμα, σχεδόν διπλάσιο του μέσου όρου παγκοσμίως, σε βαθμό που θα χρειάζονταν 3 πλανήτες σε οικοσυστήματα/φυσικούς πόρους, με το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Κι ακόμη, άναρχη άρδευση και υπερτουρισμός και σπάταλες πρακτικές σε όλον τον κύκλο της Διαχείρισης Υδατικών Πόρων. Ο ίδιος υπολογίζει ότι αν εφαρμόζονταν οικονομικότερες μέθοδοι άρδευσης, σχέδιο αναδιάρθρωσης καλλιεργειών και νέο μοντέλο γεωργίας με σύγχρονο δίκτυο μεταφοράς-διανομής αρδευτικού νερού, τότε θα μπορούσε να εξοικονομηθεί 50% έως 70% νερό.

Και σημειώνει το μοναδικό παράδειγμα με τόσο ακραία υδατικά προβλήματα, της Θεσσαλίας, όπου καταγράφονται εντατική καλλιέργεια υδροβόρων ειδών, ανεπαρκής αξιοποίηση των επιφανειακών και υποβάθμιση των υπόγειων υδάτων, η ποιοτική τους υποβάθμιση και η ερημοποίηση.

Τον βυθισμένο και ανοχύρωτο Θεσσαλικό κάμπο διαχειρίζεται ο Οργανισμός Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας με κανόνες ιδιωτικής οικονομίας: διαμορφώνει τιμολογιακή πολιτική και εμπορεύεται το νερό, μεγάλες εκτάσεις περνούν στα χέρια των funds και γίνεται μετάβαση σε εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες με συμβολαιακή γεωργία. Ο Ν. Μυλόπουλος χαρακτηρίζει ως προαιώνιες εμμονές και λάθη τα έργα για τον Αχελώο και την Κάρλα, επισημαίνοντας ότι η αναμονή της εκτροπής έχει περιορίσει στο ελάχιστο σχέδια για την εναλλακτική αξιοποίηση τοπικών υδατικών πόρων.

Για τον Ν. Μυλόπουλο, το ζητούμενο είναι να υπάρξει υδατική πολιτική με κεντρικό στόχο τη διευθέτηση των ισοζυγίων προσφοράς και ζήτησης του νερού στις υδρολογικές λεκάνες, τη βιωσιμότητα και την πλήρη επιστροφή του νερού στον δημόσιο χαρακτήρα. Η λύση δεν θα έρθει με τον σχεδιασμό μεγάλων έργων, όπως η εκτροπή του Αχελώου ή η μεταφορά νερού από μακριά («Εύρυτος»), ούτε με την είσοδο του ιδιωτικού τομέα. Οι δράσεις και τα μέτρα πρέπει να κινούνται πάνω στους άξονες: εξοικονόμηση του χρησιμοποιούμενου νερού, βιώσιμη αξιοποίηση των αποθεμάτων και αύξηση της αποδοτικότητας των υδραυλικών έργων.

100.000 πισίνες σε όλη την Ελλάδα

Σε ό,τι αφορά τις πισίνες, ο ακριβής συνολικός αριθμός τους στα ελληνικά νησιά είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, καθώς πολλές κατασκευές είναι παράνομες ή δεν έχουν καταγραφεί επίσημα, όπως στις Κυκλάδες που θεωρούνται η περιοχή με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση. Ο ακριβής αριθμός τους παραμένει άγνωστος λόγω της «έκρηξης» οικοδομικής δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια. Πάντως, μόνο η Πάρος διαθέτει περισσότερες από 1.200 πισίνες.

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Επιχειρήσεων Πισίνας και Υδρομασάζ, στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 95.000 έως 100.000 πισίνες συνολικά. Από αυτές, οι 75.000 είναι ιδιωτικές. Η ραγδαία αύξησή τους δημιουργεί σοβαρά προβλήματα διαχείρισης των υδάτινων πόρων, λόγος για τον οποίο τοπικές κοινωνίες και δήμοι, όπως στους Λειψούς, αντιδρούν και προωθούν εναλλακτικές μορφές τουρισμού.

Ο μέσος όγκος για ιδιωτικές πισίνες, συχνά και σε τουριστικά καταλύματα, κυμαίνεται γύρω στα 70 κυβικά μέτρα. Στα νησιά οι πισίνες τείνουν να είναι μικρότερες. Η ολική αλλαγή του νερού συνήθως πραγματοποιείται μία φορά τον χρόνο, πριν από την έναρξη της καλοκαιρινής σεζόν, ή όταν οι συνθήκες του νερού (π.χ. υψηλό κυανουρικό οξύ) καθιστούν τη χημική εξισορρόπηση αδύνατη. Λόγω της εξάτμισης, των βουτιών και του καθαρισμού των φίλτρων απαιτείται τακτική συμπλήρωση νερού, εξηγεί ο Ηλ. Γιαννίρης.

Η στάθμη του νερού σε χαμηλά επίπεδα πέρσι. 320,6 εκατομμύρια κυβικά μέτρα τα αποθέματα στον Μόρνο το 2025. Το βυθισμένο χωριό Κάλλιο είχε ξεπροβάλει στην επιφάνεια | ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Play Video

Επενδύσεις στις ενεργοβόρες αφαλατώσεις

Οι αφαλατώσεις φαίνεται ότι είναι αποδεκτές από την κυβέρνηση ως αναγκαία λύση για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, δεδομένης και παρελθούσας δήλωσης του Πέτρου Βαρελίδη, γ.γ. Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του ΥΠΕΝ, βάσει της οποίας «είναι νομοτελειακό ότι θα αποκτήσουμε περισσότερες αφαλατώσεις» και ότι «κάποια στιγμή θα πάμε στην υιοθέτηση κι άλλων τέτοιων μονάδων, μεγαλύτερης δυναμικότητας, προφανώς και στο υδροδοτικό δίκτυο της Αττικής».

Η πραγματικότητα είναι ότι στη χώρα μας λειτουργούν ήδη πολλές μονάδες αφαλάτωσης που είναι εγκατεστημένες κυρίως σε νησιά του Αιγαίου, διότι πράγματι στα νησιά δεν υπάρχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις για την παροχή καλής ποιοτικής και ποσοτικής κατάστασης νερού. Η βασική αρχή που διέπει την επιλογή της αφαλάτωσης ως λύσης για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας ή την κάλυψη των αναγκών σε πόσιμο νερό μιας περιοχής είναι το ότι καταφεύγουμε σ’ αυτήν μόνο εφόσον έχουν εξαντληθεί όλες οι άλλες συμβατικές δυνατότητας προμήθειας νερού.

«Οι αφαλατώσεις είναι μια διεργασία που εξασφαλίζει τεράστια κέρδη στους κατασκευαστές και που θα χρησιμοποιηθεί ως ακόμη ένας πολιορκητικός κριός για την ιδιωτικοποίηση του νερού»

Ωστόσο, η αφαλάτωση είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη, χρονοβόρα, δαπανηρή και ενεργοβόρα διαδικασία, λέει ο Απόστολος Αλεξόπουλος, υδρογεωλόγος, ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ. Στην περίπτωση που ο δήμος δεν έχει τη δυνατότητα να εκπονήσει ο ίδιος ή να χρηματοδοτήσει την εκπόνηση των απαιτούμενων μελετών για μια μονάδα αφαλάτωσης, τότε μπορεί να ακολουθηθεί η λύση της κατάρτισης ολοκληρωμένου σχεδίου κατασκευής και λειτουργίας της μονάδας με τη συμμετοχή ιδιωτών, σύμφωνα με το μοντέλο παροχής υπηρεσιών, με διαγωνιστική διαδικασία.

Είναι μια διεργασία που εξασφαλίζει τεράστια κέρδη στους κατασκευαστές και που θα χρησιμοποιηθεί ως ακόμη ένας πολιορκητικός κριός για την ιδιωτικοποίηση του νερού. Με το πρόσχημα αντιμετώπισης της παρατεταμένης λειψυδρίας η κυβέρνηση εξαγγέλλει τεράστια επιχειρηματικά προγράμματα πολλών εκατομμυρίων ευρώ τα οποία βάζουν στον στόχο τους μεγάλοι κατασκευαστικοί όμιλοι, σημειώνει ο ίδιος.

Ενδεικτικό παράδειγμα του υψηλού κόστους της αφαλάτωσης αποτελεί η περίπτωση της Σαντορίνης, όπου η υψηλή τουριστικοποίηση πιέζει ασφυκτικά τους υδατικούς πόρους. Σύμφωνα με τον Ηλία Γιαννίρη, πρώην επίκουρο καθηγητή στο Πολυτεχνείο Κρήτης, πρώην περιφερειακό σύμβουλο Βορείου Αιγαίου, στο νησί λειτουργούν η μονάδα Αγίας Παρασκευής με δυναμικότητα 5.000 κυβικά μέτρα την ημέρα, έξι μονάδες στην Οία (3.800 κ.μ./ημέρα) και δύο μονάδες στη Θηρασιά (350 κ.μ. μέτρα/ημέρα) με τη συνολική δυναμικότητα να ανέρχεται σε 9.150 κ.μ./ημέρα. Το συνολικό κόστος παραγωγής και διάθεσης εκτιμάται γύρω στα 2,49 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ενώ το ημερήσιο κόστος αφαλάτωσης στη Σαντορίνη ανέρχεται σε 22.784 ευρώ. Για τη λειτουργία των μονάδων απαιτείται ενέργεια 3,6 KWh/κ.μ., με το 6% του ρεύματος που χρειάζεται η Σαντορίνη την περίοδο Ιουλίου – Αυγούστου να καταναλώνεται από τις αφαλατώσεις.

Στην Ελλάδα λειτουργούν σήμερα περισσότερες από 230 μονάδες αφαλάτωσης που συγκεντρώνονται κυρίως στις Κυκλάδες (Κύθνος, Νάξος, Αμοργός, Φολέγανδρος, Πάρος), στα Δωδεκάνησα (Πάτμος, όπου λειτουργούν ήδη από το 2017 σημαντικές μονάδες, Κάρπαθος, Λέρος) και σε Χίο, Ψαρά, Σπέτσες, Πόρο, Παξούς, Ιθάκη και Πελοπόννησο (Ερμιονίδα, Δυτική Μάνη). Σε ό,τι αφορά την ενεργειακή κατανάλωση, η αφαλάτωση απαιτεί περίπου 3,5 έως 5 kWh ηλεκτρικής ενέργειας για κάθε κυβικό μέτρο νερού. Το κόστος της αφαλάτωσης είναι 3-6 φορές ακριβότερο από τη σημερινή τιμή της ΕΥΔΑΠ (0,35 ευρώ ανά κυβικό μέτρο), εξηγεί ο Ηλ. Γιαννίρης.

© Dreamstime.com

«Περιουσιακά στοιχεία» τα κοινά αγαθά

Το κράτος από εγγυητής του νερού ως κοινού τοις πάσι αγαθού μετατρέπεται σε εγγυητή της οικονομικής αποδοτικότητας των υπηρεσιών ύδρευσης χάριν των ιδιωτικών συμφερόντων

«Ολα αυτά τα χρόνια παρατηρούμε ότι το κράτος, από εγγυητής του νερού ως κοινού τοις πάσι αγαθού, υποχρεωμένος να το διασφαλίζει και να το διαχειρίζεται ως δημόσια υπηρεσία, μετατρέπεται σε εγγυητή της οικονομικής αποδοτικότητας των υπηρεσιών ύδρευσης χάριν των ιδιωτικών συμφερόντων που έχουν επενδύσει σε αυτές, κατέχοντας ένα μειοψηφικό μεν, αλλά de facto πολύ ισχυρό 49%. Το να κατέχει το κράτος το 51% των μετοχών των φορέων ύδρευσης από μόνο του δεν αρκεί. Πρέπει το κράτος και να ασκεί τις εξουσίες που του παρέχει το 51% ως φορέας δημόσιας εξουσίας και πάροχος δημόσιας υπηρεσίας και όχι ως συνεταίρος επιχειρηματίας», επισημαίνει η Μαρία Καραμανώφ, πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, επίτιμη αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Και δίνει ένα μικρό παράδειγμα από την απόφαση για την τιμολόγηση του νερού (Κοινή Υπουργική Απόφαση): «Για την εξεύρεση του συνολικού κόστους το οποίο καλείται να καλύψει ο καταναλωτής ώστε να επιτευχθεί η συνολική ανάκτηση κόστους, πρέπει, μεταξύ άλλων, να υπολογίζεται και το χρηματοοικονομικό κόστος. Αυτό, σύμφωνα με την απόφαση, περιλαμβάνει, πέραν του κόστους κεφαλαίου, διαχείρισης, λειτουργικού κόστους, κόστους συντήρησης κ.λπ., και “το κόστος ευκαιρίας του επενδεδυμένου κεφαλαίου, που είναι η απόδοση του κεφαλαίου σε εναλλακτικές τοποθετήσεις”».

«Το να κατέχει το κράτος το 51% των μετοχών των φορέων ύδρευσης από μόνο του δεν αρκεί»
Μαρία Καραμανώφ πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, επίτιμη αντιπρόεδρος του ΣτΕ

Πώς έφτασαν, όμως, τα κοινά αγαθά να θεωρούνται «περιουσιακά στοιχεία»; «Αυτή τη στιγμή το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έχει εξαντλήσει τους πόρους της γης, έχει σωρεύσει απόβλητα τα οποία αδυνατεί να διαχειριστεί και έχει οδηγήσει τον πλανήτη εκτός από οικονομικό και στο περιβαλλοντικό αδιέξοδο. Αντί όμως να αλλάξει πορεία, χρησιμοποιεί το αδιέξοδο αυτό για να επινοήσει μια νέα επιχειρηματική ευκαιρία, την εμπορευματοποίηση και επιχειρηματική εκμετάλλευση αυτής καθεαυτή της φύσης, δηλαδή των οικοσυστημάτων, του νερού και της αγροτικής γης, μεταξύ των οποίων είναι και τα κοινά τοις πάσι αγαθά. Ολα αυτά έχουν πλέον καταστεί επενδυτικά προϊόντα, επονομαζόμενα “φυσικά περιουσιακά στοιχεία” (natural assets) και ήδη από το 2021 έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, με την αύξηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος να έχει κυριολεκτικά εκτοξευθεί. Το φυσικό κεφάλαιο, τα οικοσυστήματα, η αγροτική γη, παρέχουν πλέον τις λεγόμενες “οικοσυστημικές υπηρεσίες”, δηλαδή οι φυσικές λειτουργίες, αποτιμώνται πλέον σε χρήμα και καθίστανται αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής», εξηγεί η Μαρία Καραμανώφ.

«Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις αρχές της Δημοκρατίας, για να είναι σε θέση το κράτος να ασκεί τον ρόλο του όχι μόνο θεωρητικά αλλά πραγματικά, πρέπει να διαθέτει δύο στοιχεία: αφενός μεν τη νομική εξουσία να λαμβάνει αυτό το ίδιο, και όχι κάποιος άλλος, τις αποφάσεις για το δημόσιο συμφέρον και αφετέρου την αντικειμενική δυνατότητα, δηλαδή τους υλικούς πόρους, για να μπορεί να υλοποιεί τις αποφάσεις αυτές. Σήμερα το κράτος έχει παραιτηθεί και από τα δύο και τα έχει εκχωρήσει στην αγορά. Η περίπτωση της ιδιωτικοποίησης του νερού είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα», καταλήγει η πρόεδρος του ΕΠΒ.

Ο πολίτης θα επωμιστεί μεγάλες αυξήσεις

«Με τις συνεχείς πιέσεις για “μεταρρύθμιση του τρόπου λειτουργίας τους” και την πλήρη εφαρμογή των όρων του νόμου για την ένταξη των ΔΕΥΑ στην Εποπτεία της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων προσαρμόζεται το πλαίσιο λειτουργίας τους και τιμολόγησής τους ανάλογα με αυτό της αγοράς ενέργειας. Με την εφαρμογή της νέας ΚΥΑ τιμολόγησης, ο τρόπος διαμόρφωσης της τιμολογιακής πολιτικής των ΔΕΥΑ γίνεται πλέον με καθαρά οικονομικά κριτήρια κάτω από το πρίσμα αναλύσεων κόστους-οφέλους. Με την εφαρμογή της αρχής “ο ρυπαίνων πληρώνει” και την επιβολή της επίτευξης, σε κάθε περίπτωση, πλήρους ανάκτησης κόστους, διαμορφώνεται μία οριζόντια πολιτική όπου ο πολίτης θα κληθεί να επωμιστεί μεγάλες αυξήσεις στην τιμή του νερού. Ειδικά σε περιοχές όπως τα νησιά μας και περιοχές που ο πόρος είναι σε έλλειψη», επισημαίνει η Καλλιόπη Σηφακάκη, αντιπρόεδρος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Eργαζομένων ΔΕΥΑ και υπεύθυνη Τμήματος Επιχειρησιακού Σχεδιασμού ΔΕΥΑΜΙ.

«Επίσης, το επικαιροποιημένο σχέδιο για το πόσιμο νερό απαιτεί έργα το κόστος των οποίων είναι 9-13 δισ. ευρώ. Η κρατική συμμετοχή για νέες υποδομές και επέκταση των υφιστάμενων θα είναι πολύ μικρή. Οι ΔΕΥΑ θα αναγκαστούν να αντλήσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια είτε από δάνεια είτε μέσω της εκχώρησης της διαχείρισης των υποδομών τους σε ιδιώτες. Σε κάθε περίπτωση, το κόστος αυτό θα πρέπει να περάσει στους δημότες. Η πρόσβαση λοιπόν των πολιτών στο καθαρό πόσιμο νερό θα εξαρτάται από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, οι οποίοι δεν θα διστάζουν σε καμία περίπτωση να κόβουν το νερό σε φτωχά νοικοκυριά με χρέη», επισημαίνει η ίδια.

● Οι επιστημονικές αναφορές αντλήθηκαν από την ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με θέμα «Δεν υπάρχει κρίση νερού – υπάρχει κρίση διαχείρισης και πολιτικής βούλησης».

www.efsyn.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΛΕΙΨΥΔΡΙΑ