Αν και μικρή σε έκταση, η Ελλάδα είναι ένας θαυμαστός τόπος, όπου συγκεντρώνονται και συνυπάρχουν σχεδόν όλοι οι τύποι των οικοτόπων της ευρωπαϊκής ηπείρου
Δεν είναι καθόλου περίεργο πως σε αυτή τη λιλιπούτεια γεωγραφική γωνιά της Μεσογείου συναντάμε τόσο ακραίες κλιματικές συνθήκες, που μπορεί να θυμίζουν τις ζεστές περιοχές της Αφρικής ή να μοιάζουν με τα ψυχρά, σιωπηλά τοπία του ευρωπαϊκού Βορρά. Αυτό το ιδιαίτερο κλίμα, σε συνδυασμό με το εξαιρετικά πολυμορφικό γεωφυσικό ανάγλυφο επέτρεψαν με την πάροδο των αιώνων την εξέλιξη μιας πλούσιας και εύθραυστης φυσικής κληρονομιάς, ενός πολύτιμου βιο-αποθέματος πανευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικολογικής αξίας. Μέσα σε ελάχιστα μόνο χιλιόμετρα, ο επισκέπτης –είτε είναι επιστήμονας, είτε φυσιοδίφης, είτε ακόμη και απλός ταξιδιώτης– μπορεί να δει υγροτόπους να λαμποκοπούν στο φως του δυνατού μεσογειακού ήλιου και αμέσως μετά να χαθεί στα ομιχλώδη δασικά οικοσυστήματα των βουνών μας, που συχνά θυμίζουν περισσότερο βόρειες χώρες παρά τη Μεσόγειο.
Για να προστατευτεί αυτή η σπάνια βιοποικιλότητα και, στο πλαίσιο της προσπάθειας εναρμόνισης της Ελλάδας με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την προστασία του περιβάλλοντος, δημιουργήθηκαν Εθνικά Πάρκα και οριοθετήθηκαν περιοχές Natura σε όλη την επικράτεια. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια το φυσικό περιβάλλον και ακόμη περισσότερο οι αυστηρά προστατευόμενες περιοχές δέχονται τεράστιες πιέσεις που οφείλονται κυρίως σε ανθρωπογενείς δραστηριότητες, οι οποίες πλέον λαμβάνουν τις διαστάσεις ενός βαθιά ανήθικου, αντεθνικού και περιβαλλοντικού εγκλήματος.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η άγρια φύση της Ελλάδας δεν απειλείται απλώς· κινδυνεύει να υποβαθμιστεί για πάντα. Η πίεση για τουριστική εκμετάλλευση προστατευόμενων εκτάσεων, η κατασκευή εκατοντάδων φραγμάτων και η ανεξέλεγκτη εξάπλωση βιομηχανικών αιολικών πάρκων σε βουνά και νησιά έχουν αφήσει βαθιά, συσσωρευμένα και ορατά τραύματα στο φυσικό μας περιβάλλον. Οι ισορροπίες της φύσης σπάνε μέρα με τη μέρα και μαζί τους χάνεται και υποβαθμίζεται το απόθεμα άγριας ζωής που έχει δημιουργηθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, συχνά με τρόπους που δείχνουν μη αναστρέψιμοι.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι παλαιές πληγές της Ελλάδας συνεχίζουν να αιμορραγούν: παράνομες επιχωματώσεις, διάνοιξη δρόμων χωρίς μελέτες, αμμοληψίες, εκχερσώσεις, λαθροϋλοτομία, παράνομη αλιεία, λαθραίο κυνήγι, συλλογή βοτάνων και η αδιάκοπη, ανεξέλεγκτη απόρριψη μπαζών, λυμάτων και σκουπιδιών. Οι ίδιες χρόνιες παθογένειες που υπονομεύουν το φυσικό τοπίο δεκαετίες τώρα εξακολουθούν να το διαβρώνουν καθημερινά. Ετσι διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερα αρνητικό πλαίσιο για την άγρια φύση και τη ζωή της χώρας, που αποτελούν τα κυριότερα συστατικά αυτού που γενικά χαρακτηρίζουμε ως φυσική μας κληρονομιά.
Θα δούμε τρεις από τους σημαντικότερους οικότοπους της Ελλάδας και θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την ανυπολόγιστη απώλεια από τη συρρίκνωση ή την υποβάθμισή τους
Εθνικό Πάρκο Ολύμπου
Θα ξεκινήσουμε από την παλαιότερη θεσμικά προστατευμένη περιοχή της Ελλάδας, που φυσικά δεν είναι άλλη από τον θεϊκό Ολυμπο, ο οποίος βρίσκεται υπό καθεστώς προστασίας από το 1938! Γεωγραφικά, ο Ολυμπος είναι το υψηλότερο βουνό της χώρας (κορυφή 2.918 μ.), καλύπτει μέρος των νομών Λάρισας και Πιερίας και μοιράζεται ανάμεσα στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία.
Το Εθνικό Πάρκο Ολύμπου καταλαμβάνει μια έκταση περίπου 44.500 στρεμμάτων, που περιορίζεται κυρίως γύρω από τις υψηλότερες κορφές του, οι οποίες ξεπερνούν σε ύψος τα 2.700 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν: ο Μύτικας (2.918 μ.), το Στεφάνι (2.909 μ.), το Σκολιό (2.911 μ.), η Σκάλα (2.866 μ.), ο Αγιος Αντώνιος (2.815 μ.), ο Προφήτης Ηλίας (2.786 μ.), το Χριστάκι (2.704 μ.) και ο Πάγος (2.701 μ.). Για να έχουμε μια πιο καθαρή εικόνα, ο Σμόλικας -το δεύτερο σε ύψος βουνό της Ελλάδας- φτάνει τα 2.637 μέτρα.
Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι η πρώτη επίσημα καταγεγραμμένη οργανωμένη ανάβαση στην κορυφή του βουνού έγινε μόλις το 1913 από τους Ελβετούς Φρεντερίκ Μπουασονά και Ντανιέλ Μποντ-Μποβί, με οδηγό τον θρυλικό Χρήστο Κάκαλο.
Το συγκριτικό πλεονέκτημα του Ολύμπου είναι ότι απέχει πολύ λίγο από τη θάλασσα και αυτό έχει διαμορφώσει σε σημαντικό βαθμό την εξαιρετική του βιοποικιλότητα. Στις διαφορετικές κλιματικές ζώνες που σχηματίζονται ανάλογα με το υψόμετρο συναντάμε σχεδόν όλα τα δασικά είδη που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα: από τα παράκτια και νησιωτικά οικοσυστήματα μέχρι τα ορεινά της Πίνδου και της Ροδόπης. Σχεδόν από το ύψος της θάλασσας συναντάμε την πλούσια βιοποικιλότητα της μεσογειακής μακίας. Ακολουθεί η ζώνη των πλατύφυλλων σε υψόμετρο έως 500 μέτρα. Στη συνέχεια περνάμε στη ζώνη των κωνοφόρων, που φτάνει μέχρι τα 1.800 μέτρα, όπου συνήθως σταματά το δασοόριο.
Πάνω από αυτό, ξεκινούν τα αλπικά λιβάδια, με τα χιλιάδες διαφορετικά είδη λουλουδιών και βοτάνων που συνθέτουν έναν μοναδικό ορεινό μικρόκοσμο.
Επίσης, στον Ολυμπο ζουν περισσότερα από 130 είδη πουλιών και σχεδόν όλα τα θηλαστικά της Ελλάδας (πάνω από 40 διαφορετικά είδη), ανάμεσά τους και η αρκούδα, η οποία φαίνεται να επανεγκαθίσταται στα παλιά της λημέρια, καθώς και το βαλκανικό αγριόγιδο, που προστατεύεται αυστηρά. Το βουνό, καθώς είναι ένας πραγματικός θησαυρός ειδών χλωρίδας (υπάρχουν τουλάχιστον 1.700 διαφορετικά είδη φυτών) και πανίδας, με πολλά ενδημικά είδη -δηλαδή είδη που συναντώνται αποκλειστικά εδώ και πουθενά αλλού στον κόσμο- έχει ανακηρυχθεί από την UNESCO ήδη από το 1981 Απόθεμα Βιόσφαιρας (ανήκει στο Δίκτυο Περιοχών «Ανθρωπος και Βιόσφαιρα» της UNESCO).
Εθνικό Πάρκο Λίμνης Κερκίνης

Συχνά, τα μοναδικής ομορφιάς τοπία της λίμνης χρησιμεύουν ως φυσικό σκηνικό σε πλάνα πολλών τηλεοπτικών σειρών, αλλά έχουν χρησιμοποιηθεί και ως ντεκόρ για πολύ σημαντικές ταινίες, όπως αυτή του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το λιβάδι που δακρύζει».
Το παράδοξο είναι ότι η λίμνη Κερκίνη είναι τεχνητή και δημιουργήθηκε το 1932 με την κατασκευή φράγματος στον ποταμό Στρυμόνα, κοντά στο χωριό Λιθότοπος, ώστε να συγκρατηθούν οι πλημμύρες και τα φερτά υλικά, αλλά και για να αρδεύεται η εύφορη πεδιάδα των Σερρών. Βεβαίως, στην περιοχή προϋπήρχαν εκτεταμένες ελώδεις εκτάσεις, που πλημμύριζαν κατά καιρούς με τα νερά του Στρυμόνα· η περιοχή ήταν γνωστή ως λίμνη Κερκινίτιδα.
Το «Εθνικό Πάρκο Κερκίνης» θεσμοθετήθηκε τον Νοέμβριο του 2006, με σκοπό την προστασία της περιοχής ως φυσικής κληρονομιάς. Η προστατευόμενη έκταση του πάρκου φτάνει περίπου τα 83.100 εκτάρια και εντοπίζεται ανάμεσα στα βουνά Μπέλες και Κρούσια.

Η Κερκίνη θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους υγροτόπους της Ελλάδας και είναι προστατευμένη ως υγρότοπος διεθνούς σημασίας (σύμφωνα με τη Σύμβαση Ramsar). Είναι επίσης αναγνωρισμένη ως περιοχή IBA (Important Bird Area), δηλαδή μία από τις πιο σημαντικές για τα πουλιά στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, και χαρακτηρίζεται επιπλέον ως «Ειδικά Προστατευόμενη Μεσογειακή Περιοχή».
Στο μοναδικό αυτό υγροτοπικό οικοσύστημα έχουν καταγραφεί περισσότερα από 300 είδη πτηνών, ανάμεσά τους και αρκετά σπάνια και αυστηρά προστατευόμενα, όπως ο αργυροπελεκάνος, ο ροδοπελεκάνος, η λευκοκέφαλη βουβόπαπια, ο χρυσός αετός, ο θαλασσαετός και άλλα. Ολόκληρο τον χρόνο, η λίμνη Κερκίνη μοιάζει με ένα ζωντανό κύτταρο που συνεχώς αλλάζει μορφές και σχήματα. Από τις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα έως τα αναχώματα και τις βαλτώδεις εκτάσεις των βόρειων ακτών, η Κερκίνη αναδεικνύει διαρκώς την ευαίσθητη και εύθραυστη πολύτιμη ομορφιά της άγριας φύσης.
Στην ευρύτερη περιοχή μπορείτε να περιηγηθείτε με ασφάλεια, κάνοντας ποδήλατο στις όχθες, περπατώντας σε σημαδεμένα μονοπάτια ή συμμετέχοντας σε κάποιες από τις ολιγόωρες εκδρομές με βάρκες που αναχωρούν από τα λιμανάκια της περιοχής.
Οικολογικό Πάρκο Πάρνωνα
Αν ταξιδέψουμε στο νότιο τμήμα της Ελλάδας, στην ανατολική πλευρά της Πελοποννήσου, θα εντυπωσιαστούμε από τη γεωγραφική εικόνα του Πάρνωνα. Κοιτάζοντας έναν γεωφυσικό χάρτη –ή ακόμα και στο Google Earth– αποκαλύπτεται μπροστά μας μια μακρόστενη ορεινή κορμοστασιά. Από το βορειοανατολικό άκρο του Μοριά, κοντά στο Αργος, έως το νοτιοανατολικότερο σημείο κοντά στη Νεάπολη, το βουνό εκτείνεται για περίπου 130 χιλιόμετρα, καθορίζοντας την τοπιογραφία με την επιβλητική του παρουσία.
Από την ψευδοαλπική ζώνη των κορυφογραμμών (υψηλότερη κορφή στα 1.935 μέτρα) και τα εκτεταμένα δάση ορεινών κωνοφόρων μέχρι τους μεσογειακούς φρυγανότοπους που κατηφορίζουν στις ανατολικές και νότιες παρυφές του ώς τη θάλασσα, ο Πάρνωνας παρουσιάζει μια εντυπωσιακή ποικιλία χλωρίδας και δικαίως θεωρείται βοτανολογικός παράδεισος.
Εχουν καταγραφεί περισσότερα από 115 σπάνια φυτά, εκ των οποίων 16 ενδημικά, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το μικρό αλλά πολύτιμο δάσος από δενδρόκεδρα (Juniperus drupacea) κοντά στον Αγιο Πέτρο.

Η ορνιθοπανίδα της περιοχής περιλαμβάνει περίπου 250 είδη και, από τα θηλαστικά, αξίζει να αναφερθεί ότι ο Πάρνωνας αποτελεί ένα από τα ελάχιστα καταφύγια του απειλούμενου τσακαλιού στην Ελλάδα.
Σημαντικός είναι επίσης ο μικρός υγρότοπος της λίμνης Μούστου, που βρίσκεται στις ρίζες του ανατολικού Πάρνωνα, κοντά στο παραλιακό Αστρος. Ενα τμήμα του βουνού –περίπου 1.150.000 στρέμματα– έχει ενταχθεί στο Οικολογικό Πάρκο Πάρνωνα-Μούστου, ενώ πολλές περιοχές έχουν χαρακτηριστεί Natura 2000. Πρόσφατα, ο Πάρνωνας, χάρη στο πολυποίκιλο πολιτισμικό τοπίο και στη σπάνια βιοποικιλότητά του, εντάχθηκε στο διεθνές Δίκτυο Περιοχών «Ανθρωπος και Βιόσφαιρα» της UNESCO.
Δυστυχώς, σε πολλά σημεία των κορυφογραμμών έχουν αναπτυχθεί μεγάλα αιολικά πάρκα, που έχουν αλλοιώσει ανεπιστρεπτί την οικολογική και αισθητική τους αξία. Το κακό είναι ότι η ακόρεστη αιολική βιομηχανία συνεχίζει ακάθεκτη το καταστροφικό της έργο, εντάσσοντας συνεχώς νέες περιοχές ως υποψήφιες για την κατασκευή ακόμη μεγαλύτερων σε μέγεθος και αριθμό ανεμογεννητριών.
Το βουνό, που εκτείνεται ανάμεσα στην Αρκαδία και τη Λακωνία, μπορεί κανείς να το επισκεφθεί από πολλά σημεία.
Στις ανατολικές πλαγιές η πρόσβαση είναι εύκολη ακολουθώντας τη διαδρομή Αργος – Αστρος – Λεωνίδιο – Κυπαρίσσι, ενώ για τις δυτικές πλαγιές μπορείτε να ξεκινήσετε είτε από την Τρίπολη είτε από τη Σπάρτη.
www.efsyn.gr
❝ ετικέτες ❞ #ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ