Οι καταναλωτές κάνουν περικοπές ακόμη και στα προϊόντα διατροφής, την ώρα που η πραγματική ανεργία παραμένει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο

Σε ένα περιβάλλον όπου σημειώνεται ρεκόρ πληθωρισμού εικοσιπενταετίας, οι πολίτες «βλέπουν» τα εισοδήματά τους να μειώνονται, την ώρα που το ράλι των ανατιμήσεων συνεχίζεται. Δυστυχώς, η κατάσταση αναμένεται να χειροτερεύσει. Παράγοντες της αγοράς κάνουν λόγο για επερχόμενο κύμα ανατιμήσεων σε ευρύ φάσμα αγαθών και υπηρεσιών, που θα φτάσει έως 30%, ενώ η Κομισιόν προβλέπει ότι ο πληθωρισμός του 2022 θα είναι πενταπλάσιος του αντίστοιχου του 2021.

Περικοπές και ακρίβεια

Την ίδια ώρα, χιλιάδες πολιτών τα βγάζουν πολύ δύσκολα εις πέρας. Με βάση τις πιο πρόσφατες μετρήσεις της NielsenIQ, οι πωλήσεις σε αξία στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων τον Ιανουάριο φέτος παρουσίασαν αρνητική τάση (στο -3,4%) σε σύγκριση με τον Ιανουάριο του 2021. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προβλέψεις των αρμόδιων αναλυτών δείχνουν ότι αναμένεται να υπάρξει πτώση στις πωλήσεις (όγκος) για το σύνολο της τρέχουσας χρονιάς, η οποία θα φτάσει το 5%, κάτι το οποίο δείχνει ότι οι πολίτες κάνουν περικοπές ακόμη και από βασικά προϊόντα διατροφής, τα οποία ολοένα και ακριβαίνουν.

Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθωρισμό Ιανουαρίου, στα τρόφιμα η κατηγορία αρνί-κατσίκι αυξήθηκε κατά 17,6%, τα νωπά λαχανικά κατά 14,4, το ελαιόλαδο κατά 15,4%, άλλα βρώσιμα έλαια κατά 17,3%, οι πατάτες κατά 12,3% και τα νωπά φρούτα κατά 8,4%.

Οξύ είναι και το πρόβλημα στις τιμές ενέργειας. «Πρωταθλήτρια» των αυξήσεων ήταν και πάλι η τιμή στο φυσικό αέριο, η οποία εκτοξεύτηκε κατά 154,8%, ενώ ακολούθησε το ρεύμα με 56,7%, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης σημειώνοντας άνοδο της τάξης του 36% και τα καύσιμα-λιπαντικά με αύξηση 21,6%.

Μείωση εισοδήματος

Παράλληλα, στο λιανεμπόριο επικράτησε μείωση τζίρου -και μάλιστα σε περίοδο εκπτώσεων-, η οποία έφτασε στο 50% για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ στις μεγάλες αλυσίδες, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, η μείωση ήταν της τάξης του 30%-35%. Τους κινδύνους στην οικονομία και το κλίμα αβεβαιότητας που δημιουργεί η ανάφλεξη της ακρίβειας αποτυπώνουν οι έρευνες του ΙΟΒΕ, σύμφωνα με τις οποίες το 59% των καταναλωτών προέβλεψε ότι θα προβεί σε λιγότερες ή πολύ λιγότερες δαπάνες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στοιχεία της ΓΣΕΕ δείχνουν ότι οι απώλειες στον κατώτατο μισθό μόνο τον περασμένο Δεκέμβριο άγγιξαν το 10,4%, ενώ εργαζόμενοι σε καθεστώς μερικής απασχόλησης απώλεσαν το 13,7% του μέσου μισθού τους σε μόλις έναν μήνα.

Ράλι και στην ανεργία

Παράλληλα, περισσότερους από 500.000 ανέργους που είναι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ δεν καταμετρά η Ελληνική Στατιστική Αρχή, διευρύνοντας τον προβληματισμό για τη μεθοδολογία που ακολουθεί.

Παρουσιάζεται έτσι το οξύμωρο φαινόμενο να αυξάνονται οι άνεργοι, αλλά να μειώνεται το ποσοστό της ανεργίας στη χώρα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή, τον μήνα Δεκέμβριο 2021 ο αριθμός των ανέργων, που αναζητούν εργασία, υποχώρησε και διαμορφώθηκε σε 596.067 άτομα και το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 12,8%.

Όμως τον ίδιο μήνα, τον Δεκέμβριο του 2021, ο ΟΑΕΔ κατέγραψε 1.100.099 ανέργους, οι οποίοι επίσης αναζητούν εργασία. Μάλιστα, ο αριθμός τους είναι αυξημένος σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, που οι εγγεγραμμένοι άνεργοι ήταν 1.081.622 άτομα.

Η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς η Ελλάδα κατέγραψε το γ’ τρίμηνο του 2021 τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τη μετάβαση από την ανεργία στην απασχόληση, ενώ κατέγραψε και το υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας, ήτοι 67,1%. Η δε ανεργία στους νέους έχει σκαρφαλώσει στο 39,1%.

Κίνδυνος φτωχοποίησης για πάνω από 3 εκατομμύρια πολίτες

Παράλληλα, η κατάσταση στην κοινωνία είναι ιδιαιτέρως προβληματική την ώρα που το ράλι τιμών οδηγείται από το ένα ρεκόρ στο άλλο, ροκανίζοντας τα εισοδήματα των πολιτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της  Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2020 της ΕΛΣΤΑΤ, o πληθυσμός της χώρας που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 28,9% (3.043.869 άτομα).

Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.266 ευρώ ετησίως ανά μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 11.059 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενηλίκους και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.

Για το έτος 2020, το βάθος (χάσμα) κινδύνου φτώχειας ανήλθε σε 26,9% του κατωφλιού του κινδύνου φτώχειας, σημειώνοντας αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Με βάση το ποσοστό αυτό, εκτιμάται πως το 50% των φτωχών κατέχουν εισόδημα μικρότερο από το 73,1% του κατωφλιού του κινδύνου φτώχειας.

Οταν τα είδη διατροφής αποτελούν το 35,9% των συνολικών μηνιαίων δαπανών των φτωχότερων νοικοκυριών, με βάση τα στοιχεία της  Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι ανατιμήσεις στα βασικά προϊόντα τροφίμων γίνονται δυσβάσταχτες, την ώρα η κυβέρνηση δεν λαμβάνει το παραμικρό μέτρο ανακούφισης των ευάλωτων νοικοκυριών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον μήνα Ιανουάριο, το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα» διαμορφώθηκε στο 65%.