Όταν φεύγουν από τη ζωή εμβληματικά πρόσωπα σαν τον «μπάρμπα Γιάννη» τον Φλώρο, και μάλιστα πλήρη ημερών, εκείνο που σου μένει ως αίσθηση είναι πως μια εποχή τελειώνει. Όταν ο Φλώρος γεννήθηκε, το 1926, η Ελλάδα κοίταζε ακόμη πώς να βολέψει τα εκατομμύρια των ξεριζωμένων προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής, που είχαν αποβιβαστεί βιαίως στη νέα τους χώρα, μέσα σε κλίμα ζόφου και πανικού. Ο εκλιπών -και η γενιά του- έμελε ακόμα να δουν παγκόσμιο πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο, ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις, χούντες, κυπριακή εισβολή, μεταπολίτευση, τον θρίαμβο του ΠΑΣΟΚ, την πτώση του ΠΑΣΟΚ, τα μεγαλεία της Ολυμπιάδας, την οικονομική μας χρεοκοπία… Ένας αιώνας γεμάτος ιστορία. Να συνεχίσω;
Η ιστορία όμως παίζει τα δικά της παιχνίδια. Σήμερα αποχαιρετάμε τον Γιάννη Φλώρο και την ίδια ακριβώς μέρα, σήμερα δηλαδή, χειροκροτούμε τον νέο αρχηγό του ΠΑΣΟΚ (υποθέτω -βάσει προγνωστικών- ότι θα είναι ο Ανδρουλάκης, γιατί το κείμενο εγράφη πριν κλείσουν οι κάλπες). Ο βασιλεύς απέθανε λοιπόν, ζήτω ο βασιλεύς.
Στέκομαι λίγο στο πρόσωπο του Φλώρου, όχι για να του κάνω καμιά αγιογραφία -δεν την χρειάζεται-, αλλά γιατί είναι μια ενδιαφέρουσα πολιτική περίπτωση. Χρόνια στο δημοσιογραφικό κουρμπέτι και το ρεπορτάζ παρακολουθούσα στενά τη δραστηριότητά του. Πρώτα – πρώτα δεν θυμάμαι ποτέ τον Φλώρο να… βγάζει λόγο. Σπάνιο πράγμα για πολιτικό, αλλά… «δεν το ’χε». Δεν γοήτευε τα πλήθη εκείνη η χαμηλή σε τόνους μελιστάλαχτη και μακρόσυρτη φωνούλα του. Κι όταν καμιά φορά πιεζόταν να το κάνει και ανέβαινε στο βήμα, οι συνεργάτες του από κάτω… τραβούσαν τα μαλλιά τους. Κι όμως! Την επομένη Κυριακή στις κάλπες, ο Φλώρος… σάρωνε. Βασικά, δεν τον θυμάμαι ποτέ να έχει χάσει εκλογές, με εξαίρεση ίσως την κάθοδό του στον Δήμο Λαρισαίων, σε αρκετά προχωρημένη ηλικία. Γιατί, βέβαια, ο Φλώρος τις εκλογές τις είχε κερδισμένες… πριν καλά – καλά αυτές προκηρυχτούν. Τον πλησίαζες και σηκωνόταν όρθιος να σε χαιρετίσει. Δεν πάει να ’σουνα, τσοπάνης ή ακαδημαϊκός, αγρότης, επαγγελματίας ή δημόσιος υπάλληλος, χωριάτης ή αστός… Δεν πάει να ’σουνα ακόμη και ένας νεαρός, ένας αναιδής, ξερόλας φοιτητάκος, ο κυρ Γιάννης, αυτός ο μύθος της τοπικής πολιτικής σκηνής, θα σηκωνόταν και πάλι από την καρέκλα του για να σου δώσει το χέρι.
– Τι κάν’ς χρυσούτσκου μ’; Στο σπίτι όλοι καλά;
Και αυτή η κίνηση γινόταν τόσο φυσικά, τόσο ανυπόκριτα, ώστε να αισθάνεσαι πως είσαι άνθρωπος, όχι κανένα ζώο, όχι πελάτης και αναλώσιμος ψηφοφόρος, όπως σε μεταχειρίζονταν άλλα βουλευτικά γραφεία. Πως είσαι ο γείτονας της διπλανής πόρτας και συνάντησες το πρωί τον κυρ Γιάννη στον δρόμο και αντάλλαξες δυο ανθρωπινές κουβέντες μαζί του. Κι έτσι απλά πήγαινες και… τον ψήφιζες.
Κάπως έτσι ο Φλώρος κατέληξε να είναι το… «Βατερλώ» των επικοινωνιολόγων, αφού είχε καταργήσει κάθε συνταγή πολιτικής επικοινωνίας… Θυμάμαι πως, όταν το ΠΑΣΟΚ τον κατέβασε για νομάρχη, ένας πολιτικός του αντίπαλος με πλησίασε και με ρώτησε τι θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να κάνει -επικοινωνιακά- για να τον αντιμετωπίσει και πού να εστιάσει την κριτική του. Είναι -μου είπε μεγάλος σε ηλικία, δεν έχει κανένα ιδιαίτερο Πρόγραμμα για τον νομό, δεν έχει νέες ιδέες, δεν θα είναι αποτελεσματικός κ.λπ., κ.λπ.
Του είπα μια γενική γνώμη, αλλά βαθιά μέσα μου σκεφτόμουνα πως… ματαιοπονεί. Ήθελα να του πω, άστα ρε φιλαράκι, τσάμπα θα μπεις σε κόπο και έξοδα. Ποια ηλικία, ποια προγράμματα, ποιες ιδέες και ποια αποτελεσματικότητα. Σκοτίστηκε ο ψηφοφόρος για όλα αυτά. Εδώ ο άλλος -ο Φλώρος- κατείχε στα χέρια του το υπερόπλο της… ευγένειας. Ήξερε εκ του φυσικού του να πλησιάζει ανθρώπους και με μια κουβέντα να τους γλυκαίνει την καρδιά. Παίζονταν όλα αυτά; Οι άνθρωποι είμαστε κατά βάση όντα αδύναμα, φοβισμένα και ανασφαλή απέναντι στην εξουσία. Μικρό πράγμα είναι να ’χεις έναν στοργικό και ταπεινό άνθρωπο μαζί σου, αντί για όλη αυτήν την ξινή, απαίδευτη και αυθάδη τσογλαναρία που συχνά κατσικώνεται στην εξουσία και απλά σε χρησιμοποιεί για να κάνει τη δουλειά της;
Όχι, κάν’ το εικόνα. Από τη μία ο «μπάρμπα Γιάννης», προσωνύμιο που του αποδόθηκε απ’ τον κόσμο και που παραπέμπει στην οικειότητα που σου προκαλούσε. Κι απ’ την άλλη πολιτικοί τύπου Βαρουφάκη, που μόνο… λοφίο δεν είχαν φορέσει από τον κομπασμό και το καμάρι σαν κάθισαν σε υπουργική καρέκλα. Βάλε τα συν, βγάλε τα πλην και κάνε λογαριασμό. Και θα καταλάβεις.
Ο Φλώρος έφυγε. Κι όταν ένας πολιτικός φεύγει, αυτό που μένει δεν είναι τόσο τα έργα του. Κανείς δεν θα θυμάται τον Γιάννη Φλώρο, αν ως υπουργός Υγείας έφτιαξε ένα Κέντρο Υγείας παραπάνω ή αν ως νομάρχης πέτυχε να κατασκευαστούν πέντε δρόμοι και δυο γιοφύρια ακόμα. Αυτοί που θα πάνε να του ανάψουν σήμερα κεράκι, αυτοί που καμιά φορά θα τον μνημονεύουν, θα θυμούνται ίσως ότι ο «μπάρμπα Γιάννης» τούς μετέθεσε το παιδί που ήταν φανταράκος στον Έβρο και τον είχαν ξεχάσει εκεί, ότι τους βοήθησε να πάρουν ρεύμα στην παράγκα -παύλα «εξοχικό»- στα Μεσάγγαλα και πως όταν δεν τα κατάφερνε σε κάτι απολογούταν με πειστικότητα.
«-Τι να σε κάνω Κωστάκη μου; Μιλήσαμε με τον Υπουργό, αλλά δεν μ’ άκουσαν. Τους ζήτησα να το φέρουν το κορίτσι δασκάλα στη Λάρισα, αλλά με κορόιδεψαν».
Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε που όλες αυτές τις μικρές εξυπηρετήσεις, τις οποίες έκαναν οι βουλευτές της επαρχίας στους ψηφοφόρους τους, τις ονομάζαμε απαξιωτικά «ρουσφέτια». Ξεχνώντας ίσως πως τα περισσότερα από αυτά δεν ήταν παρά μικροανάγκες της ζωής που ταλαιπωρούσαν ασήμαντα και ταπεινά ανθρωπάκια, αποκλεισμένα από τους μηχανισμούς του κράτους και της εξουσίας χωρίς καμιά πιθανότητα εξυπηρέτησης ακόμη και δικαίων αιτημάτων.
Κάπου εκεί βρέθηκαν οι Φλώροι. Άνοιξαν μια μεγάλη αγκαλιά και τους χώρεσαν όλους μέσα…
ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΕΣΗΣ
Η ευγένεια στην πολιτική… (Περίπτωση Γιάννη Φλώρου)