Ο ντόρος που προκλήθηκε σε βάρος της Ολγας Κεφαλογιάννη -στην οποία «χρεώθηκε» η τροπολογία που κατατέθηκε επί του νόμου για την επιμέλεια των παιδιών χωρισμένων γονέων- κατέστρεψε μια ευκαιρία δημόσιου διαλόγου για ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που, με το υφιστάμενο πλαίσιο, επηρεάζει αρνητικά χιλιάδες οικογένειες ● Γιατί υπάρχει τόση προσκόλληση σε έναν στείρο, «μαθηματικό» τρόπο μοιράσματος του χρόνου της επιμέλειας, χάρη στις πιέσεις των ομάδων «ενεργών μπαμπάδων»
Η πρόσφατη νομοθετική κίνηση σχετικά με την επιμέλεια παιδιών χωρισμένων γονιών προκάλεσε πολύ θόρυβο, αναντίστοιχο του ειδικού βάρους της. Πρόκειται αναμφίβολα για (ακόμα) μία δικονομική «κακοτεχνία», αλλά το χειρότερο είναι ότι προσθέτει ακόμα ένα επεισόδιο στο σπιράλ θεσμικής απαξίωσης του οικογενειακού δικαίου.
Η διάταξη που εντάχθηκε αιφνιδιαστικά σε άσχετο νομοσχέδιο του υπ. Οικονομικών για τον ΟΠΕΚΕΠΕ επανέφερε στο προσκήνιο ένα ζήτημα που η κυβέρνηση θα προτιμούσε να θεωρεί «κλειστό», το καθεστώς της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας. Η ένταση των αντιδράσεων, κυρίως από τους υποστηρικτές του ισχύοντος πλαισίου, δεν αντανακλά τη βαρύτητα της συγκεκριμένης ρύθμισης, η οποία, όπως προκύπτει, δεν εισάγει ουσιαστική τομή.
Συγκεκριμένα, η διάταξη που προβλέπει τη δυνατότητα παγώματος πρωτόδικης δικαστικής απόφασης για την επιμέλεια των παιδιών μέχρι την εφετειακή απόφαση, προσθέτει μία επιπλέον παράγραφο στο άρθρο 1536 του Αστικού Κώδικα, το οποίο ήδη επέτρεπε την αλλαγή δικαστικών αποφάσεων για τη γονική μέριμνα όταν προέκυπταν νέα ή διαφορετικά στοιχεία που αφορούν το συμφέρον του παιδιού, ακόμα και χωρίς να έχει προηγηθεί έφεση.
Οικογενειακό δίκαιο
Η δημόσια αντιπαράθεση που ξέσπασε, με αιχμή τη χρέωση της τροπολογίας στην Ολγα Κεφαλογιάννη, λειτούργησε ως αντιπερισπασμός καθώς το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ποιος υπουργός εισηγήθηκε μια κακοτεχνία (σ.σ. το αν την απαίτησε εκμεταλλευόμενος την εξουσία που του παρέχει η θέση του είναι σκανδαλώδες και εδώ αλλά και σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις νομοθετημάτων από τη Ν.Δ.). Το ζήτημα είναι ότι, περίπου πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου Τσιάρα, το οικογενειακό δίκαιο εξακολουθεί να τροποποιείται αποσπασματικά, χωρίς διαβούλευση, χωρίς αξιολόγηση των επιπτώσεων και χωρίς διάθεση αναμέτρησης με τα προβλήματα που η ίδια η εφαρμογή του έχει αναδείξει.
Η στοχοποίηση της Ολγας Κεφαλογιάννη -η οποία, μαζί με τη Μαριέττα Γιαννάκου, είχε καταψηφίσει τον νόμο για τη συνεπιμέλεια- από τα ίδια επιθετικά λόμπι «ενεργών μπαμπάδων» που υπαγόρευσαν την αρχική ρύθμιση του 2021, αποδεικνύει πως το οικογενειακό δίκαιο έχει μετατραπεί σε πεδίο ιδεολογικής ρεβάνς με θύματα τα ίδια τα παιδιά.
Οταν ο Κ. Τσιάρας παρουσίαζε τον νόμο της συνεπιμέλειας, χρησιμοποίησε την έννοια του «παιδοκεντρισμού» ως ένα βολικό επικοινωνιακό περιτύλιγμα αλλά στην πραγματικότητα ήρθε να αποδομήσει ένα από τα πιο προοδευτικά νομοθετήματα της Ευρώπης, τον εμβληματικό νόμο του 1983, ο οποίος έθετε ως απαράβατο κανόνα το εξατομικευμένο συμφέρον του παιδιού. Αντ’ αυτού, εισήχθη μια οριζόντια, σχεδόν μαθηματική προσέγγιση της «υποχρεωτικής συνεπιμέλειας» και του τεκμηρίου επικοινωνίας στο ένα τρίτο του χρόνου.
Πρόκειται για μια ρύθμιση που αγνοεί επιδεικτικά τις ιδιαιτερότητες κάθε οικογένειας και επιβάλλει τη συνεργασία εκεί που συχνά υπάρχει σύγκρουση, κακοποίηση ή παντελής ασυνεννοησία.
Η «συναινετική συνεπιμέλεια», η οποία αποτελεί την ιδανική εξέλιξη μετά από ένα διαζύγιο όταν υπάρχουν παιδιά, δεν έχει καμία σχέση με την «υποχρεωτική συνεπιμέλεια» που αντιμετωπίζει το παιδί ως αντικείμενο μετακίνησης.
Δεν είναι μυστικό ότι ο νόμος αυτός γεννήθηκε μέσα από τις έντονες πιέσεις οργανωμένων ομάδων που διεκδικούσαν «δικαιώματα» επί του παιδιού ως ιδιοκτησίας. Οπως προειδοποίησαν έγκαιρα οι ειδικοί εισηγητές του ΟΗΕ και η GREVIO του Συμβουλίου της Ευρώπης, το νέο αυτό πλαίσιο εκθέτει τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας σε έναν αυξημένο και συχνά αόρατο κίνδυνο. Η πιο προβληματική πτυχή της εφαρμογής του είναι η ποινικοποίηση της καταγγελίας κακοποίησης καθώς όταν μια μητέρα καταγγέλλει βία ή ασέλγεια και η υπόθεση δεν οδηγεί σε αμετάκλητη καταδίκη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, το σύστημα στρέφεται εκδικητικά εναντίον της, με την καταγγελία να βαφτίζεται αυθαίρετα «γονεϊκή αποξένωση» και με το παιδί να απομακρύνεται βίαια από τον ασφαλή γονέα για να παραδοθεί στον φερόμενο κακοποιητή.
Πέντε χρόνια μετά, το αποτέλεσμα του νόμου-έκτρωμα είναι να βλέπουμε βρέφη που θηλάζουν να αποχωρίζονται βίαια τις μητέρες τους και παιδιά να υποχρεούνται σε διανυκτερεύσεις με γονείς που τα ίδια έχουν καταγγείλει.
Η ψήφιση του νόμου είχε γίνει χωρίς ουσιαστικό διάλογο με τους θεσμικούς φορείς που επί δεκαετίες συμμετείχαν στη διαμόρφωση του οικογενειακού δικαίου. Η απουσία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων, η περιθωριοποίηση των γυναικείων οργανώσεων και η αγνόηση επιστημονικών επισημάνσεων δεν αποτέλεσαν τυχαία παραλείψεις, αλλά πολιτική επιλογή. Η κυβέρνηση επέλεξε να νομοθετήσει υπό την πίεση ενός οργανωμένου λόμπι, το οποίο, αξιοποιώντας την έννοια της «γονεϊκής ισότητας», κατόρθωσε να επιβάλει τη δική του ατζέντα ως δήθεν ουδέτερη μεταρρύθμιση.
Στο ίδιο πλαίσιο, η πρόσφατη διάταξη αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη πρακτική της αποσπασματικής νομοθέτησης, χωρίς διαβούλευση, χωρίς μεταβατικές προβλέψεις, ενταγμένης σε άσχετα νομοθετήματα.
Σήμερα, τα προβλήματα της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, που είχαν προβλεφθεί, αποτυπώνονται στην πράξη. Η εφαρμογή του νόμου έχει οδηγήσει σε αύξηση των δικαστικών συγκρούσεων, σε παράταση των αντιδικιών και σε καταστάσεις καθημερινής δυσλειτουργίας για τα παιδιά. Η υποχρέωση συναπόφασης για κρίσιμα ζητήματα υγείας, εκπαίδευσης και μετακίνησης έχει μετατραπεί, σε πολλές περιπτώσεις, σε εργαλείο άσκησης πίεσης και ελέγχου. Παράλληλα, η δυσκολία περιορισμού της επικοινωνίας χωρίς αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις έχει δημιουργήσει ένα επικίνδυνο κενό προστασίας σε περιβάλλοντα όπου υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις κακοποίησης.
Την ίδια στιγμή, η εκκωφαντική σιωπή της Πολιτείας για τη σοκαριστική διαρροή 70.000 αρχείων με ευαίσθητα δεδομένα κακοποιημένων παιδιών, που αποκάλυψε η δημοσιογραφική ομάδα The Manifold, καταδεικνύει το μέγεθος της υποκρισίας του κράτους που διατείνεται ότι κόπτεται για το συμφέρον του παιδιού, ενώ είναι το ίδιο που αφήνει απροστάτευτες τις ηχογραφημένες μαρτυρίες ανήλικων κακοποιημένων θυμάτων να κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο.

«Ο νόμος Τσιάρα άφησε εκτεθειμένα τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας»
Ιωάννα Στεντούμη, δικηγόρος
Αντί να καταργήσουμε έναν απαράδεκτο νόμο, εχθρικό για τα παιδιά, ασχολούμαστε με μία άσχετη τροπολογία επ’ αυτού. Τις τελευταίες ημέρες γίναμε μάρτυρες δύο φαινομενικά ασύνδετων, αλλά βαθύτατα αλληλένδετων επεισοδίων, που αποκαλύπτουν την πραγματική φύση της «παιδοκεντρικής» πολιτικής της κυβέρνησης: από τη μία, η πρωτοφανής διαρροή δικογραφίας -άρα υπό την ευθύνη της Εισαγγελίας- με 70.000 αρχεία με ευαίσθητα δεδομένα (κακοποιημένων) παιδιών και, από την άλλη, η «μάχη» για μια διάταξη που προϋπήρχε και που δεν εισφέρει καμία ουσιαστική αλλαγή στο έως τώρα καθεστώς, πέραν του ότι αποδεικνύει την προχειρότητα της νομοθέτησης εκ μέρους της κυβέρνησης στα ιδιαίτερα ευαίσθητα ζητήματα του οικογενειακού δικαίου. Η κ. Κεφαλογιάννη χρεώθηκε την τροποποίηση του άρθρου 1536 Α.Κ. και στοχοποιήθηκε από τα ίδια λόμπι πατεράδων που πιέζοντας (θεσμικά και εξωθεσμικά) οδήγησαν στην ψήφιση του οικογενειακού δικαίου του Τσιάρα, διαλύοντας το δικαίωμα γυναικών και παιδιών για μια ζωή με ασφάλεια.
Η κάκιστη πρακτική νομοθέτησης και η αντιδημοκρατική άσκηση πολιτικής βοούν τα τελευταία χρόνια από την παρούσα κυβέρνηση, ωστόσο η ταχύτητα και η ένταση με τις οποίες στοχοποιείται (γυναίκα) υπουργός για τα ζητήματα της από κοινού επιμέλειας, όπου ήδη έχει αναπτυχθεί δριμεία πολεμική, αποδεικνύουν τον βαθύτατο σεξισμό και μισογυνισμό τον οποίο αντιμετωπίζουμε και την ισχύ των ομάδων που οδήγησαν στην ψήφιση του ν. Τσιάρα. Διότι, βέβαια, ουδείς από όσους «σκίζουν τα ιμάτιά τους» για τον τρόπο νομοθέτησης, έχει συγκλονιστεί από τις φωτογραφικές ρυθμίσεις «ημετέρων» τα τελευταία χρόνια. Η δε σιωπή όσων διαμαρτύρονται για την εν λόγω τροπολογία, για τη χειρότερη ώς σήμερα διαρροή προσωπικών δεδομένων ανηλίκων είναι εκκωφαντικά σαφής για τις προτεραιότητες και τα κίνητρά τους.
Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα
Συγκεκριμένα, πριν από λίγες μέρες διέρρευσαν στο διαδίκτυο χιλιάδες αρχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα (διαρροή την οποία αποκάλυψε η δημοσιογραφική ομάδα The Manifold), μεταξύ των οποίων συνεδρίες και ηχογραφήσεις ανήλικων παιδιών που κατήγγειλαν κακοποίηση, τα οποία όφειλαν να είναι πλήρως προστατευμένα και ανωνυμοποιημένα από τις Αρχές, αλλά και να είχαν εν γένει συλλεγεί (αν είχε κριθεί αναγκαίο) και αποθηκευτεί διαφορετικά, στο πλαίσιο των αρχών της σκοπιμότητας και αναλογικότητας κατά τη συλλογή δεδομένων. Τα αρχεία ανέβηκαν στο facebook και ήταν δημοσίως προσβάσιμα για περίπου 24 ώρες. Ουδείς εκ της κυβέρνησης ασχολήθηκε με αυτό, ούτε και οι όψιμοι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των παιδιών επ’ αφορμή της τροπολογίας.
Οσον αφορά την τροπολογία, αυτή αφορά προσθήκη ακόμα μίας παραγράφου στο άρθρο 1536 Α.Κ., που ήδη προέβλεπε δυνατότητα μεταρρύθμισης της οριστικής απόφασης, εφόσον υπήρχαν νεότερα στοιχεία σχετικά με το συμφέρον του παιδιού. Δηλαδή, βασει του άρθρου 1536 Α.Κ. ως αυτό ίσχυε πριν από την τροπολογία, αν τα σχετικά περιστατικά προϋπήρχαν και είτε δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, είτε δεν τέθηκαν υπόψη του, είτε δεν αξιολογήθηκαν ορθώς απ’ αυτό, είτε άρχισαν μεταγενέστερα να επηρεάζουν το παιδί, η απόφαση μπορούσε να μεταρρυθμιστεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 Α.Κ., ενώ δεν απαιτούνταν να ασκηθεί προηγουμένως έφεση.
Δεν προέκυπτε ήδη από τη διάταξη αυτή ότι δεν έπρεπε η απόφαση να εκκρεμεί στο Εφετείο. Παράλληλα, εάν ένας γονέας δεν είναι ικανοποιημένος από την απόφαση του Πρωτοδικείου, δύναται να καταθέσει μαζί με την έφεσή του αίτηση αναστολής της απόφασης. Επομένως, η τροποποίηση αυτή, αν και προκάλεσε όλες αυτές τις δυσανάλογες αντιδράσεις, ιδίως από όσους/ες υπεραμύνονται του απαράδεκτου νόμου Τσιάρα, δεν επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές.
Προστασία των θυμάτων
Το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο νόμος, ιδίως δε η εφαρμογή του, που ανέδειξε το τεράστιο κενό στην προστασία των θυμάτων: δικαστικές αποφάσεις που εμμένουν στο γράμμα του νόμου για «υποχρεωτική επικοινωνία στο 1/3» και «συνεπιμέλεια», αγνοώντας ενδείξεις ή ακόμα και αποδείξεις ενδοοικογενειακής βίας, διαλύουν τις γυναίκες που έρχονται σε διαρκή επαφή με τον θύτη των εναντίον τους πράξεων, ενώ είναι τραυματικές για τα παιδιά που πρέπει υποχρεωτικά να πηγαίνουν στην ορισθείσα επικοινωνία, ακόμα και αν έχουν γίνει δευτερογενώς θύματα βίας -αν όχι και πρωτογενώς-, αλλιώς η επιμέλεια του προσώπου τους θα αφαιρεθεί από τη μητέρα και θα ανατεθεί στον κακοποιητή πατέρα. Ακόμα και χωρίς κάποια έως τότε μορφή βίας, πόσο είναι προς το συμφέρον των μικρών ιδίως παιδιών να αλλάζουν διαρκώς περιβάλλον; Μωρά μηνών που θηλάζουν, αλλάζουν περιβάλλον και δεν βλέπουν τη μητέρα τους κάθε μία βδομάδα ή και για έναν μήνα, η λεχώνα (απειλείται ότι θα/) αποχωρίζεται από το βρέφος και το βρέφος από τη μητέρα. Πατεράδες που αρνούνται ακόμα και τις θεραπείες του παιδιού τους χωρίς δικαστήριο, που αρνούνται την εγγραφή στο σχολείο χωρίς δικαστήριο, που αρνούνται ακόμα και να… ζυγίζει η μητέρα το παιδί χωρίς να είναι παρόντες… Αυτά τα βλέπει η κυβέρνηση που έφερε αυτόν τον νόμο;
Η εν λόγω τροπολογία δεν θεραπεύει τίποτα, πόσω μάλλον την κοινωνική καταστροφή που έφερε ο νόμος Τσιάρα. Αντίθετα, έχουμε δει ότι οι τροποποιήσεις και γενικά η συνέχεια της διαμάχης συχνά ασκούνται από τον ισχυρότερο οικονομικά γονέα, που μπορεί να εξουθενώσει ψυχικά και οικονομικά τον πιο αδύναμο, συνήθως τη μητέρα, σέρνοντάς την σε αλλεπάλληλα δικαστήρια μέχρι να «γονατίσει» – πρακτική που ακολουθείται και ως συνέχεια της ενδοοικογενειακής βίας.
Ο νόμος Τσιάρα άφησε εκτεθειμένα τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, με αποτέλεσμα συχνά να μην καταγγέλλουν από τον φόβο για τα παιδιά αλλά και για τη συνεχή επαφή με τον κακοποιητή, ακόμα και να φύγουν από την κακοποιητική σχέση. Βλέπουμε ότι ακόμα και για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, οι μητέρες τρέμουν να προχωρήσουν σε καταγγελία, ακόμα και όταν έχει τη μορφή αναφοράς προς διερεύνηση ενδείξεων, καθώς σε όλα τα υπόλοιπα προβλήματα ενός συστήματος εχθρικού στα θύματα, ανήλικα και ενήλικα, πλέον έρχεται να προστεθεί ότι αν η κακοποίηση του ανηλίκου που κατήγγειλε δεν αποδειχτεί -γνωρίζουμε από τη δικαστηριακή πρακτική πόσο δύσκολο είναι αυτό, ακόμα και για ενήλικα θύματα- η καταγγελία θεωρείται «υποβολιμαία» εκ μέρους της μητέρας και το ανήλικο αφαιρείται διά της βίας από τον γονέα που θεωρούσε ασφαλή και τοποθετείται στον γονέα που είχε καταγγείλει για κακοποίηση, κάποιες φορές με τη μεσολάβηση ενός ιδρύματος.
Το οικογενειακό δίκαιο οφείλει να αναμορφωθεί με τη συμμετοχή κοινωνικών φορέων που ασχολούνται με τα δικαιώματα των παιδιών και των κακοποιημένων γυναικών, με επιστημονικούς φορείς και διεθνείς οργανισμούς που έχουν αποτυπώσει σειρά εργαλείων για την προστασία από την κακοποίηση γυναικών και παιδιών, με σεβασμό στις σχετικές εισηγήσεις του ΟΗΕ και τις συστάσεις της GREVIO. Το παιδί του θύτη ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να γίνεται ακόμα ένα μέσο άσκησης ψυχολογικής βίας στη μητέρα, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας – όπως δηλαδή προβλέπεται από τον νόμο.

«Χρειάζεται πλαίσιο προστασίας που θα αποτρέπει σφοδρές αντιδικίες μεταξύ των συζύγων»
Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, πρόεδρος ΔΣΑ
Τα τελευταία χρόνια οι πολίτες, αλλά και εμείς οι δικηγόροι ως συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης, βιώνουμε συνεχείς αλλαγές στους Κώδικες με διαδικασίες-εξπρές που δεν συνάδουν με την αρχή της καλής νομοθέτησης.
Με πρόσφατη απόφαση στη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 2026, η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος εξέδωσε ανακοίνωση με αιχμηρή κριτική για την πρόσφατη τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 1536 του Αστικού Κώδικα.
Η Συντονιστική Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι Κώδικες αποτελούν θεμέλιο του νομικού συστήματος και θα πρέπει να παραμένουν σταθεροί και διαχρονικοί. Τονίζεται ότι κάθε αλλαγή οφείλει να γίνεται με φειδώ και ύστερα από πλήρη διαβούλευση.
Οι συχνές τροποποιήσεις επιφέρουν σοβαρές παθογένειες που απομακρύνουν το νομικό σύστημα από τις αρχές του κράτους δικαίου.
Σχετικά με τη συγκεκριμένη τροποποίηση του άρθρου 1536 Α.Κ., παρ. 2, η Συντονιστική Επιτροπή σημειώνει ότι δεν τηρήθηκαν οι κανόνες καλής νομοθέτησης. Οι σχετικές διατάξεις δεν τέθηκαν ποτέ σε δημόσια διαβούλευση και εντάχθηκαν σε άσχετο νομοσχέδιο, κατά παράβαση του Συντάγματος (άρθρο 75 παρ. 5). Επιπλέον, χαρακτηρίστηκαν ως επείγουσες χωρίς να συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο ήδη προσφέρει τα απαραίτητα εργαλεία προστασίας μέσω ασφαλιστικών μέτρων.
Η νέα ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 1536 Α.Κ., όπως εισήχθη με το άρθρο 109 του ν. 5264/2025, χαρακτηρίζεται από κακότεχνη διατύπωση και δημιουργεί ερωτήματα ως προς τη σκοπιμότητά της.
Παρά την ύπαρξη επαρκούς πλαισίου δικαστικής προστασίας, η απουσία μεταβατικών διατάξεων και το γεγονός ότι δεν επιλύεται κάποιο ουσιαστικό πρόβλημα προκαλούν έντονη ανησυχία. Αντίθετα, η δυνατότητα μεταρρύθμισης οριστικής απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση επιφέρει δικονομική σύγχυση, αυξάνει την ανασφάλεια δικαίου και δεν συμβάλλει στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης.
Ζητούν κατάργηση
Η Συντονιστική Επιτροπή καλεί την Πολιτεία σε άμεση κατάργηση της διάταξης, ενώ τονίζει ότι πριν από οποιαδήποτε αλλαγή στους Κώδικες θα πρέπει να συστήνεται νομοπαρασκευαστική επιτροπή και να προηγείται ουσιαστική διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς. Ειδικά η Ολομέλεια και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, ως θεσμοθετημένοι νομικοί αρωγοί και σύμβουλοι της Πολιτείας, πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία.
Πέραν όμως όσων αποφάσισε η Συντονιστική Επιτροπή, έχω την άποψη πως ήρθε η ώρα να καθίσουμε στο τραπέζι όλοι οι φορείς και η Πολιτεία και να ξαναδούμε τα ζητήματα του οικογενειακού δικαίου, με την ευαισθησία που αρμόζει απέναντι κυρίως στο μέλλον και στο συμφέρον των παιδιών.
Νομίζω πως θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο προστασίας που θα αποτρέπει τις γνωστές σφοδρές αντιδικίες μεταξύ των συζύγων, ένα πλαίσιο που θα προβάλλει ένα συναινετικό μοντέλο επίλυσης των οικογενειακών διαφορών. Χρειαζόμαστε υποστηρικτικές δομές, συμβουλευτική γονέων, ενίσχυση της διαμεσολάβησης στις οικογενειακές διαφορές, με μοναδικό γνώμονα τη διασφάλιση της ψυχικής ασφάλειας, της σταθερότητας και της ομαλής ανάπτυξης των παιδιών που βιώνουν τη διάσπαση της οικογένειας.

«Φτάσαμε στο σημείο να “ποινικοποιείται” στην πράξη η καταγγελία της κακοποίησης ενός παιδιού»
Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος, διευθυντής Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας – Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού
Η εισαγωγή των βασικών διατάξεων του νόμου Τσιάρα για τη συνεπιμέλεια είχε ως αποτέλεσμα μια πρόδηλη αδικία στον τρόπο εφαρμογής του οικογενειακού δικαίου στα συγκρουσιακά διαζύγια στη χώρα μας. Με τις βασικές διατάξεις του νόμου αυτού, ο πρωτεύων φροντιστής απέκτησε ένα σωρό υποχρεώσεις και περιορισμούς (που διευρύνθηκαν μετέπειτα περαιτέρω), ενώ ο δευτερεύων φροντιστής (αλλά και ο συγγενικός του περίγυρος) απέκτησε πλήθος δικαιωμάτων ελέγχου της ζωής του πρωτεύοντος φροντιστή των από κοινού αποκτηθέντων παιδιών. Με τον νόμο αυτό και άλλα ανάλογα μέτρα φτάσαμε, για παράδειγμα, στο να θεωρείται λόγος απομάκρυνσης παιδιών από τον πρωτεύοντα φροντιστή τους το γεγονός ότι το παιδί κατήγγειλε τον δευτερεύοντα φροντιστή ότι το κακοποιούσε, πλην όμως δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει την καταγγελία αυτή σε βαθμό που να προχωρήσει η ποινική δίωξη και να καταλήξει σε καταδίκη.
Κι αυτό, ενώ είναι γνωστό ότι, για εγγενείς λόγους, ένα σημαντικό ποσοστό των καταγγελιών παιδιών-θυμάτων για πραγματικά περιστατικά κακοποίησής τους δεν θα μπορέσει δυστυχώς, ούτως ή άλλως, να έχει επαρκή τεκμηρίωση ώστε να προχωρήσει η δικαστική δίωξη των φερόμενων δραστών. Φτάσαμε, δηλαδή, στο σημείο να «ποινικοποιείται» στην πράξη η καταγγελία της κακοποίησης ενός παιδιού.
Δεδομένων τούτων, οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία αναιρεί τη βασική «λογική» του νόμου Τσιάρα και αποκαθιστά την ισορροπία δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων ανάμεσα στον πρωτεύοντα και τον δευτερεύοντα φροντιστή παιδιών διαζευγμένων γονέων κρίνεται κοινωνικά ωφέλιμη. Υπό αυτήν την έννοια, η τροπολογία που συμπεριλήφθηκε στο τελευταίο νομοσχέδιο κινείται σε θετική, πλην όμως όχι επαρκή, κατεύθυνση.
Η εποχή απαιτεί όχι απλώς περιπτωσιολογικές -και ενδεχομένως εκκινούμενες από προσωπικά κίνητρα- μερικές ρυθμίσεις, αλλά, αντιθέτως, άμεση κατάργηση όλων των βασικών διατάξεων του νόμου και αντικατάστασή τους από σύγχρονες, ισορροπημένες και αποκαταστατικές διατάξεις.
Στην κατεύθυνση αυτή, καθώς διανύουμε ήδη περίοδο προεκλογικής προετοιμασίας των πολιτικών σχηματισμών, όλα τα κόμματα -ιδιαίτερα τα αντιπολιτευόμενα- θα πρέπει να πάρουν ξεκάθαρη θέση για το τι προτίθενται να πράξουν μετεκλογικά, χωρίς διγλωσσίες και ασάφειες.
www.efsyn.gr
❝ ετικέτες ❞ #ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΙΔΙΩΝ