Του Χρίστου Τσαντήλα*

Πριν από έξι περίπου χρόνια (Μάρτιος 2017) ο Δήμος Λαρισαίων είχε διοργανώσει μια  ενδιαφέρουσα ημερίδα με θέμα την αστική γεωργία, στην  οποία είχαν παρουσιασθεί τα βασικά στοιχεία ενός συστήματος γεωργικής παραγωγής, που αν και εφαρμόζεται από πολύ παλαιότερα, τα τελευταία χρόνια για μια σειρά λόγους γίνεται επίκαιρο και συγκεντρώνει πάλι την προσοχή των πολιτών, των ερευνητών και των αρμόδιων οργανισμών.

Δεν γνωρίζω πόσο ενδιαφέρον δημιούργησε στους πολίτες η εκδήλωση αυτή και σε ποια έκταση αναπτύχθηκε η αστική γεωργία στην περιοχή της Λάρισας στο διάστημα που μεσολάβησε, αλλά σε διεθνές επίπεδο φαίνεται ότι η αστική γεωργία εξετάζεται πλέον σοβαρά ως ένα σύστημα παραγωγής που μπορεί να αποτελέσει ένα αξιόλογο αντίβαρο στην αντιμετώπιση της επισιτιστικής ανασφάλειας των πόλεων που εντείνεται από τη συνεχή αύξηση του πληθυσμού και της αστικοποίησης.

O αστικός πληθυσμός είναι ήδη μεγαλύτερος από τον πληθυσμό της υπαίθρου και οι σχετικές προβολές δείχνουν ότι μέχρι το 2050 θα καλύπτει το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού, με αποτέλεσμα η ασφάλεια των τροφίμων των πόλεων να αποτελεί πλέον ένα σοβαρό ζήτημα.

Από τους πολλούς ορισμούς που έχουν προταθεί για την αστική γεωργία, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό παραγωγής περιλαμβάνει δύο ευδιάκριτες περιπτώσεις: η μία, στην οποία εμπλέκονται γεωργικές δραστηριότητες με μικρή οικονομική σημασία, αφορά κυρίως ερασιτεχνική δραστηριότητα για παραγωγή κηπευτικών ειδών για ίδια κατανάλωση (αστική κηπουρική) και η δεύτερη βασίζεται σε επαγγελματική γεωργική δραστηριότητα, η οποία αξιοποιεί το πλεονέκτημα της μικρής απόστασης από τις πόλεις προσφέροντας τοπικά ή περιφερειακά γεωργικά προϊόντα ή υπηρεσίες (αστική γεωργία).

Σε κάθε περίπτωση η αστική γεωργία αν και έχει μικρό μέγεθος και δεν μπορεί να ανταγωνισθεί τη συμβατική γεωργία, προσφέρει σημαντικά οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη και ποιο συγκεκριμένα:

  • Ασφάλεια τροφίμων στις πόλεις, που αποκτά ιδιαίτερη αξία σε περιόδους κρίσεις, όπως η πρόσφατη οικονομική κρίση. Σύμφωνα με στοιχεία του Ερυθρού Σταυρού το διάστημα 2009-2012 ο αριθμός των ανθρώπων στην Ευρώπη, που δεν είχαν εξασφαλισμένη την καθημερινή τροφή αυξήθηκε κατά 75%, ενώ το 2015 το ποσοστό των ανθρώπων που δεν μπορούσαν να έχουν ένα γεύμα με πρωτεΐνη ζωικής προέλευσης κάθε δεύτερη μέρα κυμαίνονταν από 2.9% στη Φιλανδία έως 37% στη Βουλγαρία. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ήταν 17%.
  • Οικονομικό όφελος, το οποίο αν και σχετικά περιορισμένο, σε περιόδους κρίσης αυτό αποκτά ιδιαίτερη αξία. Αναφέρεται όμως- όπως έχει καταγραφεί σε πολλές χώρες (Αγγλία, Αμερική, Αυστραλία)-, ότι υπό προϋποθέσεις η περιαστική γεωργία μπορεί, μπορεί να καλύψει και μέχρι το 50% της συνολικής γεωργικής παραγωγής της περιοχής, αποκτώντας σημαντικό μέγεθος στο σύνολο της γεωργικής παραγωγής.
  • Κοινωνικό όφελος, το οποίο περιλαμβάνει την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου για αναψυχή, εκπαίδευση και θέματα υγείας. Επίσης σημειώνεται η χρησιμοποίηση της αστικής γεωργίας από συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, όπως εξαρτημένα και άτομα με παραβατική συμπεριφορά ή μετανάστες που κινδυνεύουν με κοινωνικό αποκλεισμό.
  • Προστασία του περιβάλλοντος, μέσω της αύξησης της βιοποικιλότητας, της ρύθμισης του μικροκλίματος στις πόλειςτην αξιοποίηση του νερού της βροχής και τη μείωση κινδύνων πλημμύρας, την ανακύκλωση οργανικών αποβλήτων, τη μείωση αερίων του θερμοκηπίου, τη δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα, τη μείωση εισροών και τη δημιουργία συλλογικής μνήμης στην παραγωγή τροφίμων.

Τι γίνεται όμως στη χώρα μας σχετικά με την ανάπτυξη αυτού του συστήματος παραγωγής; Η μορφή αυτής της γεωργίας προσέλκυσε το ενδιαφέρον των πολιτών στα χρόνια της οικονομικής κρίσης με στόχο κυρίως την μερική αντιμετώπιση των οξύτατων οικονομικών προβλημάτων.

Στην αρχή αυτή η δραστηριότητα αφορούσε κυρίως την καλλιέργεια κηπευτικών σε κήπους ή ακάλυπτους χώρους σπιτιών και πολύ λιγότερο σε ταράτσες. Από το 2011 η αστική γεωργία διαδόθηκε με τη μορφή δημοτικών κήπων που σταδιακά εξαπλώθηκαν σε όλη την Ελλάδα. Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι δημοτικοί κήποι στους Δήμους των Αγίων Αναργύρων – Καματερού και Φυλής στην Αττική, της Θέρμη της Θεσσαλονίκης, της Αλεξανδρούπολης και της Λάρισας.

Οι λίγες σχετικές έρευνες στην Ελλάδα δείχνουν ότι τα κύρια οφέλη από τη συμμετοχή των πολιτών στους δημοτικούς κήπους είναι η κοινωνικοποίηση των συμμετεχόντων παράλληλα με το μικρό, αλλά υπολογίσιμο οικονομικό όφελος και η συμβολή στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα λόγω της αποφυγής χρήσης φυτοφαρμάκων και της ορθολογικής χρήσης των λιπασμάτων. Επίσης στην προστασία της βιοποικιλότητας και της διάσωσης και διάδοσης των τοπικών ποικιλιών που έχουν σχεδόν εξαφανισθεί με την ανεύθυνη πολιτική που ακολούθησε η χώρα μας, η οποία οδήγησε στην απώλεια του γενετικού μας υλικού και την πλήρη εξάρτηση από μεγάλες ξένες σποροπαραγωγικές ιδιωτικές εταιρείες.

Καταλήγοντας επισημαίνεται η χρησιμότητα εκδηλώσεων όπως αυτή της οικογιορτής που διοργανώνει κάθε χρόνο ο Δήμος μας (φέτος 13/5/2023) που προωθούν την ιδέα της ορθής διαχείρισης των γενετικών πόρων συμβάλλοντας στην οικονομική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

*Γεωπόνος-Εδαφολόγος, πρ. Διευθυντής Ινστιτούτου Βιομηχανικών και Κτηνοτροφικών Φυτών του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ.

❝ ετικέτες ❞ #ΤΣΑΝΤΗΛΑΣ