Αντρέας Χ. Παναγόπουλος

  • Όσο γερνά μια κοινωνία, τόσο περισσότερο φοβάται να αλλάξει. Και όσο περισσότερο φοβάται να αλλάξει, τόσο περισσότερο αποτυγχάνουν οι πολιτικές εξαγγελίες για ανάπτυξη, μείωση των ανισοτήτων και αντιστροφή της δημογραφικής κρίσης

Όσο αυξάνεται ο ηλικιακός μέσος όρος του εκλογικού σώματος τόσο θα ενισχύονται οι συντηρητικές πολιτικές που θα έχουν ως κεντρικούς άξονες την ασφάλεια, την προστασία των κεκτημένων και την αναβολή των δύσκολων αποφάσεων.

Αντίθετα οι νεότερες γενιές οι οποίες δεν έχουν πλέον πολλά κεκτημένα να προστατεύσουν και έχουν κάθε λόγο να επιζητούν αλλαγή καθίστανται μειοψηφικές.

Το φαινόμενο επιτείνεται και από το γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ψηφίζουν συστηματικότερα διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό τη σχέση τους τόσο με τα παλαιά όσο και με κάποια από τα νεότερα κόμματα πράγμα που παρατηρεί κανείς στις πολιτικές εκδηλώσεις και ομιλίες αλλά και στην απίσχναση των κομματικών νεολαιών τις τελευταίες δεκαετίες.

Η σύγκρουση πολιτικού και δημογραφικού χρόνου

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πολιτικές συνέπειες της δημογραφικής κρίσης έγκειται στο ότι όταν ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος βρίσκεται κοντά ή μετά τη συνταξιοδότηση, οι πολιτικοί έχουν ισχυρότερο κίνητρο να προστατεύσουν τις παροχές που αφορούν αυτή την ομάδα έτσι ώστε να έχουν βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα εκλογικά οφέλη.

Μια έστω και μικρή αύξηση της σύνταξης ή και ένα επίδομα λίγων ευρώ θα έχει αποτέλεσμα που θα φανεί στην επόμενη κάλπη. Αντίθετα, μία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, για παράδειγμα, μπορεί να αποδώσει σε είκοσι χρόνια καθώς ένα παιδί που γεννιέται σήμερα θα μπει στην αγορά εργασίας περίπου το 2045. Γιατί, λοιπόν, να επιλέξει πολιτικά ένας 70χρονος κάτι για το οποίο πιθανότατα δεν θα προλάβει να δει το αποτέλεσμα;

Έτσι δημιουργείται μια πιθανή σύγκρουση πολιτικού και δημογραφικού χρόνου. Η βιβλιογραφία για την πολιτική οικονομία της γήρανσης έχει δείξει ότι οι δημογραφικές πιέσεις μπορούν να φέρουν στο επίκεντρο τα θέματα που αφορούν τις συντάξεις, την ηλικία συνταξιοδότησης, την φορολογία ακινήτων, την ασφάλεια και τις κοινωνικές δαπάνες υγείας για τους ηλικιωμένους αφήνοντας ταυτόχρονα στο περιθώριο θέματα που αφορούν την παιδεία, τη στέγαση, τους μισθούς, την εργασιακή κινητικότητα, την έρευνα και την τεχνολογία, την κλιματική πολιτική, ακόμη και τις επενδύσεις.

Και εδώ αρχίζει η μεγάλη στρέβλωση καθώς τα κόμματα ανταγωνίζονται στο να προσελκύσουν την ψήφο των ανθρώπων που εξέρχονται της παραγωγικής ηλικίας ενώ την ίδια στιγμή μια κοινωνία όμως που γερνά χρειάζεται να επενδύσει απελπισμένα στο αύριο.

Την ίδια στιγμή, οι πολιτικοί, αισθανόμενοι ότι χάνουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων τους, αντί να επιχειρήσουν να δημιουργήσουν ένα νέο αφήγημα ανάπτυξης και κοινωνικής κινητικότητας, συχνά κάνουν το αντίθετο: μετακινούνται σε πιο συντηρητικές θέσεις, σκληραίνουν τη ρητορική τους, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δανείζονται ακόμη και την ατζέντα της Ακροδεξιάς.

Έτσι, όμως, παγιδεύονται.

Γιατί ο φόβος της αλλαγής δεν παράγει ανάπτυξη. Και η επιστροφή στο παρελθόν δεν αντιμετωπίζει το μέλλον.

Την ίδια στιγμή, οι νεότεροι βρίσκονται στην ακριβώς αντίθετη πλευρά. Δεν έχουν σπίτι ή δυσκολεύονται να αποκτήσουν. Δεν έχουν περιουσία ή χρειάζονται δεκαετίες για να τη δημιουργήσουν. Έχουν περισσότερα πτυχία, αλλά όχι περισσότερη ασφάλεια. Και βλέπουν μια οικονομία στην οποία η γενιά των γονιών τους μπόρεσε να συσσωρεύσει πλούτο με όρους που σήμερα δεν υπάρχουν.

Από τη μια, περισσότερος συσσωρευμένος πλούτος. Από την άλλη, περισσότερη εκπαίδευση χωρίς αντίστοιχη οικονομική αυτονομία.

Αυτό είναι το έδαφος πάνω στο οποίο γεννιέται ο νέος πολιτικός ανταγωνισμός.

Δεν είναι πλέον μόνο Αριστερά εναντίον Δεξιάς. Είναι οι προστατευμένοι απέναντι στους επισφαλείς. Είναι όσοι έχουν κάτι να χάσουν απέναντι σε όσους αισθάνονται ότι δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από το υπάρχον σύστημα.

Γι’ αυτό και ένα μέρος των πολιτών αποσύρεται από την πολιτική. Και ένα άλλο στρέφεται στα «αντισυστημικά» κόμματα, είτε αυτά βρίσκονται στα δεξιά του παραδοσιακού πολιτικού φάσματος είτε εμφανίζονται ως νέες, προσωποπαγείς ή «ακομμάτιστες» δυνάμεις.

Η δημογραφική κρίση ως πολιτική παγίδα

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι οι ηλικιωμένοι. Το πρόβλημα είναι ένα σύστημα που έχει μετατρέψει τη δημογραφική κρίση ως ευκαιρία για το ποιος θα πάρει μεγαλύτερο κομμάτι από μια δεξαμενή ψηφοφόρων που μεγαλώνει ενώ δεν κάνει παρά ελάχιστα για να πάψει να συρρικνώνεται η δεξαμενή εκείνων που εργάζονται και παράγουν.

Η Ελλάδα θα χάσει περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας μέχρι το 2070, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν γίνεται, λοιπόν, να ζητάμε από λιγότερους ανθρώπους να δουλεύουν περισσότερο για να συντηρήσουν ένα μοντέλο που δεν αλλάζει.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι στην Ελλάδα η δημογραφική συρρίκνωση πιέζει ιδιαίτερα τις περιφέρειες, όπου η ανεπαρκής υγεία, εκπαίδευση, δημόσια συγκοινωνία και ψηφιακή υποδομή ενισχύουν την έξοδο πληθυσμού.

Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: λιγότεροι νέοι → λιγότερες υπηρεσίες → λιγότερες επιχειρήσεις → λιγότερες θέσεις εργασίας → ακόμη λιγότεροι νέοι.
Αυτό είναι ίσως μεγαλύτερος κίνδυνος από την απλή μείωση του συνολικού πληθυσμού.

Αν μια χώρα δεν μπορεί να αναπληρώσει το εργατικό δυναμικό της υπάρχουν τρεις βασικές λύσεις: περισσότερες γεννήσεις (μακροπρόθεσμα), περισσότεροι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας (μεσοπρόθεσμα), ένταξη μεταναστών στην παραγωγική διαδικασία (άμεσα).

Στην πράξη θα χρειαστούν και τα τρία.

Η ΕΕ ήδη εξετάζει τη μετανάστευση, την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην εργασία και την εκπαίδευση ως βασικά εργαλεία αντιμετώπισης της συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού.
Αλλά εδώ προκύπτει ένα τεράστιο πολιτικό ζήτημα: Η κοινωνία που γερνά χρειάζεται μετανάστες για να διατηρήσει την οικονομική της δυναμικότητα, όμως ενώ ένα γηράσκον εκλογικό σώμα είναι περισσότερο επιφυλακτικό αν όχι κάθετα αρνητικό απέναντι στη μετανάστευση.

Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα δημογραφικά παράδοξα της Ευρώπης.

Τεχνολογία, πλούτος και το νέο κοινωνικό συμβόλαιο

Εδώ μπαίνει στη συζήτηση ο ρόλος που μπορεί να παίξει η τεχνολογία. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική και η αυτοματοποίηση μπορούν να κάνουν αυτό που τα δημογραφικά στοιχεία πλέον δεν μας το επιτρέπουν: να αυξήσουμε την παραγωγή χωρίς να αυξήσουμε αντίστοιχα την ανθρώπινη εργασία.

Η τεχνολογική πρόοδος πρέπει να οδηγήσει αναδιανομή χρόνου και πλούτου. Αν παράγουμε περισσότερα με λιγότερη ανθρώπινη εργασία, πρέπει κάποια στιγμή να εργαζόμαστε λιγότερο, να αμειβόμαστε καλύτερα και να έχουμε ισχυρότερη κοινωνική προστασία.

Δεν χρειάζεται να πάρουμε από τους ηλικιωμένους για να δώσουμε στους νέους. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε περισσότερο πλούτο και να αποφασίσουμε πως διανεμηθεί με τον καλύτερο τρόπο.

Καλύτεροι μισθοί. Αξιοπρεπείς συντάξεις. Μικρότερη εργάσιμη ζωή. Πρόσβαση των νέων στην κατοικία. Επένδυση στην παιδεία και την επιστήμη. Και ένα κοινωνικό μέρισμα από την παραγωγικότητα της τεχνολογίας.

Αυτό είναι το νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

Γιατί το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν θα πληρώσουν οι γέροι για τους νέους ή οι νέοι για τους γέρους.

Είναι αν θα πληρώσουν όλοι μαζί τις συνέπειες ενός παλιού πολιτικού συστήματος, κατάλοιπου του 20ου αιώνα ή αν θα μοιραστούν όλοι μαζί τα οφέλη ενός καινούργιου.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η ανατροπή του στίχου από τους Αχαρνής του Αριστοφάνη: «Οι γέροι χωριστά, οι νέοι άλλο πράμα / όποιος τους θέλει αντάμα πληρώνει ακριβά».

Το ζητούμενο δεν είναι να τους χωρίσουμε.

Είναι να μην πληρώσουν ακριβά τις συνέπειες των σημερινών πολιτικών ούτε οι μεν ούτε οι δε.

www.tovima.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ