Η κυβέρνηση, για να δείξει ότι το πρόγραμμα πάει καλά, ανακοινώνει τα νούμερα των υπαγωγών.
Στα μέσα Ιανουαρίου η κυβέρνηση εξαπέλυσε νέα επικοινωνιακή αναμπουμπούλα περί του υποτιθεμένου έργου της για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ακριβής στέγης, διαφημίζοντας ότι έλαβε 29 μέτρα ύψους 2,6 δισ. ευρώ. Οποιος δει τη λίστα κατανοεί βέβαια ότι η κουβέντα γίνεται για τις εντυπώσεις, αφού περιλαμβάνει την οριζόντια μείωση του ΕΝΦΙΑ το 2019, που αντικατέστησε την προοδευτική μείωση του ίδιου φόρου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, και την αύξηση του αφορολόγητου για δωρεές και γονικές παροχές έως 800.000 ευρώ, δηλαδή φοροελαφρύνσεις υπέρ των υψηλότερων εισοδημάτων που καμία σχέση δεν έχουν με το στεγαστικό.
Τα δήθεν μέτρα
Στο πυρήνα της λίστας με τα 29 μέτρα βρίσκεται ωστόσο η ναυαρχίδα της υποτιθέμενης «στεγαστικής πολιτικής» της κυβέρνησης της ΝΔ: το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», το οποίο καλύπτει τα 2 δισ. ευρώ από τα 2,6 δισ. της συνολικής χρηματοδότησης ή το 77% των πόρων με τους οποίουε η κυβέρνηση Μητσοτάκη θεωρεί ότι κάνει στεγαστική πολιτική. Οι υπουργοί αποφεύγουν τελευταία να πολυμιλούν γι’ αυτό, δεδομένου ότι έχει βγάλει πολλά προβλήματα.
Το «Σπίτι μου ΙΙ» είναι πρόγραμμα παροχής χαμηλότοκων δανείων σε 20.000 άτομα, ζευγάρια και οικογένειες έως 50 χρόνων για την αγορά πρώτης κατοικίας, υποτίθεται με σκοπό την αύξηση της ατομικής ιδιοκτησίας της κατοικίας (ιδιοκατοίκηση) που λόγω της μεγάλης κρίσης στην Ελλάδα μειώθηκε απότομα από το 84,6% το 2005 στο 69,6% το 2024 και στην Αθήνα –όπου συγκεντρώνεται ο περισσότερος κόσμος– στο 64%.
Το πρόγραμμα αυτό είχε ανοίξει στις 15 Ιανουαρίου 2025, η λήξη του προβλεπόταν στις 31 Δεκεμβρίου 2025 και είχε προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 1 δισ. προερχόταν από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και το άλλο 1 δισ. από τις τράπεζες. Αποτελώντας λίγο ως πολύ συνέχεια του προγράμματος «Σπίτι μου Ι», για το οποίο η κυβέρνηση δεν έδωσε ποτέ απολογιστικά, το «Σπίτι μου ΙΙ» είχε αρκετές βελτιώσεις, καθώς περιλάμβανε αύξηση της ηλικίας των δικαιούχων στα 50 χρόνια, αυξημένα εισοδηματικά όρια κατά 4.000 ευρώ, αυξημένη αξία του προς αγορά ακινήτου στις 190.000 ευρώ και πρόσθετη επιδότηση επιτοκίου κατά 25% σε τρίτεκνους και πολύτεκνους.
Το όφελος από την ένταξη στο πρόγραμμα άξιζε τον κόπο για όσους ήθελαν να πάρουν δάνειο για αγορά πρώτης κατοικίας, αφού λόγω της χρήσης του Ταμείου Ανάκαμψης θα πλήρωναν μέσο επιτόκιο 2,3% έναντι 4,72% του απλού στεγαστικού, ενώ ακόμη χαμηλότερο επιτόκιο –κοντά στο 1,25%– θα πλήρωναν τρίτεκνοι και πολύτεκνοι. Σύμφωνα με τα παραδείγματα που είχαν δώσει τότε οι τράπεζες, με την ένταξη στο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» για κάθε δάνειο 100.000 ευρώ διάρκειας 25 ετών ο δανειολήπτης θα κατέβαλλε μηνιαία δόση 436 ευρώ, αντί δόσης 563 ευρώ ενός απλού στεγαστικού, θα είχε δηλαδή όφελος στη δόση 127 ευρώ τον μήνα.
«Βροχή» οι αιτήσεις
Αρχικά θα στοιχημάτιζε κανείς ότι στην Ελλάδα του 2025, με τους χαμηλούς μισθούς και τη διάχυτη κοινωνική εμπειρία από τις μαζικές κατασχέσεις 700.000 ακινήτων όλων των κατηγοριών από τράπεζες και servicers, ο κόσμος θα αντιμετώπιζε με επιφύλαξη τον έστω και χαμηλότοκο τραπεζικό δανεισμό για αγορά πρώτης κατοικίας – εφόσον θα τον δέσμευσε στην καταβολή δόσης 436 ευρώ τον μήνα για 25 χρόνια με τον κίνδυνο εντέλει να τη χάσει.
Παρ’ όλα αυτά, στην ειδική πλατφόρμα που δημιούργησε η κυβέρνηση για την υποδοχή των αιτήσεων υποβλήθηκαν μέσα σε πέντε μέρες 63.458 αιτήσεις και μέσα σε ενάμιση μήνα 80.000, με αποτέλεσμα να βγαίνουν οι αρμόδιοι υπουργοί Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης και Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Σοφία Ζαχαράκη και να θριαμβολογούν στα κανάλια για την «ενθουσιώδη υποδοχή της στεγαστικής πολιτικής της ΝΔ από τον κόσμο».
Σύντομα όμως φάνηκαν τα αδιέξοδα. Τέλος Ιουνίου η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η απορρόφηση του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» έφτασε στο 50,1%, με 8.092 εγκεκριμένες αιτήσεις για ισάριθμους δικαιούχους. Για το ίδιο διάστημα ωστόσο οι τράπεζες ανέφεραν ότι εκταμίευσαν 1.600 νέα στεγαστικά δάνεια ύψους 165 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο του προγράμματος.
Χαμηλή απορρόφηση
Τον Οκτώβριο, στο προσχέδιο προϋπολογισμού 2026 που έστειλε η κυβέρνηση στις Βρυξέλλες, ανέφερε ότι ο βαθμός απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων από το «Σπίτι μου ΙΙ» ήταν 30,3% – το πρόγραμμα λοιπόν δεν πήγαινε καλά. Τον Νοέμβριο, για να δοθεί λύση και να μη χαθούν τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης, η κυβέρνηση επέκτεινε τη διάρκεια του προγράμματος έως το τέλος Μαΐου 2026 για την υποβολή αιτήσεων και έως το τέλος Αυγούστου για την εκταμίευση των δανείων, ενώ αύξησε τα εισοδηματικά κριτήρια.
Κατά τις ανακοινώσεις που έγιναν τότε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Ν. Παπαθανάσης δήλωσε ότι η απορρόφηση του προγράμματος έφτανε στο 67%, με 11.000 εγκεκριμένες αιτήσεις. Την περασμένη εβδομάδα, με στοιχεία τέλους Ιανουαρίου από το υπουργείο Οικονομικών, αναφέρθηκε ότι η απορρόφηση έφτασε στο 72,35% και πως έχουν εγκριθεί 12.000 αιτήσεις για δάνεια συνολικής αξίας 1,39 δισ. ευρώ.
Βάσει των στοιχείων που ανακοίνωσαν ωστόσο ταυτόχρονα οι τράπεζες, μέσα σε ολόκληρο το έτος 2025 εκταμιεύθηκαν μέσω του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» 7.657 νέα στεγαστικά δάνεια, συνολικού ύψους 831 εκατ. ευρώ, δηλαδή η πραγματική απορρόφηση έφτασε το 41,5%. Στελέχη των τραπεζών εκτιμούν ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να απορροφηθεί το σύνολο των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης από το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» και ότι στο καλύτερο σενάριο θα προσεγγίσει το 75%, το πολύ το 80%.
Παράλογες τιμές
Πού «κολλάει» το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» και πώς εξηγούνται οι αποκλίσεις ανάμεσα στα ψηλά νούμερα απορρόφησης που δίνουν οι κυβερνώντες και τα χαμηλά που δίνουν οι τράπεζες ή στέλνονται στις Βρυξέλλες;
Το πρόβλημα φαίνεται ότι προκύπτει από τις παράλογα υψηλές τιμές των ακινήτων, ιδίως των παλαιότερων, που έχουν άδειες προγενέστερες του 2005, των οποίων τη ζήτηση επιδοτεί εμμέσως, περιορίζοντας σε αυτά την κάλυψή του το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Η κυβέρνηση, για να δείξει ότι το πρόγραμμα πάει καλά, ανακοινώνει τα νούμερα των υπαγωγών, δηλαδή του αριθμού δικαιούχων που έχουν πάρει έγκριση, έχουν πάει στην τράπεζα την ηλεκτρονική ταυτότητα κτιρίου που υποτίθεται ότι θα αγοράσουν και έχουν «κλειδώσει σπίτι»
– αυτοί είναι σήμερα 12.000. Για μεγάλο μέρος των δικαιούχων οι μηχανικοί των τραπεζών δίνουν χαμηλότερες αποτιμήσεις από τα επίπεδα στα οποία έχει κλείσει η συμφωνία πωλητή – αγοραστή, η τράπεζα δεν εγκρίνει το ύψος του ζητούμενου δανείου, οπότε η υπαγωγή δεν οδηγεί σε εκταμίευση και η αίτηση ακυρώνεται. Το πρόβλημα αυτό είναι μεγάλο ιδίως στην Αθήνα και την Περιφέρεια Αττικής, όπου οι τιμές των ακινήτων βρίσκονται πάνω από την κορυφή του 2007 – γι’ αυτό και βάσει των στατιστικών του υπουργείου Οικονομικών το «Σπίτι μου ΙΙ» έχει πάει καλύτερα στην περιφέρεια.
Μόνο οι έχοντες αγοράζουν ακίνητα
Δύο έρευνες επαγγελματιών του real estate αποκαλύπτουν τα αδιέξοδα
Η περαιτέρω άνοδος των τιμών των ακινήτων, στην οποία έχει συντελέσει το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», έχει επιτείνει τα αδιέξοδα για όσους μένουν στο νοίκι ή αναζητούν πρώτη κατοικία, όπως αποκαλύφθηκε από δύο έρευνες επαγγελματιών του κλάδου που δημοσιεύτηκαν τον Ιανουάριο: την ετήσια έρευνα της Re/Max και το 5ο Βαρόμετρο της αγοράς ακινήτων, που διενήργησε η μονάδα ερευνών κοινής γνώμης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Στις έρευνες αυτές συγκεκριμένα διαπιστώθηκε:
Από το σύνολο των αγορών κατοικιών που έγιναν το 2025 στην Ελλάδα, μόνο μία στις δέκα αφορούσε πρώτη κατοικία, μία στις δύο (ή το 52%) αφορούσε δεύτερη ή εξοχική κατοικία, τρεις στις δέκα αφορούσαν αγορά ακινήτου για επενδυτικούς σκοπούς (30%) και το υπόλοιπο 8% έγινε από ξένους στο πλαίσιο της Golden Visa.
To 89% των πολιτών θεωρεί το στεγαστικό ως «αρκετά μεγάλο
/πολύ μεγάλο πρόβλημα», ενώ το 10% το θεωρεί «μικρό πρόβλημα».
Το 77% των πολιτών και το 87% των επαγγελματιών της αγοράς θεωρεί ότι το «Σπίτι μου ΙΙ» οδήγησε σε άνοδο των τιμών των κατοικιών, με το 39% να εκτιμά ότι η αύξηση αυτή ξεπέρασε το 10% και το 38% ότι ήταν έως 10%.
Το 82% των πολιτών και το 87% των υποψήφιων αγοραστών που αναζητούν πρώτη κατοικία είπαν ότι το «Σπίτι μου ΙΙ» ανέβασε και τα ενοίκια έως 10% ή και πάνω από 10%.
Μέσα στο 2025 περιορίστηκε ο αριθμός εκείνων που δηλώνουν ότι θέλουν να αγοράσουν ακίνητο εντός του έτους στο 4,37% των ερωτηθέντων, ενώ το 8% δήλωσε ότι θέλει να πουλήσει. Οι υποψήφιοι πωλητές είναι πλέον διπλάσιοι από τους αγοραστές.
Τρία συμπεράσματα προκύπτουν από όλα αυτά:
Αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι 85.000 αιτήσεις που υποβλήθηκαν για το πρόγραμμα «Σπίτι μου II» έως τον Μάρτιο και κρίθηκαν επιλέξιμες, επέτρεψαν την εκταμίευση μόλις 7.657 επιδοτούμενων στεγαστικών δανείων για αγορά πρώτης κατοικίας. Δηλαδή λιγότερος από ένας στους δέκα εν δυνάμει δικαιούχους κατάφερε να πάρει στεγαστικό δάνειο, αλλά και ότι μόνο μία στις δέκα αγοραπωλησίες του 2025 αφορούσε πρώτη κατοικία. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών που μένει στο νοίκι δεν έχει τα οικονομικά περιθώρια σήμερα να αγοράσει πρώτη κατοικία εκεί που βρίσκονται οι τιμές – ούτε καν με τραπεζικό δανεισμό.
Αφού όσοι θέλουν να πουλήσουν ακίνητα είναι δύο φορές περισσότεροι από όσους θέλουν να αγοράσουν, δεν στέκει η κουβέντα περί ελλείμματος ακινήτων. Πρέπει να μιλάμε για πρόβλημα υψηλών τιμών σε σχέση με τα εισοδήματα των ελληνικών νοικοκυριών. Το γεγονός ότι εννέα στις δέκα αγορές ακινήτων που έγιναν το 2025 αφορούσαν εξοχικά ή επενδύσεις ή έγιναν από ξένους μάς δείχνει πως τα ακίνητα στην Ελλάδα αφορούν μόνο όσους έχουν λεφτά και αποταμιεύσεις.
Το «Σπίτι μου ΙΙ» αύξησε περαιτέρω και τις τιμές των ακινήτων που είναι πολύ ακριβά σε σχέση με τα χαμηλά εισοδήματα των ελληνικών νοικοκυριών, επιδοτώντας τη ζήτηση για παλαιά ακίνητα που έχουν πρόσθετα κόστη ανακαίνισης, αλλά και τα ενοίκια. Η άποψη που εκφράζεται από τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών και των επαγγελματιών του κλάδου ακινήτων στις διάφορες έρευνες επιβεβαιώνεται σε ό,τι αφορά τις τιμές των ακινήτων από τα στοιχεία της ΤτΕ που δείχνουν ότι, ενώ έως το 2024 τα νέα διαμερίσματα οδηγούσαν προς τα πάνω τις τιμές με ετήσια άνοδο έως 10%, από το δεύτερο τρίμηνο του 2025 οι τιμές των παλαιών κατοικιών αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό (8,5%) σε σχέση με των νεόδμητων (6,6%). Σε ό,τι αφορά τα ενοίκια, επιβεβαιώνεται πάλι από την ΕΛΣΤΑΤ, που έδειξε για το 2025 άνοδο 8,4%. Κάπως έτσι το «Σπίτι μου ΙΙ» κατέληξε να επιδεινώσει εντέλει το πρόβλημα της μη προσιτής στέγης για όλους, και για τη συντριπτική πλειοψηφία των υποψήφιων δανειοληπτών που ήθελαν να πάρουν δάνειο και δεν πήραν αλλά και για τους ενοικιαστές αντί να τους βοηθήσει.
www.documentonews.gr
❝ ετικέτες ❞ #ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ