Έρευνες κατά την τελευταία πενταετία έδειξαν ότι υπάρχει μια αύξηση σε φαινόμενα απάτης, διαφθοράς και δωροδοκίας που δυσχεραίνει την ελληνική επιχειρηματικότητα και υποσκάπτει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ποια επαγγέλματα βρίσκονται στη ζώνη υψηλού κινδύνου για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος;

Μεσίτες, δικηγόροι, λογιστές, και συμβολαιογράφοι, έμποροι έργων τέχνης κ.λ.π. βρίσκονται στη ζώνη υψηλού κινδύνου για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.

Έρευνες κατά την τελευταία πενταετία έδειξαν ότι σε οργανισμούς και επιχειρήσεις υπάρχει μια αύξηση σε φαινόμενα απάτης, διαφθοράς και δωροδοκίας που δυσχεραίνει την ελληνική επιχειρηματικότητα και υποσκάπτει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό όλες οι παραπάνω κατηγορίες είναι υπόχρεες να ενημερώνουν την ΑΑΔΕ στην περίπτωση που αντιληφθούν περιπτώσεις ξεπλύματος μαύρου χρήματος. Σε διαφορετική περίπτωση τα πρόστιμα είναι βαριά και θα φθάσουν το 1 εκατ. ευρώ και ποινή φυλάκισης δύο ετών.

Βέβαια, με απόφαση που υπέγραψε ο Διοικητής της ΑΑΔΕ Γ. Πιτσιλής παρέχει τη δυνατότητα στα υπόχρεα πρόσωπα να προχωρήσουν σε διορθωτικά μέτρα. Δηλαδή αφού ενημερωθούν από τη φορολογική διοίκηση θα πρέπει σε διάστημα έξι μηνών να τροποποιήσουν ή να αποκαλύψουν στοιχεία για τα οποία δεν είχαν ενημερώσει τις αρχές. Στην περίπτωση αυτή γλιτώνουν τις ποινές που προβλέπει η νομοθεσία.

Τα υπόχρεα πρόσωπα όπως αυτά ορίζονται από το νόμο είναι:

α) Εξωτερικοί λογιστές – φοροτεχνικοί και νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών – φοροτεχνικών υπηρεσιών, καθώς και ιδιώτες ελεγκτές.

β) Μεσίτες ακινήτων, για συναλλαγές των οποίων η αξία ανέρχεται σε τουλάχιστον 10.000 ευρώ, ανεξαρτήτως αν το ποσό αυτό αφορά αγορά, πώληση ή μηνιαίο μίσθωμα εκμίσθωσης ακινήτου.

γ) Εμποροι και εκπλειστηριαστές αγαθών μεγάλης αξίας, όταν η αξία της συναλλαγής ανέρχεται σε τουλάχιστον 10.000 ευρώ, ανεξάρτητα από το εάν αυτή διενεργείται με μία μόνο πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται:

1) Οι επιχειρήσεις εξόρυξης, παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων, οι επιχειρήσεις παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας πολύτιμων μετάλλων και παράγωγων προϊόντων, οι επιχειρήσεις εμπορίας μαργαριταριών και κοραλλιών και οι επιχειρήσεις κατασκευής και εμπορίας κοσμημάτων και ρολογιών.

2) Οι επιχειρήσεις εμπορίας παλαιών αντικειμένων αξίας (αντίκες), αρχαιοτήτων, μεταλλίων, παλαιών γραμματοσήμων και νομισμάτων και λοιπών συλλεκτικών ειδών αξίας, καθώς και οι επιχειρήσεις ή επαγγελματίες παραγωγής ή κατασκευής και εμπορίας έργων και αντικειμένων τέχνης γενικά, καθώς και μουσικών οργάνων.

3) Πρόσωπα που εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου που πραγματοποιείται σε αίθουσες έργων τέχνης και οίκους δημοπρασιών.

4) Οι επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας ταπήτων και χαλιών, ειδών γουνοποιίας, δερμάτινων ειδών και ενδυμάτων γενικά.

5) Οι επιχειρήσεις εμπορίας επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ελικοπτέρων, αεροσκαφών και σκαφών αναψυχής γενικά.

Οι υποχρεώσεις τους

– Εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, πριν από τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης ή τη διενέργεια της συναλλαγής, βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή.

– Εξακρίβωση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου, πριν από τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης ή τη διενέργεια της συναλλαγής, την επικαιροποίηση των στοιχείων και τη λήψη εύλογων μέτρων για την επαλήθευση αυτών, ώστε να διασφαλίζεται ότι το υπόχρεο πρόσωπο γνωρίζει τον πραγματικό δικαιούχο.

– Αξιολόγηση και ανάλογα με την περίπτωση τη συλλογή πληροφοριών για το αντικείμενο και τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης.

– Ασκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές ή δραστηριότητες συνάδουν με τις γνώσεις που έχουν τα υπόχρεα πρόσωπα σχετικά με τον πελάτη, τις επαγγελματικές δραστηριότητες και το προφίλ κινδύνου του, καθώς και, εφόσον απαιτείται, την προέλευση των κεφαλαίων.

Όπως τονίζεται σε διάφορες εκθέσεις που έχουν δημοσιευθεί για παράδειγμα οι συμβολαιογράφοι, οι δικηγόροι και οι μεσίτες ακινήτων που μεσολαβούν στις αγοραπωλησίες ακινήτων, δύνανται να συμμετέχουν στη φοροδιαφυγή, η οποία αποτελεί βασικό αδίκημα του ξεπλύματος χρήματος και χρησιμοποιούνται συχνά ως διαμεσολαβητές για τη νομιμοποίηση εσόδων προερχόμενων από διαφθορά και παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, πολλές φορές και εν αγνοία τους.

Τα στοιχεία από τους φορολογικούς ελέγχους έδειξαν ότι οι πραγματικές τιμές πώλησης των ακινήτων ήταν συνήθως και για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα πριν από την οικονομική κρίση, κατά πολύ μεγαλύτερες σε σχέση με την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο τιμή, που συνέπιπτε με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Κατά συνέπεια οι αγοραστές κατέβαλαν φόρο κατά πολύ μικρότερο του αναλογούντος. Οσον αφορά τους δικηγόρους, συμβολαιογράφους και λογιστές – φοροτεχνικούς, η απειλή για ξέπλυμα χρήματος σχετίζεται με τη συμμετοχή τους στη δημιουργία, τη λειτουργία ή τη διαχείριση εταιρειών, δεδομένου ότι ορισμένες φορές επιχειρείται νομιμοποίηση εσόδων από τα βασικά εγκλήματα (π.χ. διακίνηση ναρκωτικών) μέσω νέων ή υφιστάμενων επιχειρήσεων.

ΠΗΓΗ: capital.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΥΠΟΠΤΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ