Γιάννης Α. Μυλόπουλος

Δεν είναι βέβαιο αν η επιστροφή της ελληνικής πολιτικής, εν έτει 2022, στα χρόνια του παλιού ελληνικό σινεμά του 1950 και του 1960 αντανακλά περισσότερο τη διαχρονική αξία εκείνων των ταινιών ή αν δείχνει μια υστέρηση της σημερινής πολιτικής ζωής και μια οπισθοδρόμησή της 60 και 70 χρόνια πίσω.

Εκείνο πάντως που είναι ευκρινές και ευδιάκριτο σήμερα είναι ότι ο βίος και η πολιτεία της κυβέρνησης Μητσοτάκη μας δίνει κάθε τόσο την αφορμή να επιστρέφουμε στο παρελθόν και να ξαναθυμόμαστε τη σάτιρα των παλιών καλών ελληνικών κωμωδιών.

Πρώτο παράδειγμα η εξαφάνιση της είδησης της πρωτιάς της Ελλάδας στους θανάτους από την πανδημία. Πουθενά στα ΜΜΕ και σε καμία από τις δηλώσεις των στελεχών της κυβέρνησης δεν αναφέρονται πλέον οι εκατόμβες των καθημερινών νεκρών από την πανδημία, που μας κατατάσσουν τελευταίους στην Ευρώπη και από τους τελευταίους στον κόσμο. Η σιγή ασυρμάτου μάλιστα έχει επιβληθεί σε μια συγκυρία που, ενώ τα κράτη της υπόλοιπης Ευρώπης έχουν καταφέρει, με την ενίσχυση των συστημάτων υγείας τους, να μειώσουν δραστικά τις απώλειες από την πανδημία, οι Βρυξέλλες εκπέμπουν σήμα κινδύνου για την εκτόξευση των θανάτων στην Ελλάδα και για την ευρωπαϊκή πρωτιά μας με αριθμούς ρεκόρ στους καθημερινούς και εβδομαδιαίους αριθμούς των νεκρών.

Η τακτική της αποσιώπησης της αλήθειας, για την οποία ανησυχεί η Ευρώπη αλλά εμείς κάνουμε σαν να μην υπάρχει, μας επαναφέρει στην ταινία του 1954, σε σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου, με τίτλο: «Οι γαμπροί της Ευτυχίας».

Οι… κουτοπονηριές στις οποίες επιδίδονταν ο Βασίλης Αυλωνίτης για να παντρέψει τη γεροντοκόρη αδερφή του, την οποία υποδύονταν η Γεωργία Βασιλειάδου, με σκοπό να κρύψει την πραγματική ηλικία της, επανέρχονται μέσα από τις κουτοπονηριές που μετέρχεται η σημερινή κυβέρνηση και το φιλοκυβερνητικό επικοινωνιακό σύστημα, προκειμένου να κρύψουν τη μεγάλη αλήθεια που «ο κόσμος έχει τούμπανο κι εμείς πολύ… κρυφό καμάρι».

Παρακολουθώντας λοιπόν ειδήσεις στα φιλοκυβερνητικά κανάλια και παρατηρώντας την εξαφάνιση της είδησης για τις εκατόμβες των καθημερινών θανάτων, ξαναζούμε σε σύγχρονη έκδοση τη γνωστή σκηνή που ο υποψήφιος γαμπρός Νίκος Ρίζος ρωτά τον Αυλωνίτη αν είναι μεγάλη η αδερφή του. Κι εκείνος για να αποφύγει την απάντηση πετάει την κλασσική ατάκα:

«Ε, δεν είναι και σαν την Πελοπόννησο…»

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αυτόν του «στρίβειν δια της… Πελοποννήσου» άλλωστε, αποκρύπτει το φιλοκυβερνητικό επικοινωνιακό σύστημα και τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης και της υπερβάλλουσας ακρίβειας στη χώρα μας, κάνοντας συχνές αναφορές στην οικονομική κρίση της γειτονικής Τουρκίας. Που φαίνεται να μοιάζει σε μέγεθος περισσότερο με την… Πελοπόννησο.

Και λίγο παρακάτω, στην ίδια ταινία, η μέθοδος του αντιπερισπασμού που χρησιμοποιεί ο Αυλωνίτης για να μην αποκαλύψει την αλήθεια για την αδερφή του, παραπέμπει στη σημερινή επιμονή των ΜΜΕ να… ξεσκονίζουν, σαν πρώτη είδηση, επί βδομάδες τις ίδιες λεπτομέρειες από παρελθούσες ειδήσεις για φόνους και βιασμούς, προκειμένου να κρύψουν την αλήθεια για τους χιλιάδες αδικοχαμένους της πανδημίας.

Πρόκειται για τη θρυλική ατάκα του Αυλωνίτη «Καφέ, θες καφέ;», την οποία χρησιμοποιεί ο εξαιρετικός κωμικός για να αποφύγει να απαντήσει ευθέως στην επίμονη ερώτηση του υποψήφιου γαμπρού αν η νύφη είναι ωραία.

Και βέβαια η απάντηση του πρωθυπουργού στο Νίκο Χατζηνικολάου, όταν ρωτήθηκε για τους νεκρούς της πανδημίας, ότι μπορεί να είχαμε πολλά θύματα, σώσαμε όμως τον τουρισμό, θυμίζει και πάλι τον Αυλωνίτη στην ίδια ταινία.

Ο οποίος, κάθε φορά που ο υποψήφιος γαμπρός τον ρωτούσε για την ηλικία της νύφης, προσπαθούσε να συμψηφίσει την προχωρημένη ηλικία της αδερφής του, με την προίκα που θα έδινε σε όποιον τολμηρό θα την παντρεύονταν.

Το επιμύθιο της ταινίας, με τη γεροντοκόρη να παντρεύεται τελικά τον συνομήλικο παλιό της αγαπημένο που, σαν από μηχανής Θεός, επιστρέφει ξαφνικά στη ζωή της, στέλνει το μήνυμα του ανέφικτου, του ατελέσφορου, του αδιέξοδου, όσο και του βραχυπρόθεσμου και εντέλει του μάταιου της τακτικής της απόκρυψης της αλήθειας. Ένα μήνυμα πάντως που δεν δείχνει να έχει λάβει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία πιστεύει ότι θα συνεχίσει μέχρι τέλους να ξεγελά τους πάντες για τα πάντα.

Αλλά και με τα όσα απαράδεκτα διημείφθησαν στην on camera συζήτηση του Πέτρου Δούκα με τον Σπήλιο Λιβανό και έγιναν αιτία αποπομπής τους από κόμμα και κυβέρνηση αντίστοιχα, ξαναζήσαμε τη θρυλική ταινία του 1965 με τίτλο: «Υπάρχει και φιλότιμο».

Η εποποιία των πελατειακών σχέσεων και των παλαιοκομματικών μεθόδων της εξαγοράς ψηφοφόρων με τις οποίες η κυβέρνηση της ΝΔ κέρδισε τις εκλογές του 2007, όπως συνελήφθησαν να την περιγράφουν κομπάζοντας και γελώντας τα δύο στελέχη της ΝΔ, μας ξαναγύρισαν στα χρόνια του υπουργού Μαυρογιαλούρου και στις μεθοδεύσεις του παμπόνηρου κομματικού συνεργάτη του Κρούεζα.

Μόνο που το επιμύθιο εκείνης της ταινίας ήταν αυτό που ακριβώς σηματοδοτούσε και ο τίτλος της. Ότι δηλαδή η παραίτηση του υπουργού Μαυρογιαλούρου όταν, πλήρης ντροπής, αντιλήφθηκε τα πελατειακά παιχνίδια που παίζονταν πίσω από την πλάτη του σε βάρος των ψηφοφόρων, σηματοδοτούσε ένα αισιόδοξο μήνυμα: Ότι ο πολιτικός κόσμος εκείνη την εποχή, διέθετε ακόμη φιλότιμο.

Σε πλήρη αντίθεση με τη σημερινή εποχή, όπου δεν υπάρχει ίχνος φιλότιμου. Αφού τα στελέχη της ΝΔ δεν παραιτήθηκαν, ούτε διαγράφτηκαν επειδή ξαφνικά έπεσαν από τα σύννεφα.

Αντίθετα, οι τιμωρίες τους ήρθαν επειδή τα δύο στελέχη αποκάλυψαν δημοσίως τα καλά κρυμμένα «μυστικά» της παράταξής τους, τα οποία γνώριζαν οι πάντες που παροικούν την Ιερουσαλήμ της Δεξιάς.

Η τιμωρία τους δηλαδή από τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν έχει το νόημα της κάθαρσης, όπως στην ταινία, αλλά αντίθετα, προδίδει την ενοχή της Δεξιάς για πράξεις διαφθοράς, για τις οποίες όμως δεν τιμωρήθηκαν όσοι τις διέπραξαν, αλλά μόνον εκείνοι που τις αποκάλυψαν.

Όπως και να έχει, το να συμβαίνουν σήμερα στα σοβαρά όσα σαν στοιχεία σάτιρας χρησιμοποιούνταν 70 χρόνια πριν στο ελληνικό σινεμά για να γελάσει ο πικραμένος από τον πόλεμο και τον εμφύλιο κόσμος, μάλλον δεν είναι δείγμα προόδου.

Αν η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, η επανάληψη της κινηματογραφικής φάρσας σίγουρα δεν γράφει ιστορία.

Γιατί αυτό που ζούμε σήμερα, μάλλον σαν παρωδία των παλιών καλών ελληνικών ταινιών εξελίσσεται…

❝ ετικέτες ❞ #ΜΑΥΡΟΓΙΑΛΟΥΡΟΣ