Στάθης Σχινάς

Τα έσοδα από τον ΦΠΑ στην εξαετία Μητσοτάκη σχεδόν διπλασιάστηκαν, όταν η αύξηση του ΑΕΠ συν τον πληθωρισμό αθροίζεται για την ίδια περίοδο στο 32,9%!

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται ο προϋπολογισμός που παρουσίασε η κυβέρνηση για το 2026. Βάσει του προσχεδίου το οποίο δημοσιεύτηκε, τα αναμενόμενα έσοδα από τους έμμεσους φόρους θα πραγματοποιήσουν νέο άλμα. Και η φοροληστεία θα ολοκληρωθεί με διπλασιασμό σχεδόν του ΦΠΑ από το 2020 έως και το 2026. Έτσι η Ελλάδα εισέρχεται στον έβδομο χρόνο Μητσοτάκη, με την κυβέρνηση να πανηγυρίζει για τα «οικονομικά επιτεύγματά» της, ενώ παράλληλα περισσότερα από τα 4/5 και πλέον των Ελλήνων ασθμαίνουν κοινωνικά και οικονομικά λόγω της παρατεταμένης φτωχοποίησης. Μπορεί η κυβέρνηση να επιδεικνύει θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα και θετικό ισοζύγιο, τουλάχιστον για το 2025, όμως δεν υπάρχει ούτε μία δημοσκόπηση που να μην καταγράφει την αγανάκτηση της συντριπτικής πλειονότητας των ερωτωμένων για την ακρίβεια.

Με βάση τα στοιχεία των δημοσιευμένων προϋπολογισμών από το υπουργείο Οικονομικών, την περίοδο 2020-2026 η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αυξήσει τα έσοδα από τον ΦΠΑ από τα 15,3 στα 29 και πλέον δισ. ευρώ, αφαιρώντας έτσι τεράστια ποσά, ουσιαστικά, από την αγοραστική δύναμη της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού. Το οικονομικό παράδοξο, βέβαια, είναι ότι αυτό συμβαίνει σε συνθήκες συρρίκνωσης της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων, που βρίσκονται στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την πλευρά αυτή. Σε συνθήκες συνεχιζόμενου πληθωρισμού και διατήρησης ουσιαστικά των μισθών και των συντάξεων σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από την πληθωριστική έξαρση της περιόδου 2021-2025 είναι προφανές -και χιλιοδιατυπωμένο- ότι η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων καταναλωτών έχει περικόψει σημαντικό μέρος των δαπανών της, προσπαθώντας να διαχειριστεί την πολύ δύσκολη καθημερινότητα. Ο μόνος παράγοντας που ενισχύει τη ζήτηση και διατηρεί σε πάρα πολλούς τομείς υψηλά τις τιμές είναι κυρίως ο τουρισμός, αλλά και οι ομάδες εκείνες του πληθυσμού που εμφανώς ή αφανώς έχουν ευνοηθεί από την κυβερνητική πολιτική, κυρίως μέσω της κατασπατάλησης των κοινοτικών κονδυλίων. Γιατί σαφώς χρήζει απάντησης πώς είναι δυνατό σε συνθήκες οικονομικής δυστοκίας του 80% του ελληνικού πληθυσμού οι τιμές να αυξάνονται και η κατανάλωση κατ’ όγκον ουσιαστικά να έχει σημειώσει μικρή υποχώρηση, τουλάχιστον με βάση τα επίσημα στατιστικά στοιχεία. Γιατί οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν εντελώς διαφορετικές τάσεις, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των καταναλωτών δηλώνει ότι έχει κάνει σημαντικές περικοπές ακόμα και στις αγορές για τρόφιμα.

Το «μυστικό της επιτυχίας»

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και θετικού ισοζυγίου για το 2025 -από ό,τι όλα δείχνουν στον προϋπολογισμό- είναι αποτέλεσμα της τρομακτικής αύξησης των έμμεσων φόρων. Τα στοιχεία στον πίνακα που παραθέτουμε, και τα οποία προέρχονται από το υπουργείο Οικονομικών, είναι αποκαλυπτικά.

Αν αθροιστούν οι έμμεσοι φόροι ανά έτος, κυρίως από τον ΦΠΑ, προκύπτει ότι αυτή την εξαετία η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αφαιρέσει αθροιστικά από την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών σχεδόν 40 δισ. ευρώ, κάτι που εξηγεί απολύτως τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης και δεν δικαιολογεί καθόλου την εμμονή της κυβέρνησης να αρνείται τη μείωση του ΦΠΑ, προφασιζόμενη μάλιστα ότι δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα, όταν την ίδια στιγμή στην Κύπρο τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η κατάργηση του ΦΠΑ από μερικές χιλιάδες είδη πρώτης ανάγκης οδήγησε και σε αποπληθωρισμό -2,3%. Αξίζει να σημειωθεί πως και η Ισπανία κατέγραψε την τελευταία περίοδο πληθωρισμό χαμηλότερο της Ελλάδας.

Το ανέκδοτο των επενδύσεων

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν τομείς στους οποίους έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές επενδύσεις την τελευταία πενταετία, κυρίως στο μέτωπο του τουρισμού, από ξένες εταιρείες ή funds. Παρ’ όλα αυτά, το επενδυτικό χάσμα, σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε καμία περίπτωση δεν έχει καλυφθεί, όπως παραδέχεται και το προσχέδιο του προϋπολογισμού που κατέθεσε η κυβέρνηση. Όμως οι προβλέψεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη από το 2020 ως το 2025-2026 σε ό,τι αφορά την πραγματοποίηση επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου στην Ελλάδα είναι ίσως το πιο σύντομο ευρωπαϊκό ανέκδοτο. Σύμφωνα με τις εκθέσεις των προϋπολογισμών της προαναφερθείσας περιόδου, προκύπτει ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ προβλέψεων και υλοποιήσεων, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζει τα όρια του παραλόγου όχι ως προς το αποτέλεσμα, αλλά ως προς την πρόβλεψη που είχε κάνει ο εκάστοτε υπουργός Εθνικής Οικονομίας. Ο πίνακας που παραθέτουμε είναι χαρακτηριστικός, καθώς αν εξαιρέσει κανείς τη δικαιολογημένη απόκλιση τη χρονιά της Covid, στις άλλες χρονιές οι αποκλίσεις είναι σημαντικές και κυμαίνονται από 5% έως 10%. Η εμμονή, μάλιστα, ειδικά του πρώην υπουργού Οικονομίας Χρ. Σταϊκούρα στον σχηματισμό ακαθάριστου πάγιου κεφαλαίου της τάξης του 20% ανά έτος αποδείχθηκε στην πράξη ότι ήταν πομφόλυγα.

Από το 2008 στο 2025-2026

Το 2008 ήταν η τελευταία χρονιά ανάπτυξης πριν από τη μεγάλη κρίση. Τότε το ΑΕΠ της χώρας είχε φτάσει τα 240 δισ. ευρώ, οι καταθέσεις στις τράπεζες τα 250 δισ. ευρώ και η δανειοδότηση των επιχειρήσεων και των ιδιωτών από τις τράπεζες περίπου τα 300 δισ. ευρώ, μιας και οι τράπεζες δανείζονταν από τη διατραπεζική στο εξωτερικό για να χρηματοδοτήσουν τους πελάτες τους. Έτσι καλυπτόταν η διαφορά μεταξύ των καταθέσεων και των δανειοδοτήσεων.

Για το 2025 και για το 2026 σε τρέχουσες τιμές η κυβέρνηση με τον προϋπολογισμό της υποστηρίζει ότι το ΑΕΠ θα κυμανθεί γύρω στα 250 δισ. ευρώ το 2025 και γύρω στα 260 δισ. ευρώ το 2026. Ποια ήταν, όμως, η εικόνα της αγοράς τότε (2008) και ποια είναι τώρα; Κατ’ αρχάς, υπήρχε άφθονο τραπεζικό χρήμα. Σήμερα οι τράπεζες δανείζουν με το σταγονόμετρο, και μάλιστα οι δανειοδοτήσεις υπολείπονται σημαντικά των μειωμένων κατά 90 δισ. καταθέσεων (αλήθεια, ποιος τα έχασε;). Τότε ο αριθμός των καταθετών ήταν πάρα πολύ μεγάλος και με ικανά ποσά στους λογαριασμούς. Τώρα μόνο ένα 10%, ίσως και λιγότερο, των Ελλήνων αποταμιεύει και έχει τραπεζικές καταθέσεις με κάποιο… περιεχόμενο. Άρα η εικόνα στην αγορά για τη συντριπτική πλειονότητα δεν θυμίζει σε καμιά περίπτωση και σε τίποτα την προ κρίσης περίοδο. Κυρίως, όμως, δεν θυμίζει σε τίποτα το 2008 σε σχέση με το επίπεδο ευημερίας που υπήρχε τότε. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης για είσοδο της οικονομίας σε ενάρετο κύκλο και αναπτυξιακή τροχιά δεν έχουν να κάνουν σε τίποτα με την καθημερινότητα των πολιτών. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο το οποίο εντέλει ισχύει είναι ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει εκμεταλλευτεί τα μάλα τον λεγόμενο καθαρό διάδρομο που παρέδωσε η κυβέρνηση της Αριστεράς το 2019. Τα μεγάλα προβλήματα για την Ελλάδα θα αρχίσουν το 2032, όταν θα χρειαστεί να αποπληρώνει δάνεια και να καταβάλλει τόκους για το σύνολο των δανείων που έχει λάβει.

Η μείωση της ιδιοκατοίκησης

Χαρακτηριστική της επικρατούσας κατάστασης είναι η συνεχής εκποίηση του ατομικού πλούτου και των περιουσιών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων διαβίωσης. Τα εμφανισθέντα με το πρώτο Μνημόνιο καταστήματα αγοράς χρυσού έναντι μετρητών εξακολουθούν να μεσουρανούν, καθώς «υπάρχει δουλειά». Την κατάσταση αποτυπώνει, επίσης, και ο συνεχώς μειούμενος ρυθμός των πολιτών με ιδιόκτητη κατοικία. Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα το 2008 ήταν 76,5%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το 2025 εκτιμάται ότι είναι κάτω από το 70%, συνεχίζοντας την πτωτική τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από τη Eurostat αφορούν το 2024, με την ιδιοκατοίκηση να έχει υποχωρήσει στην περιοχή του 69%.

www.avgi.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ