- Το να θεωρήσουμε ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ήρθαν για να μείνουν, σημαίνει να εγκαταλείψουμε μια μάχη πριν καλά καλά αυτή δοθεί
Την ώρα που η κυβέρνηση επιμένει στην προκλητική προνομιακή μεταχείριση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, συμπεριλαμβανόμενης της εγκατάλειψης προηγούμενων «κόκκινων γραμμών» που η ίδια είχε θέσει ως προς τα δημόσια AEI, όπως π.χ. ότι δεν έχουμε ανάγκη από μία ακόμη νομική σχολή, το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν έχει αναδειχτεί όσο πρέπει σε ένα από τα βασικά επίδικα των επερχόμενων εκλογών, με την έννοια του να κληθούν οι ψηφοφόροι να ψηφίσουν και με βάση το κριτήριο εάν θα συνεχίσουν να υπάρχουν αυτά τα ιδρύματα που μόνον ως ιδιωτικά σουπερμάρκετ πτυχίων μπορούν να χαρακτηριστούν.
Τα γράφω αυτά με αφορμή την πρόσφατη συνέντευξη του Κώστα Γαβρόγλου στην Εφημερίδα των Συντακτών και τα όσα είπε εκεί. Παραθέτω το συγκεκριμένο απόσπασμα: «Ο Αλέξης Τσίπρας έχει ταχθεί διαχρονικά κατά των ιδιωτικών ΑΕΙ και της κατάργησης του άρθρου 16 του Συντάγματος. Ωστόσο, ήδη έχει διαμορφωθεί μια νέα κατάσταση, για την ακρίβεια μια νέα αγορά με κολεγιο-πανεπιστήμια και κυπριακά ιδρύματα. Εχουμε ταχθεί κατηγορηματικά κατά της ίδρυσης των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Υπάρχει, όμως, η απόφαση του ΣτΕ που θεωρεί πως το Σύνταγμα επιτρέπει την ίδρυσή τους. Εχουν ήδη εγγραφεί σε αυτά αρκετές χιλιάδες φοιτητές και φοιτήτριες. Υπάρχουν ρήτρες που προβλέπονται στα συμφωνητικά εγκατάστασής τους. Εμείς θα επανεξετάσουμε τις συμφωνίες, θα εξετάσουμε όλους τους όρους λειτουργίας και οργάνωσης των Ιδρυμάτων, έτσι ώστε να διασφαλίζονται οι αρχές ισότιμης πρόσβασης, διαφύλαξης του ακαδημαϊκού επιπέδου και του εργασιακού καθεστώτος των εργαζομένων στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, το οποίο πρέπει να ευθυγραμμίζεται με αυτά των δημοσίων».
Προφανώς και όσα γράφω είναι υπό την αίρεση ότι ακόμη η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη δεν έχει δημοσιεύσει το πλήρες πρόγραμμά της.
Καταρχάς είναι σημαντικό ότι δεν τίθεται θέμα Αναθεώρησης του Συντάγματος, καθώς όχι μόνο δεν πρέπει να αναθεωρηθεί το άρθρο 16, αλλά και συνολικά αυτή η διαδικασία αναθεώρησης πρέπει να αντιμετωπιστεί απορριπτικά και η όποια συζήτηση να γίνει από νέες βάσεις και όχι από την προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να συνταγματοποιήσει την πολιτική της και οριακά ακόμη και την παραμονή της στην εξουσία.
Ωστόσο, υπάρχει ένα σοβαρό θέμα που αφορά που αφορά τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια» που ήδη λειτουργούν στη χώρα μας και αυτά που αναμένεται να ιδρυθούν στο επόμενο διάστημα, με βάση τις εγκρίσεις που λαμβάνουν. Και δεν νομίζω ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη λειτουργία ως κάτι που επί της ουσίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Γνωρίζω το ζήτημα που έχει προκύψει με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μια απόφαση κακή που δεν ξανάγραψε μόνον το Σύνταγμα, αφού παράκαμψε μια ρητή απαγόρευση, αλλά και το ενωσιακό δίκαιο αφού εξίσωσε την ίδρυση ενός ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος με την ίδρυση οποιασδήποτε επιχείρησης και με αυτό τον τρόπο προσπέρασε το γεγονός ότι η Παιδεία έχει μια αναγνωρισμένη φόρτιση που εξηγεί γιατί παραδοσιακά αντιμετωπιζόταν ότι αφορούσε την εθνική ρύθμιση και όχι την ευρωπαϊκή κατά την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας. Ως αποτέλεσμα η απόφαση του ΣτΕ σημαίνει ότι θα υπάρξει μια έντονη νομική αμφισβήτηση οποιασδήποτε προσπάθειας να καταργηθούν αυτά τα ιδρύματα, με προσφυγές και στο ΣτΕ και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Όμως, αυτό δεν ακυρώνει ούτε την τυπική, ούτε την ουσιαστική νομιμοποίηση μιας νέας κυβέρνησης να καταργήσει το ισχύον νομικό πλαίσιο και αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι πια αδειοδοτημένα αυτά τα ιδρύματα. Λύσεις για τη μεταβατική περίοδο, για τους φοιτητές και το διδακτικό προσωπικό μπορούν να βρεθούν. Και όταν υπάρχει πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα, μπορούν να αντιμετωπιστούν και όποια προβλήματα μπορεί να έχει δημιουργήσει το άθλιο καθεστώς που ισχύει σήμερα.
Σε τελική ανάλυση, το εάν και που θα φτάσει η νομική αμφισβήτηση μιας τέτοιας νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι κάτι που αφορά τους ιδιοκτήτες αυτών των ιδρυμάτων και όχι μια κυβέρνηση που θα εκπροσωπεί και ένα αίτημα υπεράσπισης της ανάγκης η ανώτατη εκπαίδευση να παραμείνει δημόσιο αγαθό. άλλωστε, μέσα σε μια νέα συνθήκη μπορούμε να δούμε διαφορετικά αποτελέσματα σε όλα τα επίπεδα, ιδίως εάν υπάρξει και η σθεναρή απόρριψη της αναθεώρησης του άρθρου 16 που θα αποτελέσει σε τελική ανάλυση και μια επανεπικύρωσή του.
Όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν απλώς με κάποια «θέση αρχής». Πρωτίστως, έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι ήδη είμαστε αντιμέτωποι με τις επιπτώσεις της λειτουργίας αυτών των ιδιωτικών ιδρυμάτων. Και με αυτό δεν εννοώ απλώς το γενικό πρόβλημα με την εμπορευματοποίηση ενός δημόσιου αγαθού.
Κυρίως αναφέρομαι στα διαλυτικά αποτελέσματα που απειλούν να έχουν αυτά τα «ιδρύματα» στο δημόσιο πανεπιστήμιο και ιδίως σε σχέση με τα περιφερειακά πανεπιστήμια, αλλά και σε σχέση με τα τμήματα των πανεπιστημίων που δεν είναι «πρώτης γραμμής» ως προς τις βαθμολογικές βάσεις.
Αυτή τη στιγμή τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν επιδιώκουν πρωτίστως να κερδίσουν ως «πελατεία» όσους θα σπούδαζαν στο εξωτερικό, όσο να κερδίσουν όσους έχουν ως προοπτική τα περιφερειακά πανεπιστήμια, αφού προσφέρουν τη δυνατότητα σπουδών σε αντικείμενα υψηλής ζήτησης με δίδακτρα όχι πολύ μεγαλύτερα από το πραγματικό κόστος της φοίτησης σε μια πόλη άλλη από την πόλη μόνιμη διαμονής. Το άλλο target group τους προφανώς είναι οι οικογένειες που θέλουν τα παιδιά τους να περάσουν σε σχολές υψηλής ζήτησης και που τους δίνεται η δυνατότητα να το κάνουν χωρίς ουσιαστικά να περάσουν από τη βάσανο των πανελληνίων.
Αυτό σημαίνει ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν έρχονται να ικανοποιήσουν μια πλεονάζουσα ζήτηση για πανεπιστημιακή εκπαίδευση, όπως π.χ. έγινε σε χώρες με άλλες δημογραφικές και κοινωνικές δυναμικές όπως η Τουρκία. Έρχονται για «κανιβαλίσουν» ουσιαστικά τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση. Δηλαδή, να πάρουν φοιτητές που κανονικά θα φοιτούσαν στα δημόσια πανεπιστήμια. Κάτι που θα οδηγήσει – εάν συνυπολογίσουμε και τις δημογραφικές τάσεις – σε μια συρρίκνωση των δημόσιων πανεπιστημίων και πολύ πιθανώς σε κλείσιμο τμημάτων και σχολών.
Αυτό σημαίνει ότι εάν θέλουμε πραγματικά να υπερασπιστούμε τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση και όλο τον εκπαιδευτικό, ερευνητικό, αλλά και αναπτυξιακό της ρόλο, τότε δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έχει κλείσει η υπόθεση της μάχης ενάντια σε αυτή την εκδοχή εμπορευματοποίησης της παιδείας. Το να μην έχουμε στο τοπίο αυτή την εκδοχή ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι αναγκαία αφετηρία για οποιαδήποτε συζήτηση για μια ανώτατη εκπαίδευση που να αναλογεί στη προσκλήσεις μιας νέας εποχής.
Και βέβαια ακόμη και εάν κανείς θεωρήσει ότι στο τέλος δεν μπορεί η χώρα μας να αποφύγει την αποδοχή κάποιας εκδοχής μη κρατικής ανώτατης εκπαίδευσης, πάλι τα κριτήρια οφείλουν να είναι ιδιαίτερα αυστηρά, ώστε ακριβώς να αποτρέπουν το ενδεχόμενο να καταλήξουμε σε ιδιωτικά πωλητήρια τίτλων σπουδών, χωρίς ακαδημαϊκό βάθος και κύρος. Κοινώς, τα κριτήρια να είναι απαγορευτικά για όσους έχουν ως σκοπό την ακαδημαϊκή «αρπαχτή». Αυτό θα σήμαινε, για παράδειγμα, αυστηρά κριτήρια ως προς τις υποδομές – αντί π.χ. να βλέπουμε ολόκληρο «ιδιωτικό πανεπιστήμιο» να στεγάζεται σε κτίριο που κάλυπτε μερικές μόνον ανάγκες ενός πανεπιστημιακού τμήματος κάποτε. Θα σήμαινε τις ίδιες ακριβώς διαδικασίες εκλογής μελών ΔΕΠ και τα ίδια προσόντα, τυπικά και ουσιαστικά και όχι απλώς «κατοχή διδακτορικού». Θα σήμαινε ότι πρέπει να έχουν συγκλήτους και αυτοδιοίκητο. Και βέβαια θα σήμαινε ότι πρέπει να εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο εθνικού σχεδιασμού για τη χωροθέτηση και τις προτεραιότητες, άρα να αποδέχονται ότι δεν θα μπορούν να ιδρυθούν σε «κορεσμένες περιοχές», ούτε να περιλαμβάνουν αντικείμενα που ήδη καλύπτονται σε επαρκή βαθμό από τον σημερινό ακαδημαϊκό χάρτη.
Σε κάθε περίπτωση είκοσι χρόνια μετά από ένα από τα μεγαλύτερα κινήματα στη χώρα μας, τη μεγάλη κινητοποίηση το 2006-2007 που ανάμεσα στα άλλα κατάφερε να αποτρέψει την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, ένα κίνημα καθοριστικό για τη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας, είναι προφανώς ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι σήμερα η μάχη αυτή είναι εκ προοιμίου χαμένη.
www.in.gr
❝ ετικέτες ❞ #ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ