Πέτρος Κατσάκος

Η ανυπαρξία σχεδιασμού και η έλλειψη προσωπικού και μέσων ήταν η απόλυτη διάψευση όσων ο πρωθυπουργός παρουσίασε ως κοσμογονία στη αντιμετώπιση των πυρκαγιών

Οι φλόγες που ανεξέλεγκτα σαρώνουν και κατακαίνε τη χώρα έχουν κάνει ήδη στάχτη τη δήθεν αντιπυρική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, καθώς οι υποσχέσεις και οι διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού για σχέδια και πυροσβεστικά μέσα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια επικοινωνιακού τύπου προετοιμασία άνευ περιεχομένου, που «κάηκε» κι αυτή μαζί με τα χρήματα που δαπανήθηκαν, αλλά ποτέ δεν έφτασαν εκεί που έπρεπε.

Η ανυπαρξία σχεδιασμού, η επί του πεδίου έλλειψη επαρκούς αλλά και εξειδικευμένου προσωπικού σε συνδυασμό με τα πεπαλαιωμένα πτητικά μέσα ήταν η απόλυτη διάψευση όσων με στόμφο ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε στις 7 Ιουλίου ως κοσμογονία στην αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Αποτέλεσμα της τραγικής αυτής διάψευσης είναι το γεγονός ότι σήμερα έχουμε ήδη ξεπεράσει τα 1.200.000 στρέμματα καμένης γης για το 2023, μέγεθος τρεις φορές πάνω από τον αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. Στοιχείο αδιάψευστο, που μαρτυρά την κραυγαλέα ανικανότητα του κατ’ ευφημισμόν επιτελικού κράτους να προσαρμοστεί στις επιβεβλημένες ανάγκες που η κλιματική κρίση επιβάλλει. Ένα κράτος ανέτοιμο, ανοργάνωτο και ανίκανο να σχεδιάσει και να προωθήσει ένα εθνικό πλάνο ώστε να αντιμετωπίσει και να αποτρέψει μια προδιαγεγραμμένη περιβαλλοντική καταστροφή. Ένα κράτος, που χρησιμοποιεί την κλιματική κρίση ως βολικό άλλοθι για μια καταστροφή με δεκάδες απώλειες ανθρώπινων ζωών και ανυπολόγιστη ζημιά στη χλωρίδα και στην πανίδα της χώρας. Αλλά η κλιματική κρίση δεν είναι αυτή που βάζει φωτιές στα δάση. Μόνο την τελευταία εβδομάδα έχουν καεί περισσότερα από 500.000 στρέμματα και, όπως όλα δείχνουν, η καταστροφή θα ξεπεράσει κατά πολύ αυτήν του 2021, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη να είναι αυτή που παραδίδει και παραλαμβάνει καμένη γη. Κυβέρνηση, που λειτουργεί σαν να μην έχει κανείς διδαχθεί τίποτε από τις πυρκαγιές του πρόσφατου παρελθόντος, του 2007, του 2018 και του 2021. Την ίδια στιγμή το Πυροσβεστικό Σώμα μετράει σχεδόν 4.500 κενά και η απορρόφηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης που αφορούν το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης είναι στο 0,5%.

Δασοπροστασία
Screenshot

Παντελής έλλειψη πολιτικής προστασίας των δασών

Με δεδομένα τα μέχρι σήμερα στοιχεία για το μέγεθος της καταστροφής, θέσαμε το θέμα της πασιφανούς έλλειψης προστασίας του δασικού πλούτου της χώρας στον δασολόγο Γιώργο Καρέτσο, ο οποίος, ανοίγοντας τη συζήτηση, μας εξήγησε πως ήδη «από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έκαναν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους πολιτικές διαθέσεις που αποσκοπούσαν στην αποδυνάμωση της συνταγματικής προστασίας των δασών, πολιτικές που πήραν σάρκα και οστά με συνεχείς προσπάθειες τροποποίησης των σχετικών άρθρων του συντάγματος, αφού τη δεκαετία του ’80 κυριάρχησε η λογική πως η προστασία των δασών αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη». Μια λογική, που εξακολουθεί να διατρέχει ως σήμερα ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτικού μας συστήματος, το οποίο, καλυπτόμενο πίσω από μια οικονομίστικη αντίληψη, σύμφωνα με τον Γ. Καρέτσο, «δεν βλέπει καμία προσφορά υπηρεσίας των δασών εφόσον αυτές δεν αποτιμούνται λογιστικά στο ΑΕΠ της χώρας και άρα δεν αξίζουν και να δαπανώνται χρήματα για την προστασία τους». Λογική, που διατυπώθηκε με τον πλέον κυνικό τρόπο πριν λίγα χρόνια από τον Άδωνη Γεωργιάδη, όταν αυτός εξηγούσε πως δεν καταλαβαίνει για ποιον λόγο οι κάτοικοι (της Κέρκυρας) να προτιμούν να βλέπουν ένα παρθένο δάσος, αντί για ένα δάσος μέσα στο οποίο θα γίνουν επενδύσεις που θα προσφέρουν θέσεις εργασίας και δημοτικά τέλη.

Και η αλήθεια είναι πως η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με τους νόμους των τελευταίων ετών κουρέλιασε, σύμφωνα με τον Γ. Καρέτσο, τη συνταγματική προστασία των δασών, ανοίγοντας τον δρόμο για την εισβολή κάθε είδους επιχειρηματικής δραστηριότητας εντός των δασικών εκτάσεων της χώρας, που βρίσκονται σήμερα εντελώς απροστάτευτες όχι μόνο απέναντι στις πυρκαγιές, αλλά και σε κάθε μορφή οικονομικής εκμετάλλευσης.

Χωρίς Δασική Υπηρεσία και χωρίς διαχειριστικές μελέτες δεν υπάρχει σωτηρία

«Από τη στιγμή που τα δάση έχουν πάψει να συνδέονται με τις παραδοσιακές οικονομικές δραστηριότητες του παρελθόντος, όπως η υλοτομία και το εμπόριο ξυλείας, και δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως μεγέθη ικανά να αποφέρουν κέρδος, αναπόφευκτα οι δαπάνες της Πολιτείας για την προστασία τους ολοένα και μειώνονται» επισημαίνει ο Γ. Καρέτσος, εξηγώντας πως «η Δασική Υπηρεσία από το 1984 και μετά έχει εγκαταλειφθεί πλήρως. Έχουν συνταξιοδοτηθεί οι παλιοί, έμπειροι υπάλληλοι, ενώ δεν δίνονται χρήματα για νέες προσλήψεις. Είχε εξαγγελθεί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ η πρόσληψη 600 δασικών υπαλλήλων, η οποία όμως δεν πρόλαβε να υλοποιηθεί. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υποσχέθηκε ότι θα προχωρήσει σε προσλήψεις, αλλά δεν έχει γίνει κάτι, με αποτέλεσμα οι Δασικές Υπηρεσίες να υπολειτουργούν και να μην είναι καθόλου αποτελεσματικές». Και πως να είναι αποτελεσματικές όταν για την υλοποίηση του προγράμματος δασοπροστασίας για το 2023 το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας διέθεσε το ποσό των 5.987.200 ευρώ, επιβεβαιώνοντας τον Γ. Καρέτσο που υποστηρίζει ότι είναι «πολιτική επιλογή η αποδυνάμωση και η υποστελέχωση της Δασικής Υπηρεσίας, η οποία χρηματοδοτείται πλέον μόνο για τους μισθούς όσων υπαλλήλων της έχουν απομείνει».

Ακόμα πιο ενδεικτική της ελλιπούς δασοπροστασίας είναι η κατανομή των διατιθέμενων πιστώσεων του αρμόδιου υπουργείου ανά Περιφερειακή Ενότητα, καθώς για την Αττική το ποσό ήταν μόνο 475.829 ευρώ, ενώ για τον Έβρο 147.755 ευρώ. Παράλληλα με την υποχρηματοδότηση των Δασικών Υπηρεσιών ο Γ. Καρέτσος εντοπίζει ακόμα ένα αδύναμο σημείο στη δασοπροστασία και αυτό αφορά την έλλειψη διαχειριστικών μελετών, μιας και, όπως τονίζει με έμφαση, «τα δάση θωρακίζονται με τη διαχείρισή τους και ειδικά ο χώρος των πεδινών δασών, των παραλιακών δασών (από το ύψος της θάλασσας μέχρι τα 400 μέτρα) που είναι σχεδόν όλος εκτός διαχείρισης».

Το πόρισμα Γκολντάμερ και η ευκαιρία που χάθηκε

Στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες οι πυρκαγιές αντιμετωπίζονται με τη μονομερή προσήλωση των κυβερνήσεων στην καταστολή. Η μοναδική κίνηση που σημειώθηκε ως προς την κατεύθυνση στον τομέα της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών αποτέλεσε, σύμφωνα με τον Γ. Καρέτσο, το πόρισμα Γκολντάμερ, το οποίο, παρότι έγινε από ανθρώπους που ήταν οι πλέον ειδικοί στη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και μας εξήγησαν με επιστημονικό τρόπο ότι το 70% των κονδυλίων πρέπει να κατευθύνεται στην πρόληψη των πυρκαγιών και το υπόλοιπο 30% στην καταστολή, δεν έτυχε της απαιτούμενης προσοχής από την κυβέρνηση, που επιμένει να δίνει χρήματα με τον ακριβώς αντίστροφο τρόπο. «Θα πρέπει επιτέλους τα απαραίτητα κονδύλια να δοθούν στην πρόληψη και η Δασική Υπηρεσία να ασχοληθεί με το επίσημο και βασικό της αντικείμενο που είναι η διαχείριση των δασών» εξηγεί ο Γ. Καρέτσος, επαναλαμβάνοντας πως «δάσος χωρίς διαχείριση είναι δάσος απροστάτευτο στις πυρκαγιές». Και το τι σημαίνει απροστάτευτο δάσος το βλέπουμε κάθε καλοκαίρι, με το πρόβλημα να γίνεται ολοένα και πιο έντονο, καθώς οι πυρκαγιές, με βάση τα επιστημονικά δεδομένα για την επίδραση της κλιματικής κρίσης, θα γίνονται ολοένα και δριμύτερες. Μόνο που απέναντι στον επερχόμενο κίνδυνο, που το επόμενο καλοκαίρι θα απειλήσει να κάψει ό,τι σωθεί φέτος, δεν μπορεί να έχουμε μια κυβέρνηση η οποία με αποσπασματικά μέτρα και πολιτικές που στοχεύουν στην επικοινωνιακή συγκάλυψη των ελλείψεων σε βασικούς τομείς όχι μόνο της πρόληψης, αλλά ακόμα και αυτής της καταστολής αρνείται να προσαρμοστεί στις επιτακτικές ανάγκες της εποχής.

Οι συνθήκες απαιτούν έναν νέο και σύγχρονο μηχανισμό δασοπροστασίας, μια εντελώς διαφορετική κατανομή των πόρων, των μέσων και του ανθρώπινου δυναμικού μεταξύ πρόληψης και καταστολής, και, φυσικά, ένα αυστηρό μοντέλο ουσιαστικής διαχείρισης των οικοσυστημάτων με τα οποία η φύση έχει προικίσει τη χώρα. Τόσο οι επιστημονικοί φορείς όσο και το σύνολο των περιβαλλοντικών οργανώσεων συγκλίνουν στην ανάγκη χάραξης μιας εθνικής στρατηγικής για τη δασοπυροπροστασία, μιας στρατηγικής προσαρμοσμένης στα δεδομένα της κλιματικής κρίσης, που κάνει τα δάση πιο ευάλωτα και ακόμα πιο πολύτιμα. «Ό,τι χάνουμε σήμερα θα χρειαστούν από 30 έως και 50 χρόνια για να το αποκτήσουμε ξανά» λέει ο Γ. Καρέτσος, υπενθυμίζοντας πως ούτε ο χρόνος ούτε τα δάση μάς περισσεύουν ώστε να επενδύουμε σε λανθασμένες πολιτικές λάθος πολιτικών.

❝ ετικέτες ❞ #ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ