«Η μείωση αυτή αποτελεί προϋπόθεση οικονομικής σταθερότητας και εθνικής κυριαρχίας», υπογράμμισε ο Κυριάκος Πιερρακάκης.

«Η Ελλάδα έχει την ταχύτερη αποκλιμάκωση χρέους παγκοσμίως, με το δημόσιο χρέος να ακολουθεί σταθερά καθοδική πορεία, ενώ ο στόχος είναι να βρεθεί κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029. Η μείωση αυτή, αποτελεί προϋπόθεση οικονομικής σταθερότητας και εθνικής κυριαρχίας», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, σε ομιλία του στο Gala Dinner του 7ου Συνεδρίου του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, με θέμα «The World in Disruption».

Όπως είπε, επίσης ο υπουργός, αλλάζει το πλαίσιο στη δέουσα επιμέλεια λογιστών- νέοι ρόλοι για ΥΠΕΘΟΟ, ΑΑΔΕ και Οικονομικό Επιμελητήριο. Επισημαίνοντας ότι στο νομοσχέδιο που θα ψηφιστεί την επόμενη Τετάρτη, μια σειρά από διατάξεις αποτελούν προϊόν διαλόγου με τους κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς, όπως η μείωση των προστίμων για εκπρόθεσμες μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ και η κατάργηση προστίμων για δηλώσεις με οφειλή έως 100 ευρώ.

Ενώ, για την κρίση στη Μέση Ανατολή, επανέλαβε ότι πρώτα απ’ όλα, χρειάζονται μέτρα στοχευμένα και αποτελεσματικά, που θα προστατεύουν τους πιο ευάλωτους πολίτες και τις πιο εκτεθειμένες επιχειρήσεις, χωρίς να ρισκάρουν νέες δημοσιονομικές ανισορροπίες.

Η ομιλία του Κυριάκου Πιερρακάκη

«Είναι μεγάλη τιμή να βρίσκομαι σήμερα εδώ, όντως με πολλαπλές ιδιότητες όπως αναφέρατε, αλλά εγώ θα αναφέρω και άλλη μία ιδιότητα, αυτή του μέλους του Οικονομικού Επιμελητηρίου, η οποία είναι εξαιρετικά κρίσιμη για να μπορώ να παρακολουθώ ανάμεσα σε άλλα ανεξάρτητα από την τρέχουσα ιδιότητά μου και το τι κάνετε ως δραστηριότητα. Και νομίζω ότι είστε εξαιρετικά ενεργοί και ότι το σύνολο των δράσεων σας έχει παίξει καταλυτικό ρόλο στο να μπορούμε πράγματι να έχουμε ώσμωση, Πολιτεία και Επιμελητήριο, και να μεταβολίζουμε τις προτάσεις σας σε πράξεις- αυτό ακριβώς δηλαδή το οποίο προσπαθήσαμε να κάνουμε.

Το συνέδριό σας, είναι ένα διεθνές συνέδριο που δεν αφορά μόνο τους οικονομικούς δείκτες και τους αριθμούς, αλλά τις κοινωνίες, την ασφάλεια και τις προοπτικές των πολιτών. Και σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η οικονομική πολιτική αποκτά πλέον βαθύτερο ρόλο.

Γιατί σήμερα δεν αρκεί μόνο η ανάπτυξη. Χρειάζεται ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις. Σταθερότητα μέσα στην αβεβαιότητα. Εμπιστοσύνη ότι οι κοινωνίες μας μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς απέναντι στις πραγματικά πολύ μεγάλες αλλαγές οι οποίες συντελούνται γύρω μας.

Η διεθνής συγκυρία, η αλήθεια είναι, ότι είναι ίσως πιο σύνθετη από κάθε άλλη φορά τις τελευταίες δεκαετίες. Ξεκινάω με αυτό το οποίο κατά βάση συζητάμε, την κρίση στη Μέση Ανατολή και η αλήθεια είναι ότι οι προσδοκίες για μια γρήγορη αποκλιμάκωση της κρίσης δεν έχουν, μέχρι στιγμής, επιβεβαιωθεί. Και αυτή η κρίση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κινδύνων για την παγκόσμια οικονομία και, κατ’ επέκταση, για την Ευρώπη και την Ελλάδα. Τις τελευταίες ώρες γίνονται προσπάθειες και διαπραγματεύσεις για την αποκλιμάκωση της έντασης. Ευχόμαστε αυτή τη φορά να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος και να ανοίξει ένας δρόμος μεγαλύτερης σταθερότητας και ειρήνης. Ωστόσο, η δική μας δουλειά, η δική μας αρμοδιότητα, είναι πάντοτε να είμαστε σε εγρήγορση και πάντοτε να παρακολουθούμε τα γεγονότα από κοντά.

Οι επιπτώσεις της κρίσης είναι ήδη ορατές. Οι ενεργειακές αγορές αντιδρούν με έντονη μεταβλητότητα. Το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών αυξάνεται. Τα ασφάλιστρα κινδύνου εκτοξεύονται. Οι κρίσιμοι εμπορικοί διάδρομοι, προφανώς τα Στενά του Ορμούζ αλλά και όχι μόνο, από τη Διώρυγα του Σουέζ έως τη Μεσόγειο και φυσικά μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, βρίσκονται υπό πίεση.

Αυτό πρακτικά σημαίνει μια άλλη καθημερινότητα: Με υψηλότερο κόστος ενέργειας, με ακριβότερα αγαθά, με καθυστερήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, με μεγαλύτερη πίεση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι πολίτες αισθάνονται καθημερινά αυτή την πίεση, ειδικά οι πιο ευάλωτοι και βέβαια το ίδιο και οι επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια το βαρέλι μπορεί να περιορίσει την παγκόσμια ανάπτυξη κατά περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες. Μην σας ακούγεται μικρό, παρότι οικονομολόγοι. Δεν είναι. Και γι’ αυτό, η ευθύνη μας είναι να είμαστε προετοιμασμένοι ακόμη και για τα πιο δύσκολα σενάρια.

Σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον, ξεκινώ από την Ευρώπη, η Ήπειρός μας καλείται να ισορροπήσει σε μια λεπτή γραμμή. Να στηρίξει τις κοινωνίες της και ταυτόχρονα να διατηρήσει τη δημοσιονομική σταθερότητα και την αξιοπιστία της. Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται σε ένα πάρα πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι.

Έχει γεωπολιτική αστάθεια. Η εποχή της γεωπολιτικής αθωότητας, θα λέγαμε ότι έχει τελειώσει για την Ευρώπη, είτε μιλάμε για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, είτε μιλάμε για τα ζητήματα τα οποία έχουν προκύψει συνολικά στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με την Κίνα, με τον διεθνές γεωπολιτικό παζλ το οποίο διαχειριζόμαστε, έχει να κάνει όμως και με την ενεργειακή αβεβαιότητα, με τον τεχνολογικό ανταγωνισμό και βέβαια με πιέσεις στην ανάπτυξη. Γι’ αυτό και η απάντηση της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι ούτε διστακτική, ούτε και αποσπασματική.

Πρέπει να είναι στρατηγική, ενιαία και αποφασιστική. Καμία χώρα μόνη της δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κρίσεις τέτοιου μεγέθους. Χρειαζόμαστε κοινό ευρωπαϊκό σχεδιασμό και σίγουρα ταχύτερο συντονισμό. Πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μέτρα στοχευμένα και αποτελεσματικά, που να προστατεύουν τους πιο ευάλωτους πολίτες και τις πιο εκτεθειμένες επιχειρήσεις, χωρίς να ρισκάρουν νέες δημοσιονομικές ανισορροπίες.

Αλλά όλα αυτά εν τέλει, είναι μόνο η αρχή. Γιατί η πραγματική πρόκληση είναι στρατηγική. Μέχρι σήμερα η κριτική που ακούμε στην Ευρώπη είναι ότι έχουμε περιοριστεί στη διαχείριση των κρίσεων. Η Ευρώπη δεν μπορεί να κάνει μόνο αυτό, πρέπει να διαμορφώσει το μέλλον της. Και αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ενεργειακή αυτονομία. Να μειώσει τις εξαρτήσεις της από ορυκτά καύσιμα και από τις ασταθείς γεωπολιτικές ζώνες. Να επενδύσει ακόμη πιο δυναμικά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και στα ευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα. Αυτή είναι μια πολιτική ασφάλειας και οικονομικής ανθεκτικότητας.

Εδώ να αναφέρω ότι στην τελευταία συνεδρίαση του Eurogroup, που είχαμε πριν από λίγες ημέρες, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας παρουσίασε μια έρευνα που έχει κάνει μια αποτίμηση των μέτρων. Και αυτό το οποίο είδαμε σε αυτή την αποτίμηση ήταν ότι η ένταση αυτού που βιώνουμε οικονομικά είναι 12% μικρότερη από ό,τι θα ήταν λόγω των κινήσεων που έχουμε κάνει μετά το 2022. Δηλαδή, περαιτέρω διαφοροποίηση της ενέργειας και προφανώς περαιτέρω επενδύσεις στις ενεργειακές μας υποδομές. Φτάνουν όλα αυτά; Όχι. Πρέπει να κάνουμε και πολλά άλλα. Και αυτό το οποίο σίγουρα τονίζουμε όλοι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι το ό,τι κάνεις σε μια κρίση, έχει το εξής χαρακτηριστικό: μένει.

Τα αποτελέσματα των πολιτικών που ελήφθησαν τη δεκαετία του ’70, μετά τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις, έμειναν μέχρι σήμερα. Ανακαλύψαμε για πρώτη φορά τη σοβιετική ενέργεια, τότε, το 40% της παγκόσμιας υποδομής στα πυρηνικά, της ευρωπαϊκής μάλλον υποδομής στα πυρηνικά χτίστηκε τότε, αυξήθηκε η εξερεύνηση στην Βόρεια Θάλασσα των πετρελαϊκών πόρων και δημιουργήθηκε η Διεθνής Επιτροπή Ενέργειας, International Energy Agency. Υπήρχαν θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Τα πράγματα που έγιναν τότε. Αλλά τα πράγματα που έγιναν τότε μας επηρέασαν, μας επηρεάζουν ουσιαστικά, στην πραγματικότητα μέχρι σήμερα. ‘Αρα, ό,τι κάνεις βραχυπρόθεσμα θα έρθει να σε επηρεάσει μακροπρόθεσμα. Και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουμε και σίγουρα οφείλουμε να το γνωρίζουμε και να το αντιλαμβανόμαστε περαιτέρω.

www.ieidiseis.gr