Η εξαγγελία της κυβέρνησης για την ίδρυση των «Ελεύθερων Πανεπιστημίων» συνιστά αναμφίβολα την θέσπιση – από την πίσω πόρτα – των ιδιωτικών ΑΕΙ. Θα έλεγα ότι δεν με εκπλήσσει η επαναλαμβανόμενη παραβίαση του Συντάγματος της χώρας μας, το οποίο στο άρθρο 16, παράγραφο 5 σαφώς προβλέπει ότι «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση…» και παρακάτω στην παράγραφο 8: «H σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται». Πέρα όμως από την θεσμική εκτροπή, ας δούμε από πιο κοντά την ουσία των κυβερνητικών επιλογών.
Εδώ και κάποια χρόνια τα Πανεπιστήμια της χώρας έχουν υποστεί τις συνέπειες της οικονομικής συρρίκνωσής τους, αλλά και της αδικαιολόγητης δυσφήμισής τους. Και αν η οικονομική ένδεια μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στην διαρκούσα κρίση η οποία συνεχίζει να ταλαιπωρεί τη χώρα μας, η δυσφήμιση των ελληνικών ΑΕΙ από θεσμικούς παράγοντες έχει μία και μόνη εξήγηση: την απαξίωση του Πανεπιστημίου στα μάτια της κοινής γνώμης και τον προσανατολισμό των νέων στην ιδιωτική εκπαίδευση.
Η διμέτωπη αυτή στρατηγική έχει μέχρι σήμερα χρησιμοποιήσει πολλές μεθόδους: ξεκινώντας από τον οικονομικό «στραγγαλισμό» των ΑΕΙ, την αποψίλωσή τους από διδακτικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό, έως την επιβολή μιας απίστευτης γραφειοκρατίας, η οποία έχει παραλύσει το ανθρώπινο δυναμικό των Πανεπιστημίων λόγω του υπερβολικού φόρτου δουλειάς. Σ’ αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε την κατασυκοφάντηση των Ιδρυμάτων και τη δημιουργία της εντύπωσης ότι αυτά αποτελούν εστίες παραβατικής και εγκληματικής δραστηριότητας.
Την ίδια στιγμή διαφημίζεται από την κυβέρνηση το «ποιοτικό πλεονέκτημα» των κολεγίων και των παραρτημάτων ξένων Πανεπιστημίων, ενώ διευκολύνεται και η ανάπτυξή τους με την θέσπιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων τους. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής τα εισπράττει ήδη το Δημόσιο Πανεπιστήμιο, με την αφαίμαξη των Τμημάτων του από φοιτητές, την οικονομική δυσπραγία, τη γήρανση του προσωπικού αλλά και του εξοπλισμού και την δραματική πτώση του επιπέδου της εργασιακής ικανοποίησης των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας. Η τελευταία έχει αναζητήσει διέξοδο σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, όπως θα υπέθετε κανείς, αλλά κυρίως για τις ευνοϊκότερες συνθήκες για έρευνα και διδασκαλία.
Παρόλα αυτά το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο αντιστέκεται, προσφέροντας μέχρι σήμερα ποιοτικά προγράμματα σπουδών και διατηρώντας την εκπαίδευση των αποφοίτων του σε υψηλά επίπεδα. Απόδειξη αποτελεί η επιτυχία τους στις μεταπτυχιακές σπουδές που επιχειρούν στο εξωτερικό, αλλά και η αναγνώριση των επαγγελματικών ικανοτήτων τους όταν αναζητούν εργασία έξω από την Ελλάδα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχουν γίνει στρατηγικά λάθη στην ανάπτυξη της Ανώτατης Εκπαίδευσης στη χώρα μας. Η αδικαιολόγητη διόγκωση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, η ίδρυση Τμημάτων χωρίς σαφές γνωστικό αντικείμενο, η γεωγραφική διασπορά των ακαδημαϊκών μονάδων είναι μόνο κάποια από τα «κακώς κείμενα» της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης.
Αντί όμως να προσπαθήσουμε να θεραπεύσουμε τις αδυναμίες και να ενισχύσουμε αυτό που έχουμε, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η λύση είναι η ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Η απόφαση αυτή προσκρούει σε μία σειρά, τόσο ηθικών όσο και ουσιαστικών θεμάτων, τα οποία υπονομεύουν τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους μας, διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες και «στραγγαλίζουν» τα Δημόσια Πανεπιστήμια, ιδίως τα περιφερειακά. Καθιστούν τη γνώση εμπορεύσιμο προϊόν και σε συνδυασμό με την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής αποκλείουν τους μαθητές των λαϊκών στρωμάτων οι οποίοι δεν θα έχουν ουσιαστικά το δικαίωμα πρόσβασης στην Ανώτατη Εκπαίδευση.
Υπενθυμίζουμε ότι από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της δεκαετίας του ’60 το ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο λειτούργησε ως φορέας κοινωνικής κινητικότητας και δικαιοσύνης, αμβλύνοντας τις ανισότητες και παρέχοντας ποιοτική εκπαίδευση σε νέους των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων, οι οποίοι με τις σπουδές τους βελτίωσαν τη ζωή τους σε σχέση με αυτό που προοιωνίζονταν η κοινωνική καταγωγή τους. Παραδόξως, σήμερα η ανώτατη εκπαίδευση είναι πιο ταξική από ποτέ και οι ανισότητες αντανακλώνται στο κύρος των πανεπιστημιακών Τμημάτων στα οποία εισάγονται οι υποψήφιοι.
Το ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν έχει να φοβηθεί τίποτα στη σύγκρισή του με τα ιδιωτικά ΑΕΙ. Ήδη σήμερα, παρά τα όποια προβλήματα, η ποιοτική σύγκριση μεταξύ των Δημόσιων Πανεπιστημίων και των πάσης φύσεως κολεγίων και παραρτημάτων ξένων Ιδρυμάτων προκρίνει σαφώς τη δημόσια εκπαίδευση. Είναι αμφίβολο ότι θα δούμε στη χώρα μας την ίδρυση παραρτημάτων κορυφαίων διεθνών Πανεπιστημίων. Θα περιοριστούμε στα «Πανεπιστήμια της πολυκατοικίας», τα οποία θα πωλούν πτυχία μέσα σ’ ένα φανταχτερό περιτύλιγμα, τα οποία δεν θα πιστοποιούν ουσιαστικές γνώσεις και δεξιότητες. Αντίθετα, τα Δημόσια Πανεπιστήμια έχουν ήδη συνάψει σχέσεις συνεργασίας με κορυφαία Πανεπιστήμια του εξωτερικού, τόσο στο επίπεδο των μεταπτυχιακών σπουδών όσο και της έρευνας. Διαρκώς αυξάνεται ο αριθμός των διδακτορικών με συνεπίβλεψη, ενώ Έλληνες πανεπιστημιακοί συμμετέχουν με επιτυχία σε διεθνείς ερευνητικές ομάδες.
Αν λοιπόν το μέλημα της κυβέρνησης ήταν η ποιοτική αναβάθμιση των πανεπιστημιακών σπουδών στη χώρα μας οι λύσεις θα ήταν σχετικά απλές:
• Οικονομική ενίσχυση του Δημόσιου Πανεπιστημίου
• Θέσπιση πραγματικού αυτοδιοίκητου
• Ενδυνάμωση των ΑΕΙ σε ανθρώπινο δυναμικό
• Εξορθολογισμός των ΑΕΙ με κατάργηση Τμημάτων με «φαντεζί» προγράμματα σπουδών
• Ενίσχυση της έρευνας, ιδίως της εφαρμοσμένης
• Συνένωση Τμημάτων με συναφές γνωστικό αντικείμενο και δημιουργία κατευθύνσεων ειδίκευσης
• Υποστήριξη των υποδομών των ΑΕΙ
• Περιορισμός της γραφειοκρατίας
• Ενίσχυση της φοιτητικής μέριμνας
• Υποστήριξη της διεθνοποίησης των ΑΕΙ
Αν πετυχαίναμε κάποια μόνο από τα παραπάνω, η ποιοτική αναβάθμιση των ελληνικών Πανεπιστημίων θα έβαζε σε σκέψεις όσους επιθυμούν να κερδοσκοπήσουν πάνω στο πτώμα της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Γιατί δεν θα πρέπει να γελιόμαστε, η επιχείρηση «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» έχει σαφές κερδοσκοπικό ζητούμενο. Τα σοβαρά ιδιωτικά Πανεπιστήμια του εξωτερικού είναι μη κερδοσκοπικά, πράγμα που σημαίνει ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί. Έχουν ευρύτατα και γενναιόδωρα προγράμματα υποτροφιών. Επιζητούν δωρεές και χορηγούς για να λειτουργήσουν ενώ παράλληλα χρηματοδοτούν πλουσιοπάροχα την επιστημονική έρευνα. Επενδύουν σε σοβαρές υποδομές. Παρέχουν ουσιαστικές διευκολύνσεις στο επιστημονικό προσωπικό τους. Σε τι απ’ όλα αυτά τους μοιάζουν τα «μαγαζάκια» που θέλει να θεσπίσει η κυβέρνηση;
Ιδιωτικά Πανεπιστήμια λοιπόν! Ας παρακάμψουμε το Σύνταγμα, το οποίο έτσι κι αλλιώς η κυβέρνηση το έχει κάνει «κουρελού» και ας δούμε τις ελάχιστες προϋποθέσεις για τη λειτουργία τους:
• Μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας τους, με ισοσκελισμένους ισολογισμούς
• Τακτικός έλεγχος της οικονομικής δραστηριότητας από ορκωτούς λογιστές
• Ιδιόκτητες υποδομές, επαρκείς για τη λειτουργία τους
• Υποχρεωτική ίδρυση Ιατρικής ή/και Πολυτεχνικής Σχολής, με όλα τα απαιτούμενα Εργαστήρια, υποδομές και βεβαίως προσωπικό
• Ελάχιστος λόγος καθηγητών/φοιτητών σύμφωνα με τα στάνταρτ της ΕΕ
• Διευρυμένο σύστημα υποτροφιών σε ποσοστό που θα ορίσει το Κράτος
• Διεξαγωγή πραγματικής έρευνας η οποία και θα αξιολογείται
• Αδιάβλητο σύστημα εκλογής μελών ΔΕΠ, στων οποίων τα εκλεκτορικά θα συμμετέχει και καθορισμένος αριθμός Καθηγητών του Δημόσιου Πανεπιστημίου
• Αμοιβές των μελών ΔΕΠ και του λοιπού προσωπικού τουλάχιστον στο ύψος του Δημόσιου Πανεπιστημίου
• Ελάχιστη βάση εισαγωγής των φοιτητών, η οποία θα διαμορφώνεται σε σχέση με τις βάσεις εισαγωγής στα Δημόσια ΑΕΙ. Όσοι υποψήφιοι δεν συμμετέχουν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις θα πρέπει να έχουν συγκεκριμένο βαθμό απολυτηρίου Λυκείου
• Ανά διετία – τουλάχιστον – αξιολόγηση από την ΕΘΑΑΕ
• Καμία κρατική επιχορήγηση ή βοήθεια
Ας ικανοποιήσουν λοιπόν τα παραπάνω κριτήρια και τότε, με γεια τους και χαρά τους, ας τα ιδρύσουν τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Θα τολμήσει κανείς;
❝ ετικέτες ❞ #ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ