Μια πρωτοποριακή απόφαση του 2018 αναγνώριζε ότι το έμφραγμα που οδήγησε έναν εργαζόμενο στον θάνατο συνδεόταν με την ανασφάλεια στον χώρο εργασίας του
Την άνοιξη του 2011 ο Χ. είχε κυριευτεί από άγχος. Η εταιρεία στην οποία δούλευε ως διανομέας επρόκειτο να «αναδιοργανώσει» την εν λόγω υπηρεσία. Η εργοδοσία ουδόλως είχε λάβει υπόψη της πώς θα επηρέαζαν αυτές οι αλλαγές το προσωπικό της, αλλά είχε αρκεστεί να «δεσμευτεί» ότι, μετά την εφαρμογή, θα δεχόταν «παρατηρήσεις» προκειμένου να «θεραπευτούν δυσλειτουργίες».
Η αγωνία και το άγχος του Χ είχαν συνέπεια την ασυνήθιστη εξασθένηση του οργανισμού του. Συζητούσε διαρκώς και αποκλειστικά γι’ αυτό, δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ, διαμαρτυρόταν για ζαλάδες, πόνους στην πλάτη και στο στομάχι, και φαινόταν ότι βρισκόταν στα όρια της ψυχικής και σωματικής κατάρρευσης. Το άγχος του επιτεινόταν από την απόλυτη ανάγκη για τον μισθό, ενόψει και των ιδιαίτερα αυξημένων οικογενειακών δαπανών λόγω των σπουδών του γιου του στην Πάτρα, αλλά και ενόψει της διαρκώς αυξανόμενης ανεργίας την σκληρή περίοδο του πρώτου Μνημονίου. Θα ήταν αδύνατον να βρει νέα δουλειά στα 52 του.
Στις 5 Μαΐου 2011 η μονάδα του Χ. ενημερώθηκε ότι τέσσερις μέρες μετά θα εφαρμόζονταν οι νέοι τομείς διανομής, κάτι που ισοδυναμούσε με άμεση κατάργηση του τομέα του. Αν και ήταν γνωστή σε όλους τους συναδέλφους και προϊσταμένους του η αφόρητη ψυχολογική πίεση που του προκαλούσε η αβεβαιότητα αυτή, η διοίκηση της επιχείρησης δεν είχε σκοπό ούτε την τελευταία στιγμή να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ενημέρωσης του προσωπικού, εξαλείφοντας τους στρεσογόνους παράγοντες που απειλούσαν την υγεία του Χ. Το πρωί της επόμενης ημέρας, όπως κάθε πρωί, ο Χ. ξύπνησε στις 6.30 π.μ. να ετοιμαστεί για τη δουλειά του. Ντύθηκε, ήπιε τον καφέ του και κατά τις 7.10 π.μ. χαιρέτησε τη σύζυγό του και έφυγε για το γραφείο του. Αλλά ξαναγύρισε αμέσως και κατέρρευσε λίγα λεπτά μετά στο μπάνιο του σπιτιού του. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών του «Αγία Όλγα», απεβίωσε λίγο αργότερα. Ως αιτία θανάτου προσδιορίστηκε «οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου».
Το 2018 το δικαστήριο αναγνώρισε τελικά ότι το έμφραγμα «συνδέεται αιτιωδώς με το έντονο εργασιακό άγχος το οποίο ο Χ. βίωσε λόγω της ανασφάλειας και αβεβαιότητας ως προς την εργασιακή του σχέση, ενόψει της επικείμενης αναδιοργάνωσης της εργοδότριας, η οποία αφενός δεν έλαβε τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα ούτε παρείχε εκ των προτέρων τις κατάλληλες διευκρινίσεις με σκοπό την προστασία των εργαζομένων από τις επιπτώσεις της ανακατανομής της εργασίας στην ψυχική και σωματική τους υγεία, και αφετέρου δεν έλαβε κανένα μέτρο εξουδετέρωσης της πηγής του εργασιακού άγχους του εργαζομένου». Κρίθηκε ότι ο θάνατος του Χ. συνιστά εργατικό δυστύχημα υπό την έννοια του Ν. 551/1914 και κάλεσε την εργοδοσία να καταβάλει συνολική αποζημίωση ύψους 160.000 ευρώ στη χήρα και στον γιο του εκλιπόντος.

Ο εργατολόγος Νίκος Ρουκλιώτης, στον οποίο απευθύνθηκε η ΑΥΓΗ της Κυριακής, χαρακτηρίζει την υπ’ αρ. 153/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών «εξαιρετικά σημαντική ως προς την κατεύθυνση συμπερίληψης των στρεσογόνων παραγόντων στη σφαίρα του επαγγελματικού κινδύνου». Ωστόσο, το Εφετείο, μη δεχόμενο ότι η εργοδοσία προκάλεσε στρες στον Χ., ακύρωσε την πρωτοποριακή για τα νομολογιακά δεδομένα της χώρας μας πρωτόδικη απόφαση. Μετέτρεψε ξανά σε αθέατο έναν από τους καθημερινούς θανάτους από το εργασιακό στρες. Επιβεβαίωσε, εντέλει, την τεράστια δυσκολία να αναγνωριστεί μια επαγγελματική ασθένεια ως εργατικό ατύχημα, ακόμα και όταν κάποιος εργαζόμενος ή η οικογένειά του καταφέρει να δώσει τον δύσκολο δικαστικό αγώνα.
Κίνδυνοι υποτιμημένοι, νομοθεσία απαρχαιωμένη
Σύμφωνα με τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, δεν συνιστά καταρχήν εργατικό ατύχημα κατά την έννοια του Ν. 551/1914 η κατά την εκτέλεση της εργασίας εκδήλωση προϋπάρχουσας ασθένειας, όπως επίσης δεν συνιστά καταρχήν εργατικό ατύχημα η επαγγελματική νόσος, η νόσος, δηλαδή, η οποία και με κανονικές συνθήκες λόγω της φύσης της εργασίας (βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα) είναι δυνατό να προσβάλει τον εργαζόμενο. Μιλάμε, βέβαια, για έναν νόμο 110 ετών που αποτυπώνει τα δεδομένα της… Πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης, ενώ η ανθρωπότητα διανύει την τέταρτη! Η μόνη περίπτωση, όπως τονίζει ο Ν. Ρουκλιώτης, που η νομολογία δέχεται τον χαρακτηρισμό επαγγελματικής νόσου ως εργατικού ατυχήματος «είναι αυτή που συνδέεται με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη ως προς τη λήψη των κατάλληλων για τη διασφάλιση της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων μέτρων».
Η ιδιαίτερα κρίσιμη διαπίστωση της επίδρασης στρεσογόνων παραγόντων στην υγεία των εργαζόμενων, που μπορεί να ευθύνονται για την πρόκληση επαγγελματικών ασθενειών, γίνεται ακόμα πιο δυσαπόδεικτη από τη μη επαρκή καταγραφή των επαγγελματικών κινδύνων από τον ιατρό εργασίας στη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Αν και, όπως σημειώνει ο Ν. Ρουκλιώτης, «ο εργοδότης, οφείλει να καθορίζει και να λαμβάνει τα κατάλληλα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα για την προστασία των μισθωτών από το εργασιακό στρες».
Στη χώρα μας η απουσία καταγραφής επαγγελματικών ασθενειών οφείλεται κατ’ αρχάς στην έλλειψη υποδομών στο δημόσιο σύστημα Υγείας που θα επέτρεπαν την τεκμηρίωση του χαρακτηρισμού μιας νόσου ως επαγγελματικής ασθένειας. Η μη καταγραφή των επαγγελματικών κινδύνων από τον ιατρό εργασίας και τον τεχνικό ασφάλειας επιδρά και αυτή στη μη καταγραφή των επαγγελματικών ασθενειών. Ως εκ τούτου, όπως σημειώνει ο Ν. Ρουκλιώτης, εξαιτίας της έλλειψης αποτελεσματικού συστήματος καταγραφής των επαγγελματικών ασθενειών μετακυλίεται το κόστος των δαπανών στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα εξαιτίας της απουσίας ασφάλισης του επαγγελματικού κινδύνου.
Θα είχαν μειωθεί αν δούλευαν σωστά τεχνικοί Ασφάλειας και γιατροί Εργασίας
Η γενικευμένη επιφυλακτικότητα των ελληνικών δικαστηρίων ως προς τον χαρακτηρισμό ως εργατικών ατυχημάτων των ασθενειών που οφείλονται σε ψυχοκοινωνικούς κινδύνους σχετιζόμενους με την εργασία θεωρείται δεδομένη. Στη Γαλλία, αντιθέτως, βρίσκουμε αρκετές δικαστικές αποφάσεις υπέρ των εργαζομένων. Ακόμα και μπλοκάρισμα, από το πρωτοδικείο της Λυών, της αναδιοργάνωσης του χρόνου εργασίας σε μια επιχείρηση με τη λογική ότι αυτό θα προκαλούσε στρες στους εργαζόμενούς της. Στην Ευρώπη, όπου το 25 % των εργαζομένων αναφέρει ότι υποφέρει από εργασιακό άγχος, δηλώνονται ετησίως 2.000 επαγγελματικές ασθένειες κατά μέσο όρο, την ώρα που στη χώρα μας μόλις… 3 με 4 (βλέπε την πρόσφατη έρευνα της ΑΥΓΗΣ, 18.10.22). Δηλαδή δεν καταγράφονται.
Μόλις το 2021, στον νόμο ξεχαρβαλώματος των ωραρίων (4808), η χώρα μας, με καθυστέρηση σχεδόν τριάντα ετών, ενσωμάτωσε, ακολουθώντας τις ευρωπαϊκές Οδηγίες, τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες ως πιθανή αιτία επαγγελματικών ασθενειών. «Οι επαγγελματικές ασθένειες θα είχαν μειωθεί, μολονότι στην Ελλάδα δεν καταγράφονται, αν έκαναν σωστά τη δουλειά τους οι τεχνικοί Ασφάλειας και οι γιατροί Εργασίας. Σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις, οι εργοδότες, με τους μειοδοτικούς διαγωνισμούς και με τους εμπόρους της ασφάλειας και της Υγείας (την ΕΞΥΠ), παίρνουν τον φθηνότερο και του λένε “δεν θέλω να ενοχλείς κανέναν, έλα να υπογράψεις και φύγε”» επισημαίνει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο Παρασκευάς Βερώνης, τέως πρόεδρος του Συλλόγου των Τεχνικών Ασφάλειας Ελλάδος. Θυμάται χαρακτηριστικά ότι η συμβουλή που είχε δώσει σε επιθεωρητές Εργασίας ήταν «όταν κάνουν ελέγχους σε μεγάλες επιχειρήσεις να ρωτούν τους εργαζομένους το εξής απλό: “Ξέρεις τον τεχνικό Ασφάλειας; Πώς λέγεται;”. Μόνο έτσι θα καταλάβουν αν τηρείται η προβλεπόμενη διαδικασία».
Βέβαια, ο γιατρός Εργασίας ή ο επιθεωρητής Εργασίας δεν έχει στη χώρα μας την τεχνογνωσία ή τον εξοπλισμό να μετρήσει αν υπάρχει σκόνη αμιάντου στον αέρα ή αν τα ντεσιμπέλ ξεπερνούν το προβλεπόμενο όριο, ώστε να γίνει η σωστή εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου και να μην συντάσσουν απλώς εκθέσεις ιδεών. Η κουλτούρα πρόληψης θα συνέφερε και τους εργοδότες, διότι «κάθε ευρώ που επενδύεται στην υγεία και την ασφάλεια επιστρέφεται στην επιχείρηση πολλαπλασιασμένο από 2,2 έως και 2,8 φορές».
«Συνήθως το μυαλό μας πάει στη βαριά βιομηχανία ή στα ορυχεία, ενώ είναι δεδομένο ότι εγκεφαλικά και εμφράγματα μπορούν επίσης να χαρακτηριστούν επαγγελματικές ασθένειες. Επίσης, οι εργαζόμενοι σε δουλειές γραφείου υποφέρουν από πολύ σοβαρά μυοσκελετικά προβλήματα, επικονδυλίτιδες στα χέρια, αυχενικά λόγω της κακής στάσης στον υπολογιστή. Άλλο παράδειγμα, οι αρτοποιοί. Μπορεί να σκέφτεσαι “έλα, μωρέ, γλυκά φτιάχνουν”, αλλά συχνά παθαίνουν πνευμονοκονίαση, μια πολύ σοβαρή ασθένεια. Όταν χύνεις το τσουβάλι με το αλεύρι στις μηχανές χωρίς να φοράς μάσκα ή ειδικό φίλτρο, η σκόνη που σηκώνεται κολλάει στα πνευμόνια και τα κάνει “τσιμέντο” μέσα σε δεκαπέντε-είκοσι χρόνια»…
Απανωτά εμφράγματα νέων ανθρώπων στον ΟΤΕ μετά το πέρασμα εργαζομένων σε θυγατρικές
«Μόνο τις τελευταίες δέκα ημέρες έχουμε τρεις αιφνίδιους θανάτους συναδέλφων ηλικίας γύρω στα 40 από έμφραγμα» λέει η Σέβη Στάικου, μέλος του συλλόγου εργαζομένων στον ΟΤΕ.
Ο μεγάλος «μετασχηματισμός» της εταιρείας, που οδήγησε 5.500 εργαζόμενους από τη μητρική εταιρεία σε «θυγατρικές», δηλαδή στα τηλεφωνικά κέντρα, σε πωλήσεις «πόρτα-πόρτα» ή στις τεχνικές υπηρεσίες με ελάχιστη εκπαίδευση, «αποδείχτηκε δραματικός», όπως τονίζει. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις πιέσεις της διοίκησης προς τους εργαζόμενους για «εθελούσια» έξοδο από την εταιρεία υπό τη μορφή εκβιαστικού διλήμματος, είτε γιατί είναι «μεγάλοι» είτε γιατί αμείβονται «υψηλά».
Εδώ βρίσκουμε και το τραγικό παράδειγμα της Γιώτας Βλάχου. Υπηρετούσε στις οικονομικές υπηρεσίες του ΟΤΕ από το 1992 που προσλήφθηκε έως και τα τέλη του 2020, οπότε και η διοίκηση τη μετέφερε στα τηλεφωνικά κέντρα (Αχαρνών). Έναν χρόνο πριν, οι εκπρόσωποι της διοίκησης την «ενημέρωσαν» ότι ή θα πάρει την «εθελούσια» απόλυση, ή θα τη μεταφέρουν στα τηλεφωνικά κέντρα. Τελικά επέλεξε να συνεχίσει να εργάζεται και να προσφύγει στην ελληνική Δικαιοσύνη διαμαρτυρόμενη για τη βλαπτική μεταβολή που της είχε προκληθεί.

«Τη Δευτέρα 25 Οκτωβρίου η Γιώτα επέστρεψε από τη δουλειά, ξάπλωσε στο κρεβάτι της κι εκεί οι οικείοι της τη βρήκαν νεκρή (από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου) την Παρασκευή 29 Οκτωβρίου. Ενδιαμέσως, η επικοινωνία μαζί της δεν ήταν εφικτή. Η νομική αγωγή της για επαναφορά από τα τηλεφωνικά κέντρα στις οικονομικές υπηρεσίες του ΟΤΕ θα εκδικαζόταν την Τρίτη 2 Νοεμβρίου. Η Γιώτα Βλάχου έφυγε σε ηλικία μόλις 55 ετών, δίχως να έχει κάποια ιστορικό με προβλήματα υγείας. Οι φίλοι, οι συγγενείς και οι συνάδελφοι καταμαρτυρούν ότι τον τελευταίο χρόνο είχε απογοήτευση και θυμό και είχε κλειστεί υπερβολικά στον εαυτό της, που δεν τον φρόντιζε όπως προηγουμένως» έγραφε στο κείμενο που αναδείκνυε το περιστατικό η συνδικαλιστική παράταξη Αγωνιστική Συνεργασία.
Στο σήμερα η Σ. Στάικου περιγράφει μια καθημερινότητα με ισχυρές πιέσεις για την επίτευξη των στόχων, με open space γραφεία που πλασαρίστηκαν από τη διοίκηση θριαμβευτικά σαν μεγάλη καινοτομία, ενώ σειρά μελετών ήδη από τη δεκαετία του 1990 έχουν αποδείξει πόσο αρνητικά επιδρούν στην υγεία των εργαζομένων: ίλιγγοι, πονοκέφαλοι, ερεθισμοί στα μάτια, στη μύτη και στο δέρμα, αυξημένο στρες, έλλειψη συγκέντρωσης και ιδιωτικότητας. Οι εργαζόμενοι αιτούνται συχνά αλλαγή έργου, ενώ προχωρούν σε αλλεπάλληλες επισκέψεις στους γιατρούς Εργασίας «οι οποίοι ζητούν όμως κάθε φορά διαφορετικές γνωματεύσεις και υπεκφεύγουν να αναλάβουν ευθύνη».
Η διοίκηση ισχυρίζεται πως τα προβλήματα που καταγγέλλονται λεπτομερώς δεν οφείλονται στην εργασία, αλλά στην προδιάθεση του εργαζομένου. Άλλωστε, η δουλειά στα τηλεφωνικά κέντρα δεν εντάσσεται στα βαρέα και ανθυγιεινά με βάση την εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου… «Εμείς λέμε ότι αυτά γίνονται όχι γιατί γεννηθήκαμε έχοντας κάποια προδιάθεση, αλλά από την ίδια την εργασία, τις συνθήκες που επικρατούν σ’ αυτή. Την πίεση να κάνουμε περισσότερα πράγματα σε λιγότερο χρόνο, την επίπονη, σκληρή και επαναλαμβανόμενη χρήση συγκεκριμένων οργάνων του σώματός μας».
❝ ετικέτες ❞ #ΣΤΡΕΣ