Ο λουδοβικισμός και η βαθιά νεοφιλελεύθερη αντίληψη ότι οι ανισότητες είναι φυσικό φαινόμενο έχουν όριο. Και αυτό το όριο έχει πλέον ξεπεραστεί.
Το χειρότερο για μια χώρα σε κρίση και μια κοινωνία σε απόγνωση δεν είναι μια ανίκανη κυβέρνηση αλλά μια κυβέρνηση που ζει σε άλλη πραγματικότητα από τους πολίτες. Αλήθεια, πόσα μπορούν να περιμένουν τα νοικοκυριά που δεν βγάζουν τον μήνα ή οι μικρομεσαίοι που νιώθουν τη θηλιά να σφίγγει από έναν πρωθυπουργό που θεωρεί πως η Ελλάδα παρέχει “καταπληκτική ποιότητα ζωής”;
Ποια προοπτική προσφέρει και ποια ασφάλεια διασφαλίζει στους πολίτες ένας πρωθυπουργός που ζει σε μια άλλη χώρα; Σε μια χώρα που δεν την αγγίζει η ακρίβεια η οποία ματώνει τα νοικοκυριά, σε σπίτια που κάνουν περικοπές σε είδη πρώτης ανάγκης για να πληρώσουν τον λογαριασμό του ρεύματος.
Πώς μπορεί να κατανοήσει και συνεπώς να καλύψει τις ανάγκες της πλειοψηφίας μια κυβέρνηση της οποίας οι υπουργοί θεωρούν πως οι πιο αδύναμοι δεν επηρεάζονται από την ακρίβεια στα τρόφιμα και στα καύσιμα γιατί… οι φτωχοί δεν οδηγούν αμάξια και τρώνε όσπρια;
Ούτε θέλουν ούτε ενδιαφέρονται, μα, κυρίως, ούτε μπορούν να δώσουν λύση στα προβλήματα των πολιτών και των μικρομεσαίων. Ο λουδοβικισμός και η βαθιά νεοφιλελεύθερη αντίληψη ότι οι ανισότητες είναι φυσικό φαινόμενο έχουν όριο. Και αυτό το όριο έχει πλέον ξεπεραστεί.
Η δημοκρατική λειτουργία και η περιβόητη “κανονικότητα” εδράζονται στη συναίνεση και στο κοινωνικό συμβόλαιο το οποίο έχει πια διαρραγεί. Η απόγνωση και η οργή βράζουν, μια νέα συνθήκη αρχίζει πια να αποκρυσταλλώνεται. Η θερμή υποδοχή του Τσίπρα στη Νίκαια, σε αντιπαραβολή με τα ΜΑΤ που απώθησαν τους πολίτες στην επίσκεψη Μητσοτάκη την Εύβοια τον Δεκέμβριο, είναι εικόνες δυο διαφορετικών κόσμων.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Τα σενάρια εκ Βρυξελλών για κυβέρνηση τεχνοκρατών που θα διαχειριστούν τους πόρους του ταμείου ανάκαμψης φανερώνουν την έλλειψη εμπιστοσύνης στον Κυριάκο Μητσοτάκη και το σύστημα εκτεταμένης διαφθοράς και εξυπηρετήσεων. Από την άλλη, ωστόσο, ανασύρουν δοκιμασμένες και αποτυχημένες συνταγές του παρελθόντος που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές.
Μόνη λύση, η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Μόνη διέξοδος, η πολιτική αλλαγή.