• Η ΝΔ εργαλειοποιεί κομματικά την Αναθεώρηση του Συντάγματος απλώς και μόνο για να χαϊδέψει αυτιά του κομματικού της ακροατηρίου

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν μία από τις σημαντικότερες στιγμές αυτής της Συνόδου της Βουλής. Και αυτό γιατί η Αναθεώρηση του Συντάγματος αφορά στην πραγματικότητα το πώς θέλουμε να είναι η δημοκρατία, το κράτος και οι θεσμοί σε βάθος χρόνου. Γι’ αυτό τον λόγο απαιτεί όχι απλώς έναν σημαντικό βαθμό πολιτικής συναίνεσης – εξ ου και οι ενισχυμένες πλειοψηφίες που απαιτεί τελικά η αλλαγή ενός άρθρου – αλλά και μια συνολικότερη συζήτηση εντός και εκτός κοινοβουλίου. Αυτό εξηγεί γιατί π.χ. ο πυρήνας του Συντάγματος του 1975 – μαζί με τις αναγκαίες αλλαγές του 1986 – άντεξε ακριβώς γιατί αντανακλούσε ώριμες ανάγκες, συμπεριλαμβανομένης αυτής του να ξεπεραστεί το αυταρχικό πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί μετά τον Εμφύλιο. Έτσι εξηγείται και γιατί, ακόμη και εάν δεν έλυσαν τα προβλήματα που υποσχέθηκαν ότι θα έλυναν, και οι επόμενες αναθεωρήσεις μπορούσαν να κινούνται στην κατεύθυνση της διεύρυνσης των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Μόνο που σχεδόν τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει για την αναθεώρηση του Συντάγματος όπως την προώθησε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και αυτό γιατί η Νέα Δημοκρατία δεν επιδιώκει να προωθήσει αλλαγές στο Σύνταγμα που αναλογούν σε ώριμες ανάγκες, ούτε προσπαθεί να οικοδομήσει το είδος της συναίνεσης που θα επιτρέψει όντως να γίνουν αλλαγές.

Αντιθέτως, η Νέα Δημοκρατία πρωτίστως επιδίωξε να κάνει τη δική της ιδιαίτερη πολιτική ταυτότητα συνταγματική διάταξη. Και μάλιστα, ούτε καν την ιστορική ιδεολογική ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά μια πιο πολύ πιο «στενή» εκδοχή της, αυτή που αναλογεί στον συνδυασμό ανάμεσα στον επιθετικό νεοφιλελευθερισμό και μια ακροδεξιά και πατριδοκάπηλη ρητορική, που είναι σήμερα η ηγεμονική ιδεολογία εντός της κυβερνητικής παράταξης. Το ομολόγησε, άλλωστε, και ο πρόεδρος της Επιτροπής της Συνταγματικής Αναθεώρησης, Μάκης Βορίδης, όταν υποστήριξε, από βήματος Βουλής, ότι «έχει βαρύ ιδεολογικό χαρακτήρα η αναθεώρησή μας».

Και όντως η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας αναλογεί ακριβώς στην προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να μετατρέψει τις ιδεολογικές εμμονές του σε συνταγματικές διατάξεις.

Δεν αναφέρομαι απλώς σε διάφορες κινήσεις που απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο σε ένα ακροδεξιό και εθνικιστικό κοινό, όπως είναι η ανακάλυψη ότι χρειάζεται «προστασία η σημαία» σε επίπεδο Συντάγματος, ή ότι η διδασκαλία και μελέτη της ελληνικής γλώσσας πρέπει να περιλαμβάνεται στις συνταγματικές προβλέψεις. Τον κομματικό υπολογισμό, άλλωστε, υπογράμμισε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν υποστήριξε ότι ο ιστορικός του μέλλοντος θα αναλογιστεί «γιατί η «πατριωτική δεξιά» αρνείται να ψηφίσει τη συνταγματική προστασία της γλώσσας και της ελληνικής σημαίας». Αυτές απλώς δείχνουν ότι η συνταγματική αναθεώρηση υποβιβάζεται στο επίπεδο της «πάσας» για να κάνουν reel οι ακροδεξιοί υπουργοί της κυβέρνησης ή για να φαντασιώνεται η κυβέρνηση ότι θα «στριμώξει» τα άλλα κόμματα, με τους βουλευτές να ρωτούν δήθεν επίμονα στα τηλεοπτικά πάνελ, «δηλαδή εσείς δεν είστε με την ελληνική σημαία», ερώτηση ανάλογη με το να τους ρωτούν εάν πιστεύουν ότι η γη είναι στρογγυλή.

Αναφέρομαι στον τρόπο που επιδιώκουν να καταργήσουν, επί της ουσίας, τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, παραβλέποντας ότι η μονιμότητα είναι εκ των ακρογωνιαίων λίθων για να έχουμε κράτος που να μην είναι κομματικό εργαλείο (γιατί εάν η μονιμότητα είναι υπό αίρεση τότε οι υπάλληλοι απλώς θα κάνουν τα χατίρια της εκάστοτε κυβέρνησης). Γιατί ας μην γελιόμαστε, αυτό που ενδιαφέρει την κυβέρνηση δεν είναι να κατοχυρώσει την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, δηλαδή έναν μηχανισμό βελτίωσης του παρεχόμενου έργου: αυτό που θέλει είναι να μπορεί να απολύει υπαλλήλους, κατά προτίμηση «αντιφρονούντες», όχι προφανώς γιατί αυτό θα κάνει το κράτος να λειτουργεί καλύτερα, αλλά γιατί θέλει να το υποσχεθεί σε ένα κοινό που ενίοτε μισεί οτιδήποτε το δημόσιο.

Αναφέρομαι ακόμη στο πώς θέλει να «συνταγματοποιήσει» τη λιτότητα και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές μέσα από το πρόσχημα της συνταγματικής κατοχύρωσης της «δημοσιονομικής ισορροπίας». Ή στο πως επιδιώκει να αλλάξει τους κανόνες προστασίας του δάσους, γιατί αντιμετωπίζει, παραδοσιακά, την προστασία του περιβάλλοντος ως «εμπόδιο στην ανάπτυξη».

Και βέβαια ακόμη και για το άρθρο 16, παρά την ευρύτερη συζήτηση ότι η χώρα δεν μπορεί να αποφύγει την προοπτική των μη κρατικών και μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, η Νέα Δημοκρατία αυτό που θέλει να κατοχυρώσει είναι η δική της αντίληψη για ένα τοπίο στην ανώτατη εκπαίδευση όπου θα κυριαρχεί η πλήρης εμπορευματοποίηση, όπου θα ανοίγουν ιδιωτικά σουπερμάρκετ πτυχίων, χωρίς καμία ακαδημαϊκή υπόσταση και κύρος, και όπου τα δημόσια πανεπιστήμια θα μαραζώνουν.

Ούτε βέβαια είναι τυχαίο ότι μια κυβέρνηση που έχει χρησιμοποιήσει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία ως διαρκές απαλλακτικό βούλευμα για τα στελέχη της, μπορεί να εισηγείται την αναθεώρηση του άρθρου 86, αλλά στην πραγματικότητα η πρότασή της εξακολουθεί να περιέχει τη δυνατότητα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να υψώσει «τείχος προστασίας» για τα κυβερνητική στελέχη.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια όντως να λυθούν προβλήματα και να διαμορφώσουμε τη δημοκρατία, το κράτος, και τους θεσμούς της «επόμενης μέρας», αλλά με μια προσπάθεια η κυβερνητική παράταξη να προβάλει τις απόψεις της, να δώσει το ιδεολογικό στίγμα και να εγκαλέσει την αντιπολίτευση επειδή δεν συμφωνεί μαζί της. Αυτή μπορεί να είναι μια θεμιτή προεκλογική τακτική, αλλά δεν αποτελεί επαρκή λόγο για μια συνταγματική αναθεώρηση.

Ιδίως όταν έρχεται από μια κυβέρνηση που δεν έχει ακριβώς την «έξωθεν καλή μαρτυρία» ως προς τους θεσμούς και τον σεβασμό στο κράτος δικαίου και τους κανόνες του (αυτούς ακριβώς που υποτίθεται ότι κατεξοχήν συγκεφαλαιώνει το Σύνταγμα). Μια κυβέρνηση που δεν είχε πρόβλημα να κάνει υποκλοπές με χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού σε βάρος υπουργών, ανώτατων αξιωματικών, δικαστικών, πολιτικών, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών και παρ’ όλα αυτά επιμένει ότι δεν έγινε και τίποτα. Μια κυβέρνηση που έχει βουλευτές υπόδικούς για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και πολύ πιθανό να έχει και υπουργούς υπόδικούς για την τραγωδία των Τεμπών και για το μπάζωμα του χώρου του δυστυχήματος. Μια κυβέρνηση που έχει δοκιμάσει επίμονα να χειραγωγήσει τη δικαιοσύνη εκμεταλλευόμενη τη δυνατότητά της να ορίζει τελικά την ηγεσία της. Μια κυβέρνηση που δεν έχει πρόβλημα να κατηγορεί ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, επειδή ελέγχουν παραβατικές συμπεριφορές υπουργών της. Μια κυβέρνηση που δεν έχει πρόβλημα να παίζει με θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτό στο άσυλο για τους πρόσφυγες, μόνο και μόνο για να κερδίσει μερικές ακροδεξιές ψήφους ακόμη.

Για όλους αυτούς τους λόγους είναι σαφές ότι μια τέτοια κυβέρνηση δεν μπορεί να ηγηθεί μιας διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης. Δεν δίνει κανένα εχέγγυο ότι όντως ενδιαφέρεται για συναινετικές πραγματικές λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα και όχι για προεκλογική εργαλειοποίηση μιας κορυφαίας πολιτικής και κοινοβουλευτικής πρακτικής. Δεν αναζητά επί της ουσίας συναίνεση, αλλά απλώς νομιμοποίηση του πολιτικού της προγράμματος.

Γι’ αυτόν τον λόγο και ορθά τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης έχουν κάνει σαφές ότι δεν της δίνουν αυτή τη νομιμοποίηση, ούτε προφανώς την ενισχυμένη πλειοψηφία που επιδιώκει να αποσπάσει από τώρα. Και προφανώς δεν παραβιάζει το «γράμμα του Συντάγματος», όπως υποστήριξε ο πρωθυπουργός, το να επιλέξουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να μη δώσουν από τώρα ενισχυμένη πλειοψηφία στην κυβέρνηση. Αντιθέτως, είναι η στοιχειώδης εγγύηση, ώστε η όποια συζήτηση πάνω στις υπό αναθεώρηση διατάξεις να γίνει σε μια νέα Βουλή, που θα αποτυπώνει έναν διαφορετικό συσχετισμό, ο οποίος θα αναλογεί στις πραγματικές διαθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, έτσι ώστε η συζήτηση να μπορεί να καταλήξει σε ευρύτερες συναινέσεις εκεί όπου όντως χρειάζονται αλλαγές και βελτιώσεις.

Γιατί, σε τελική ανάλυση, το Σύνταγμα είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να μετατρέπεται απλώς σε ένα ακόμη προεκλογικό πυροτέχνημα της κυβερνητικής παράταξης.

www.in.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΝΔ