Η στρατηγική για την αντιμετώπιση του φαινομένου – Τι δηλώνουν στο DataProject επιστήμονες, φορείς και η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, αρμόδια για θέματα Πρόνοιας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Δόμνα Μιχαηλίδου
Η υπογεννητικότητα εξ’ ορισμού είναι ο μειωμένος αριθμός γεννήσεων σε μία χώρα, ιδιαίτερα όταν αυτός ο αριθμός είναι μικρότερος ή όχι σημαντικά μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό των θανάτων. Έτσι, μια χώρα στερείται σημαντικό δυναμικό για μακροπρόθεσμη χρήση και ο πολιτισμός της αδυνατεί να μεταφερθεί από γενιά σε γενιά.
Η υπογεννητικότητα αποτελεί μείζον πρόβλημα για την Ελλάδα, καθώς οι γεννήσεις βρίσκονται σε σταθερά πτωτική πορεία από το 2008 (ΕΛΣΤΑΤ), ενώ την ίδια ώρα οι θάνατοι καταγράφουν μία αντιστρόφως ανάλογη πορεία. Απόρροια αυτού του φαινομένου -που τα τελευταία χρόνια εγείρει την προσοχή της επιστημονικής κοινότητας- είναι το γεγονός πως οι ηλικιωμένοι της χώρας αυξάνονται, τα παιδιά μειώνονται, την ίδια στιγμή που οι νέοι μεταναστεύουν, με αποτέλεσμα ο αντίκτυπος να επιδρά σε όλους τους τομείς της χώρας.
Συνεπώς, ο πληθυσμός της χώρας ολοένα και «γερνάει», μία συνθήκη η οποία δεν προβλέπεται πως θα ανατραπεί τις επόμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με το Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων, το 2035, με βάση το δυσμενές σενάριο και την υπόθεση ενός μηδενικού́ μεταναστευτικού́ ισοζυγίου, ο πληθυσμός μας θα μειωθεί σε 9,4 εκατ. (28% οι άνω των 65 και 4,5% οι άνω των 85) και το 2050 σε 8,3 εκατ. (33% οι άνω των 65 και 6,6% οι άνω των 85). Ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας θα περιοριστεί σε 5,8 εκατ. το 2035 και 4,6 εκατ. το 2050. Μέσα σε όλη αυτή τη δυσοίωνη πρόβλεψη, η οποία συγκεκριμένα θέλει την Ελλάδα το 2080 να έχει πληθυσμό 7,2 εκατομμύρια, σύμφωνα με τη EUROSTAT, το παράδοξο είναι ότι ενώ πολλά ζευγάρια έχουν την πρόθεση να αποκτήσουν παιδιά, τελικά κάνουν πίσω.
Οι παράγοντες που κρύβονται πίσω από την υπογεννητικότητα στην Ελλάδα, αναμφίβολα είναι πολλοί και σημαντικοί. Το υψηλό κοινωνικό κόστος, η δύσκολη πρόσβαση σε υπηρεσίες Υγείας, οι εργασιακές σχέσεις, καθώς και ο αντίκτυπος της μετανάστευσης, είναι κάποιοι από τους λόγους που βρίσκονται ψηλά στην «πυραμίδα» της υπογεννητικότητας. Ωστόσο, εξίσου σημαντικό πέρα από τις αιτίες του εν λόγω ζητήματος, με το οποίο έχει έρθει αντιμέτωπη η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, είναι να εξερευνήσουμε και τα κίνητρα εκείνα που θα επηρεάσουν θετικά ένα ζευγάρι στο να αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά.

Οι παράγοντες της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα
Αναλύοντας τις τέσσερις βασικές αιτίες, οι οποίες εντείνουν το πρόβλημα της υπογεννητικότητας στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, δεν θα μπορούσαμε να μην ξεκινήσουμε με τον οικονομικό παράγοντα, ο οποίος αποτελεί θεμελιώδους σημασίας ζήτημα για ένα νέο ζευγάρι, το οποίο αποφασίζει να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια.
Πρόκειται για έναν παράγοντα, ο οποίος προβληματίζει τους εν δυνάμει γονείς σε βάθος χρόνου, λόγω της μεγάλης σημασίας που έχει το οικογενειακό εισόδημα κατά τη διάρκεια της ζωής ενός παιδιού. Μάλιστα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως το 86% των ενδιαφερόμενων, θα προχωρούσε άμεσα σε διαδικασία τεκνοποίησης, εφόσον καλύπτονταν οι ιατρικές δαπάνες κύησης και τοκετού. Είναι εμφανές επομένως, πως η οικονομική κρίση -η οποία έχει χτυπήσει την πόρτα της πλειονότητας των νοικοκυριών στη χώρα μας- οδηγεί τους νέους στο να αναβάλλουν ίσως και επ’ αόριστον τη διαδικασία της τεκνοποίησης, λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει πρωτίστως ακριτικές, ηπειρωτικές και νησιωτικές περιοχές, είναι η δύσκολη πρόσβαση των κατοίκων των περιοχών αυτών σε υπηρεσίες Υγείας. Το πρόβλημα της υπογεννητικότητας, αναμφίβολα εκτείνεται σε ολόκληρη τη χώρα, ωστόσο ο παράγοντας της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αποτελεί το μείζον ζήτημα των συγκεκριμένων περιοχών και δευτερευόντως των ημιαστικών και αστικών περιοχών.
Εξίσου σημαντικό ζήτημα, είναι και η αβεβαιότητα στον εργασιακό χώρο, καθώς πρόκειται για ένα στρώμα της «πυραμίδας» που επηρεάζει αναπόδραστα και συνδέεται άρρηκτα με τα υπόλοιπα. Πρόκειται για ένα ζήτημα που κάνει έντονη την εμφάνισή του, στις αστικές περιοχές, όπου υπάρχουν πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας, αλλά και έντονοι περιορισμοί του εργασιακού περιβάλλοντος στις γυναίκες που θα επιθυμούσαν να τεκνοποιήσουν. Τα ευρωπαϊκά πρότυπα, όσον αφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα, σίγουρα αποτελούν ένα καλό παράδειγμα προς μίμηση, προκειμένου να υποστηριχτεί η μητρότητα παράλληλα με την εργασία, μιας και στον τομέα αυτόν, η χώρα μας υστερεί σημαντικά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

about:blank
Στους παράγοντες που οδήγησαν στο μείζον ζήτημα της υπογεννητικότητας, θα ήταν αμέλεια, αν εξαιρούσαμε ως σημαντική αιτία, τη μετανάστευση των Ελλήνων. Κάνοντας μία σύντομη ιστορική αναδρομή στο παρελθόν, θα διαπιστώσει κάποιος πως το έλλειμα της ελληνικής γονιμότητας καλύφθηκε σε μεγάλο βαθμό από τα εισρέοντα μεταναστευτικά κύματα στις αρχές του 1990, τα οποία και μείωσαν το δημογραφικό κενό. Ωστόσο, η οικονομική κρίση λειτούργησε καταλυτικά, ώστε να αποκαλύψει και να εντείνει τη δυσμενή δημογραφική θέση της χώρας. Η κρίση αυτή οδήγησε τον πληθυσμό της χώρας σε ραγδαία μείωση, καθώς από το 2008 κοντά στις 400.000 άτομα εγκατέλειψαν τη χώρα (το λεγόμενο brain drain), ενώ παράλληλα ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων κατά περίπου 30.000 (2011) και οι μεταναστευτικές ροές προς τη χώρα περιορίστηκαν, ενώ παράλληλα μέρος του ανθρώπινου δυναμικού μετανάστευσε στο εξωτερικό.
Αναστασάκης: Όσοι βοηθούν στη δημιουργία οικογένειας, εκτελούν ένα πατριωτικό καθήκον
Ο μαιευτήρας/ χειρούργος/ γυναικολόγος, Ελευθέριος Αναστασάκης μίλησε στο Data Project και το Newsbomb.gr για την Υπογεννητικότητα, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στους παράγοντες που οδηγούν ολοένα και περισσότερα ζευγάρια, να ζητήσουν βοήθεια στο θέμα της τεκνοποίησης, τονίζοντας συγχρόνως πως πλέον οι τρόποι επίλυσης του συγκεκριμένου ζητήματος είναι απλοί και προσιτοί.
«Όσοι βοηθούν στη δημιουργία μιας οικογένειας στην Ελλάδα της υπογονιμότητας, εκτελούν ένα πατριωτικό καθήκον, είναι ένα είδος νέου πατριωτισμού», υπογράμμισε.
«Ο μεγαλύτερος φόβος των ανθρώπων που παλεύουν με την υπογονιμότητα δεν είναι οι ίδιες οι διαδικασίες της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ούτε τα φάρμακα αλλά ούτε και το κόστος. Περισσότερο είναι η ανασφάλεια που νιώθουν για το πώς θα αντεπεξέλθουν στον ίδιο τον γονεϊκό ρόλο, η ανασφάλεια που φέρνει και φόβο για τις εργασιακές σχέσεις και τα οικονομικά δεδομένα όπως δημιουργούνται, η ανασφάλεια για απρόβλεπτες συνθήκες, το οποίο μας το υπενθύμισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η πανδημία της Covid 19. Είναι ένα “κράμα” το οποίο έχει να κάνει σε κάθε περίπτωση με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο του κάθε ζευγαριού», επεσήμανε ο κ. Αναστασάκης.
ΠΗΓΗ: newsbomb.gr
❝ ετικέτες ❞ #ΥΠΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ