Οι κατατεµαχισµένες και µικρές εκµεταλεύσεις είναι µια πραγµατικότητα που κατά το µεγαλύτερο µέρος της της οφείλεται σε ιστορικούς και θεσµικούς λόγους, κυρίως κληρονοµικού δικαίου.

του Κώστα Καραντινινή*

Οι µικρές εκµεταλεύσεις είναι όµως µια ιστορική, οικονοµική και κοινωνική πραγµατικότητα. Από τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής 2013, βλέπουµε ότι οι εκµεταλεύσεις µε λιγότερο απο 20 στρέµµατα ήταν 359 χιλ. σε σύνολο 709 χιλ. ∆ηλαδή το 50,6% των µικρο-δικαιούχων κατέχει µόλις το 6,1% της χρησιµοποιούµενης γεωργικής γης (ΧΓΓ) (και παράγουν περίπου το 16% του συνολικού αγροτικού προϊόντος). Σε κάποιες περιοχές της χώρας οι µικρές αυτές εκµεταλεύσεις καταλαµβάνουν σηµαντικότερο µερίδιο των εκτασεων – για παράδειγµα στην Αττική το 76% των εκµεταλεύσεων κατέχουν το 24% της ΧΓΓ (και παράγουν 29% του προϊόντος).

Σίγουρα ο µικρός κλήρος αποτελεί ένα πρόβληµα – κατά πόσο όµως είναι αυτό το µέγα πρόβληµα της ελληνικής γεωργίας και κατά πόσο µια ανακατονοµή της γης θα το έλυνε;

Με µερικούςς απλούς υπολογισµούς που χωρούν στο πίσω µέρος ενός παλιού πακέτου τσιγάρων µπορούµε εύκολα να δούµε την τάξη µεγέθους του προβλήµατος.

Aς υποθέσουµε ότι όλοι οι δικαιούχοι µε πάνω από 20 στρέµµατα αγόραζαν όλη τη γη από τους κατόχους µε λιγότερο από 20 στρ. οι οποίοι εγκατέλειπαν την γεωργία. Αυτό θα έφερνε µείωση κατά 50,6% των γεωργικών εκµεταλλεύσεων και διπλασιαµό του µέσου µεγέθους. Όµως, η µέση έκταση των υπολοίπων γεωργών θα αυξανόταν από τα 130,1 στα 138,6 στρέµµατα, µια αύξηση δηλαδή κατά 8,4 στρέµµατα ή 6,5% της µέσης αγροτικής εκµετάλευσης. Κατά πόσο θα αύξανε η µικρή αυτή µεγέθυνση της κλίµακας την παραγωγικότητα της ελληνικής γεωργίας; Να σηµειώσουµε ότι και η κατανοµή των εισοδηµατικών ενισχύσεων της ΚΑΠ ακολουθεί σχεδόν κατά γράµµα την κατανοµή της γης, άρα και η ενίσχυση σε κάθε δικαιούχο θα αυξανόταν κατά το ίδιο περίπου µικρό ποσοστό.

Ας υποθέσουµε πως όλη τη γη των µικρών γεωργών µε λιγότερο από 20 στρέµµατα, την αγόραζαν όσοι έχουν πάνω από 100 στρέµµατα. Η αύξηση του µέσου µεγέθους γι’ αυτούς θα ήταν 8,6% αφού η µέση έκταση αυτών των γεωργών είναι ήδη µεγάλη: στα 435,5 στρέµµατα και θα αυξανόταν στα 473,1 στρέµµατα.

Φυσικά οι υπολογισµοί αυτοί είναι πρόχειροι, όµως µας δείχνουν την τάξη µεγέθους και µας βοηθούν να εστιάσουµε στο πραγµατικό διαρθρωτικό πρόβληµα της ελληνικής γεωργίας. Είναι κοινό µυστικό επίσης ότι τα στοιχεία που καταγράφουν τον αριθµό των εκµεταλεύσεων, που προέρχονται κυρίως από τις δηλώσεις κτηµατολογίου, και ΟΣ∆Ε, δεν ανταποκρίνονται στην πραγµατικότητα. Αφού για λόγους κυρίως επιδοτήσεων και φορολογίας πολλά αγροτεµάχια κατανέµονται εικονικά σε συγγενικά πρόσωπα ενώ στην πραγµατικότητα ο πραγµατικός γεωργός είναι ένας. Άρα το πρόβληµα είναι πολύ µικρότερο από ότι φαίνεται στα στοιχεία απογραφής της ΕΛΣΤΑΤ.

Με βάση την απλή αριθµητική, αναρωτιέται κανείς κατά πόσο µια τέτοια υποθετική ανακατανοµή της γης θα αύξανε την παραγωγικότητα, θα µείωνε το κόστος παραγωγής και θα εκµοντέρνιζε την ελληνική γεωργία και θα την έφερνε επι τέλους στον 21ο αιώνα που είναι για όλους το ζητούµενο.

Αντίθετα αν εστιάζαµε στο πρόβληµα του κατατεµαχισµού, όπου δηλαδή ο κάθε παραγωγός έχει κατά µέσο όρο 4-5 αγροτεµάχια θα διαπιστώναµε ότι το πρόβληµα είναι πολύ πιό σηµαντικό και οδυνηρό – ίσως όµως όχι τόσο πολύπλοκο στη λύση του. Ίσως θα πρέπει να αναζητήσουµε µια σειρά από θεσµικές και οργανωτικές λύσεις που θα έδιναν κίνητρα σε όσους προχωρούσαν σε µια εθελοντική αµοιβαία ανταλλαγή αγροτεµαχίων: έναν βολουνταριστικό αναδασµό χρήσης – και όχι ιδιοκτησίας γης. Στις περισότερες περιοχές εντατικής επιχειρηµατικής γεωργίας οι αποδόσεις του κάθε αγροτεµµαχίου είναι γνωστές ακόµη και απο την εποχή των παππούδων των σηµερινών γεωργών. Ειδικά σε περιοχές µονοκαλλιέργειας, ετήσιων καλλιεργειών – σιτηρά, βαµβάκι κλπ – οι αποδόσεις είναι γνωστές, διαχρονικά, µε ακρίβεια κιλού ανά στρέµµα. Μια σειρά από κίνητρα στις επιδοτήσεις, στο ΠΑΑ και κυρίως µια συστηµατική εκστρατεία εκπαίδευσης, ενηµέρωσης από εξειδικευµένους γεωτεχνικούς µε πραγµατικά στοιχεία, θα έφερνε ίσως αποτελέσµατα.

Κυρίως όµως, θα πρέπει η πολιτεία να καταφέρει να πείσει τους παραγωγούς ότι τα θεσµικά κίνητρα προς συγχώνευση – ή τα αντικίνητρα προς κατατεµαχισµό – προέρχονται από ειλικρινείς προθέσεις για αύξηση της παραγωγικότητας και εκσυγχρονισµό της γεωργίας και δεν αποβλέπουν στο τσουβάλιασµα όσων θα «πιαστούν κορόϊδα» και θα προχωρήσουν στη συγχώνευση και στις αµοιβαίες αναδιανοµές γης. Αυτή η αξιοπιστία του κράτους είναι ένα µέγα ζητούµενο στην γενικότερη πορεία προς την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισµό της γεωργίας.

Επίσης θα πρέπει να λάβουµε υπ’ όψιν µας ότι ένα µεγάλο µέρος αυτού του διαρθρωτικού προβλήµατος οφείλεται στην ιδιοµορφία και στο ανάγλυφο του εδάφους, στη βιοποικιλότητα και στο µικροκλίµα χωρίς να ξεχνάµε ιστορικούς και άλλους παράγοντες. Για όλους αυτούς τους λόγους όµως, ο µεγάλος αριθµός και η πολυµορφία των εκµεταλεύσεων σε πολλές περιπτώσεις, σε συγκεκριµένες περιοχές και καλλιέργειες, αποτελούν πλεονέκτηµα το οποίο εάν το εκµεταλευτούµε και το διακυβερνήσουµε σωστά µπορεί να φέρει σηµαντικά αποτελέσµατα – όχι σε όλες τις περιοχές, ούτε για όλες τις καλλιέργειες – αλλά εκεί που µπορεί να συνδεθεί µε τον τουρισµό και τη γαστρονοµία, θα µπορούσε ίσως να δηµιουργήσει σηµαντική προστιθέµενη αξία. Φυσικά, ούτε η Θεσσαλία είναι Αττική, ούτε η Μακεδονία είναι Κυκλάδες και γι’ αυτό το σύγχρονο αγροτικό ζήτηµα στην Ελλάδα είναι πολυπλοκότερο και δυσκολότερο από αυτό των χωρών που είτε έχουν το µέγεθος – όπως Γαλλία, Ιταλία, Γερµανία, Πολωνία κλπ.- είτε έχουν την εντατικότητα, όπως Ολλανδία και ∆ανία.*Σουηδικό Πανεπιστήµιο Γεωπονικών Επιστηµών (SLU)

❝ ετικέτες ❞ #ΜΙΚΡΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΕΙΣ