Για τη Ρωσία, οι Αμερικανοί δεν τήρησαν την υπόσχεση που έδωσαν μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ότι δεν θα επέκτειναν το ΝΑΤΟ προς τ’ ανατολικά

Τουλάχιστον απ’ τη ρωσική σκοπιά, η σύγκρουση με το ΝΑΤΟ αφορά σε μεγάλο βαθμό στην αθέτηση μιας υπόσχεσης. Φέρεται να δόθηκε από υψηλόβαθμους αξιωματούχους της Ουάσιγκτον στην τότε σοβιετική ηγεσία, στον απόηχο των κοσμοϊστορικών γεγονότων του 1989 στην Ευρώπη. Η υπόσχεση ήταν ότι η Συμμαχία δεν θα ακολουθούσε πολιτική διεύρυνσης προς ανατολάς. Όμως κατά πόσο ανταποκρίνεται στην ιστορική αλήθεια αυτός ο ισχυρισμός; Υπήρξε πράγματι τέτοια δέσμευση; Όσο κι αν είναι απορίας άξιον γιατί δεν πήρε ποτέ τη μορφή επίσημης γραπτής συμφωνίας, έχει σημασία να διερευνηθεί τι πραγματικά συνέβη. Ίσως έτσι καταλάβουμε τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης στην Ουκρανία.

Ρώσοι αξιωματούχοι επιμένουν ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεσμεύτηκε στους τότε Σοβιετικούς ηγέτες πως δεν θα επέκτεινε τα ανατολικά “σύνορα” της Συμμαχίας. Λένε ότι η υπόσχεση διατυπώθηκε στη διάρκεια της έντονης διπλωματικής δραστηριότητας που ακολούθησε την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, ώς την επανένωση της Γερμανίας το 1990.

Ως αποδεικτικό στοιχείο αναφέρουν τα λόγια του τότε Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Τζέιμς Μπέικερ προς τον Σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τον Φεβρουάριο του 1990, ότι “δεν επρόκειτο να υπάρξει επέκταση της δικαιοδοσίας του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά ούτε για μια ίντσα”.

Η Μόσχα επιμένει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έχουν προδώσει επανειλημμένα αυτή την προφορική δέσμευση, στις τρεις δεκαετίες που μεσολάβησαν, εκμεταλλευόμενοι την ταραχώδη μετασοβιετική περίοδο και επεκτείνοντας τη δυτική σφαίρα επιρροής πολλές φορές, φτάνοντας σήμερα μέχρι το κατώφλι της Ρωσίας.

Επιλεκτική μνήμη (;)

Ωστόσο, πολλοί δυτικοί αναλυτές και πρώην αξιωματούχοι των ΗΠΑ που συμμετείχαν στις διπλωματικές επαφές εκείνης της εποχής αμφισβητούν τη ρωσική θέση λέγοντας ότι αντανακλά επιλεκτική μνήμη για τα γεγονότα της περιόδου. Επισημαίνουν ότι, στις αρχές του 1990, το επίκεντρο της διπλωματίας μεταξύ της λεγόμενης ομάδας “Two Plus Four” (Δύο συν Τέσσερις) (ΟΔΓ – ΓΛΔ, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία, Σοβιετική Ένωση και Ηνωμένο Βασίλειο) ήταν το μέλλον της Γερμανίας και το κατά πόσον η προς ενοποίηση χώρα θα ήταν μέλος του ΝΑΤΟ. (Σημειώνεται ότι η ΟΔΓ ήταν ήδη μέλος της Συμμαχίας, ενώ η ΓΛΔ ανήκε στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας.)

Οι Αμερικανοί ισχυρίζονται πως οι συζητήσεις δεν αφορούσαν τα πιθανά μακροπρόθεσμα σχέδια για επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, κάτι που, άλλωστε, δεν είχε νόημα εκείνη την εποχή, αφού το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και η Σοβιετική Ένωση εξακολουθούσαν να υπάρχουν και οι ενδείξεις ότι θα διαλυόταν τόσο γρήγορα ήταν ελάχιστες τότε. Σε συνέντευξή του, το 2014, ο Γκορμπατσόφ ισχυρίστηκε το ίδιο. Ότι δηλαδή «το θέμα της ‘επέκτασης του ΝΑΤΟ’ δεν συζητήθηκε ποτέ, δεν τέθηκε εκείνα τα χρόνια».

Μια εκδοχή τού τι πραγματικά συνομολογήθηκε ανάμεσα σε Σοβιετικούς και Αμερικανούς δίνει ο Τζόναθαν Μάστερς του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η διπλωματία μεταξύ των ηγετών των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης στις αρχές της δεκαετίας του ’90 επικεντρωνόταν στη Γερμανία και περιελάμβανε συζητήσεις για τις διάφορες επιλογές στον τομέα της στρατηγικής ασφάλειας που θα είχε η χώρα μετά την ενοποίησή της, ανάμεσά τους μάλιστα και την ακραία ιδέα τού να είναι μέλος τόσο του ΝΑΤΟ όσο και του Συμφώνου της Βαρσοβίας! Άλλες ιδέες που έπεσαν στο τραπέζι προέβλεπαν πιθανή ουδετερότητα της ενιαίας Γερμανίας, δεν θα ανήκε δηλαδή σε κανέναν από τους δύο συνασπισμούς. Συζητήθηκε ακόμη και πρόταση προς την Σοβιετική Ένωση να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ! Πάντως, απ’ την αρχή των συνομιλιών, οι Σοβιετικοί ηγέτες επέμεναν ότι μια ενωμένη Γερμανία δεν θα πρέπει ποτέ να γίνει μέλος της Συμμαχίας, αν και τελικά αποδέχτηκαν το δικαίωμά της να αποφασίζει η ίδια για το πού θα ανήκει. Ομοίως, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπαναχώρησαν από την αρχική προφορική δέσμευση του Μπέικερ σχετικά με τη μη επέκταση της «δικαιοδοσίας του ΝΑΤΟ». Για την Ουάσιγκτον, η επίμαχη φράση αναφερόταν στη συζήτηση σχετικά με το εάν στρατεύματα της Συμμαχίας θα αναπτύσσονταν στα έδαφος της -τότε- Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας κι ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη η διαδικασία της ενοποίησης.

“Ευκαιρίες” στον ορίζοντα

Ορισμένοι αναλυτές επισημαίνουν μια άλλη κομβική στιγμή για να εξηγηθεί η τρέχουσα δυσπιστία μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ: Οι συζητήσεις του 1993-1994 μεταξύ της κυβέρνησης του Μπιλ Κλίντον και της ρωσικής ηγεσίας, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Μπόρις Γιέλτσιν.

Σε αυτή τη χρονική φάση, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και η Σοβιετική Ένωση έχουν διαλυθεί και η κυβέρνηση Κλίντον έχει αρχίσει να διαβλέπει τις “ευκαιρίες” που αναδύονται στον ορίζοντα για τον προσεταιρισμό των νεοφυών, μετασοβιετικών δημοκρατιών. Κάποιοι στους κόλπους της, αλλά και σε χώρες όπως η Τσεχία ή η Πολωνία, ήθελαν να προχωρήσουν γρήγορα εντάσσοντας νέα μέλη και επεκτείνοντας το ΝΑΤΟ προς τ’ ανατολικά. Ωστόσο, οι περισσότεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι ήταν επιφυλακτικοί, φοβούμενοι ότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τη ρωσική ηγεσία έκθετη και κατά συνέπεια ευάλωτη σε οποιαδήποτε πιθανή εσωτερική αντίδραση, ενώ θα περιόριζε άλλους στόχους της τότε εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, όπως π.χ. ο έλεγχος των πυρηνικών όπλων.

Έτσι ο Κλίντον επέλεξε τη μέση οδό: Εγκαινίασε μια νέα ΝΑΤΟϊκή πρωτοβουλία, τη γνωστή “Σύμπραξη για την Ειρήνη”, η οποία θα ήταν ανοιχτή σε όλα τα πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας καθώς και σε μη ευρωπαϊκές χώρες. Βαφτίζοντας την κίνησή του αυτή συμβιβασμό, τον Οκτώβριο του 1993, οι Αμερικανοί διπλωμάτες την πρότειναν στον Γιέλτσιν και εκείνος την δέχθηκε πρόθυμα.

Ωστόσο, σύντομα ο Κλίντον άρχισε να μιλά δημόσια για διεύρυνση της σύνθεσης του ΝΑΤΟ δηλώνοντας από την Πράγα, λίγες μέρες μετά την ενεργοποίηση της “Σύμπραξης”, τον Ιανουάριο του 1994, ότι «το ερώτημα δεν είναι πλέον αν το ΝΑΤΟ θα αποκτήσει νέα μέλη, αλλά το πότε και πώς θα γίνει αυτό». Διαισθανόμενος τις πραγματικές προθέσεις της Ουάσιγκτον ο Γιέλτσιν προειδοποίησε τότε τους δυτικούς ηγέτες, σε μια διάσκεψη τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ότι «ενώ η Ευρώπη δεν έχει κατορθώσει ακόμη να αφήσει πίσω της την κληρονομιά του Ψυχρού Πολέμου, κινδυνεύει να φορτωθεί στην πλάτη της μια ψυχρή ειρήνη».

Ο Κλίντον κατέβαλε προσπάθειες, στη συνέχεια, για να αμβλύνει τις ανησυχίες του Γιέλτσιν. Πάγωσε τη συμμαχική διεύρυνση μέχρι ο Ρώσος Πρόεδρος να επανεκλεγεί το 1996, κάλεσε τη Ρωσία να ενταχθεί στην “Ομάδα των Επτά” και ίδρυσε ένα επίσημο, μη αντίπαλο φόρουμ, για τη διπλωματία μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ. Ωστόσο, και παρά τις “φιλότιμες” αυτές προσπάθειες, η επέκταση του ΝΑΤΟ είχε δρομολογηθεί και τα επόμενα χρόνια άφησαν βαθιά σημάδια στον ρωσικό εθνικό ψυχισμό.

Ο ειδικός στις σχέσεις ΝΑΤΟ – Ρωσίας Τζέιμς Γκολντγκάιερ γράφει χαρακτηριστικά, στον ιστότοπο War on the Rocks: «Για πολλούς Ρώσους, και κυρίως για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, η δεκαετία του 1990 ήταν μια δεκαετία ταπείνωσης, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν το όραμά τους για τη νέα τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένου του Κοσσυφοπεδίου το 1999), την ώρα που οι Ρώσοι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο από το να στέκονται και να παρακολουθούν».