Για τον Τζο Μπάιντεν, η ανάκτηση του ηγεμονικού ρόλου των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο περνά μέσα από την επανενεργοποίηση, μεταξύ άλλων, του ΝΑΤΟ
Εάν η Covid-19 συνεχίσει να εξαπλώνεται με τον σημερινό ρυθμό, σε περίπου ένα μήνα ο αριθμός των νεκρών από την έναρξη της πανδημίας στις ΗΠΑ θα έχει ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο. Παρ’όλα αυτά, αμερικανικά ΜΜΕ και αναλυτές δεν δείχνουν να σοκάρονται ούτε στο ελάχιστο. Επιμένουν ότι ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται αλλού.
Όταν, τον Μάιο του 2020, οι νεκροί στις ΗΠΑ έφταναν τις 100.000, η εφημερίδα New York Times αφιέρωνε ολόκληρη την πρώτη της σελίδα στην τραγωδία. Μια δεκαπλάσια τραγωδία υποβαθμίζεται τώρα σε απλό στατιστικό μέγεθος: “900.000 νεκροί αλλά πολλοί Αμερικανοί συνεχίζουν κανονικά τις ζωές τους” ήταν ο καθησυχαστικός τίτλος στο δημοσίευμα της εφημερίδας αυτήν την εβδομάδα.
Από πρωτοσέλιδο δημοσίευμα η πανδημία που έχει προκαλέσει στις ΗΠΑ περισσότερες απώλειες από όλους τους πολέμους στους οποίους έχουν εμπλακεί ποτέ συρρικνώνεται σε απλό μονόστηλο. Και όλα αυτά για χάρη ενός πολέμου που δεν έχει ακόμα ξεσπάσει αλλά, για τους περισσότερους αναλυτές του αμερικανικού Τύπου, είναι βέβαιο ότι θα ξεσπάσει “από στιγμή σε στιγμή”.
Αυτή ακριβώς ήταν η διατύπωση που επέλεξε ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου Τζέικ Σάλιβαν κατά την τηλεοπτική του εμφάνιση στο δίκτυο ABC. H ρωσική εισβολή στην Ουκρανία θα μπορούσε να σημειωθεί “ανά πάσα στιγμή”, υποστήριξε. Μια κίνηση που, όπως πρόσθεσε, θα πυροδοτήσει την άμεση απάντηση των ΗΠΑ, με “ενωμένο, γρήγορο και αποφασιστικό τρόπο”.
Την ίδια ώρα, όλες οι αμερικανικές εφημερίδες φιλοξενούσαν αναλύσεις και εκθέσεις του Πενταγώνου ή των μυστικών υπηρεσιών, που κατέληγαν στο ομόθυμο συμπέρασμα: μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου, η Ρωσία θα έχει συγκεντρώσει το 70% των δυνάμεων που απαιτούνται για να εισβάλει στην Ουκρανία. Ο πόλεμος, με βάση τις εκτιμήσεις τους, θα προκαλέσει τον θάνατο τουλάχιστον 50.000 αμάχων και θα σπρώξει άλλα πέντε εκατομμύρια στον δρόμο της προσφυγιάς.
Η αντίφαση, βέβαια, είναι ολοφάνερη. Η Ρωσία εμφανίζεται έτοιμη να εισβάλει, ενώ 30% των αναγκαίων δυνάμεών της δεν βρίσκονται καν στην πρώτη γραμμή. Όλα αυτά, όμως, έχουν μικρή σημασία όταν προέχει ο βομβαρδισμός της κοινής γνώμης με αναλύσεις για το κατά πόσον η σημερινή εποχή θυμίζει το 1939 και για τις ανησυχητικές ομοιότητες που ανακαλύπτονται μεταξύ Χίτλερ και Πούτιν.
Κάθε εκτίμηση ή ανάλυση που δεν ενισχύει την άποψη ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα του πολέμου υποβαθμίζεται. Ακόμη και όταν προέρχεται από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους και άμεσα ενδιαφερόμενους, αφού τα πρώτα θύματα του πολέμου θα είναι σίγουρα αυτοί.
“Με βάση τις εκτιμήσεις της Ουκρανίας, η Ρωσία δεν έχει τη δυνατότητα να συντηρήσει μια εισβολή από διαφορετικά επιθετικά σημεία για περισσότερο από μία εβδομάδα εξαιτίας της έλλειψης προμηθειών όπως πολεμοφόδια, τρόφιμα και καύσιμα που θα πρέπει να σταλούν στις θέσεις της πρώτης γραμμής. Ούτε διαθέτει επαρκείς εφεδρείες” ανέφερε ένα από τα δημοσιεύματα στις “πίσω σελίδες” της New York Times.
Ο στρατηγός Φίλιπ Μπρίντλαβ, πρώην διοικητής του ΝΑΤΟ, δήλωνε επίσης στην εφημερίδα πως οι εικόνες από δορυφόρους με τα ρωσικά τανκς που παρουσιάζονται συχνά πυκνά στα αμερικανικά ΜΜΕ ως απόδειξη της αποφασιστικότητας της Ρωσίας να εισβάλει δείχνουν, στην πραγματικότητα, ότι πρόκειται για επίδειξη δύναμης. “Δεν είναι ένας τακτικός ή επιθετικός σχηματισμός. Είναι ένας σχηματισμός για το θέαμα” εκτίμησε.
Και, φυσικά, υπάρχουν και οι ανταποκρίσεις από το “μέτωπο”, που κάθε άλλο παρά ενισχύουν την άποψη ότι οι Ουκρανοί κρύβονται στα καταφύγια. “Εδώ στο Κίεβο της Ουκρανίας, τα πράγματα δείχνουν πολύ διαφορετικά” παραδεχόταν, την προηγούμενη εβδομάδα, ο ανταποκριτής του δικτύου ABC Τέρι Μοράν.
“H ουκρανική κυβέρνηση συνεχίζει να λέει ότι δεν αντιλαμβάνεται την κατάσταση με τον ίδιο τρόπο. Δεν θεωρούν ότι οι Ρώσοι είναι έτοιμοι να εισβάλουν. Και στην πραγματικότητα, Ουκρανοί αξιωματούχοι υπονοούν ότι οι ΗΠΑ ίσως να κινδυνολογούν” συνέχισε.
Γιατί όμως κινδυνολογούν; Πρώτα απ’ όλα επειδή ήταν δεδομένο ότι θα το έκαναν. Η συντηρητική ηγεσία του κόμματος, που εκπροσωπείται σήμερα από πολιτικούς όπως ο Μπάιντεν, η Κάμαλα Χάρις, η Χίλαρι Κλίντον και η Νάνσι Πελόζι, είχε πάντοτε τη Μόσχα στο στόχαστρό της. Ποιος ξεχνά τις υποσχέσεις της Κλίντον να αντιμετωπίσει “δυναμικά” τη Ρωσία στο μέτωπο της Συρίας προτού ηττηθεί από τον Τραμπ στις εκλογές του 2016; Και την επίμονη προσπάθεια της αντιπολίτευσης να εμφανίσει, στη συνέχεια, τον Ρεπουμπλικανό Πρόεδρο ως ενεργούμενο του Κρεμλίνου;
Για τον Τζο Μπάιντεν και τους συνεργάτες του, η ανάκτηση του ηγεμονικού ρόλου των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο -τη στιγμή μάλιστα που στο εσωτερικό καταρρέει το πολυδιαφημισμένο κοινωνικό πακέτο που επρόκειτο να αναβαθμίσει τις δημόσιες υποδομές της χώρας- περνάει μέσα από την επανενεργοποίηση εργαλείων και μηχανισμών που ο Τραμπ άφησε να αδρανήσουν και να παρακμάσουν μέσα στην αδιαλλαξία και τον απομονωτισμό του.
Και πρώτος ανάμεσα σε αυτούς τους μηχανισμούς είναι, βέβαια, το ΝΑΤΟ. Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, η αμερικανική πρωτοκαθεδρία εκεί ποτέ δεν αμφισβητήθηκε. Θα μπορούσε επομένως να γίνει το σημείο εκκίνησης για τη θεαματική “επιστροφή της Αμερικής”, όπως το θέλει και το σλόγκαν του Μπάιντεν.
Το μόνο που χρειάζεται για κάτι τέτοιο είναι, φυσικά, ένας αντίπαλος. Και η Ρωσία του Πούτιν έχει όλες τις προϋποθέσεις για να ανακαλέσει τα ψυχροπολεμικά ρεφλέξ των Ευρωπαίων συμμάχων. Επαναφέροντάς τους έτσι και πάλι στο “μαντρί”.