- Ο πρώην Πρωθυπουργός με την ομιλία του υποσχέθηκε αλλαγή του παραγωγικού και κοινωνικού μοντέλου της χώρας και έθιξε κάθε πτυχή της καθημερινότητας του πολίτη
Την έναρξη του προεκλογικού αγώνα της ΕΛ.Α.Σ σήμανε από τη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 2ας Σεπτεμβρίου ο Αλέξης Τσίπρας με την παρουσίαση του άκρως ενδιαφέροντος οικονομικού προγράμματος που έχει καθαρά πολιτικό πρόσημο σε μια πιο κεϋνσιανή προσέγγιση.
Ο πρώην Πρωθυπουργός με την ομιλία του υποσχέθηκε αλλαγή του παραγωγικού και κοινωνικού μοντέλου της χώρας με ορίζοντα δεκαετίας και ανέδειξε ένα μεγάλο κατάλογο δεσμεύσεων που αγγίζει σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητας: μισθούς, φόρους, ακρίβεια, ρεύμα, κατοικία, συντάξεις, παιδεία, επενδύσεις και κράτος.
Το μήνυμα του Αλ. Τσίπρα που μίλησε για μια χαμένη επταετία λόγω της διακυβέρνησης της ΝΔ υπό την πρωθυπουργία του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν σαφές, καθώς δεν ζήτησε απλώς κυβερνητική εναλλαγή, αλλά αλλαγή πορείας.
Αυτό ήταν και το βασικό πολιτικό του μήνυμα, ενώ στο καθαρά οικονομικό στάθηκε σε συγκεκριμένους αριθμούς, συγκεκριμένες παρεμβάσεις και ένα λογαριασμός που θα πρέπει να βγει μετά από μια μεγάλη στροφή, δηλ. από την κατανάλωση στην παραγωγή.
Ο Αλ. Τσίπρας όμως έβαλε και ένα μεγάλο πολιτικό στοίχημα, τη διακυβέρνηση με την προσπάθεια του να μετατρέψει τις επόμενες εκλογές σε σύγκρουση για τη διαφθορά, την αδιαφάνεια και τη συγκέντρωση εξουσίας. Αυτό φάνηκε εξ αρχής με τις αναφορές για όρους μαφίας, δείχνοντας το πρωθυπουργικό επιτελείο και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, καταγγέλλοντας απευθείας αναθέσεις, περιορισμένο ανταγωνισμό στις δημόσιες συμβάσεις, αποδυνάμωση ελέγχων και συγκέντρωση αποφάσεων στο Μέγαρο Μαξίμου.
Με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά επιχειρεί να διαμορφώσει του δίλημμα που θέλει να θέσει στην πορεία προς τις εκλογές: συνέχιση της ίδιας πορείας ή αλλαγή μοντέλου;
Ο πρώην Πρωθυπουργός κατέθεσε μια σειρά δεσμεύσεων και η πρώτη εξ αυτών επιχειρεί να χτυπήσει στην καρδιά της ελληνικής οικονομίας. Η θέση του απλή, ότι το πρόβλημα δεν είναι πως οι Έλληνες δεν δουλεύουν αρκετά, αλλά πως η εργασία παράγει λιγότερη αξία, λόγω χαμηλής παραγωγικότητας, περιορισμένων επενδύσεων και τεχνολογικής υστέρησης.
Άρα, ο Αλ. Τσίπρας μιλώντας για παραγωγική ανασυγκρότηση και νέα βιομηχανική πολιτική δίνει ένα νέο εθνικό όραμα πέρα από γενικές εξαγγελίες περί ανάπτυξης. Πρότεινε συγκεκριμένους τομείς στους οποίους θα κατευθυνθούν χρηματοδότηση, έρευνα, υποδομές και εκπαίδευση: φάρμακα και βιοτεχνολογία, τρόφιμα, ενεργειακός εξοπλισμός, αποθήκευση, ναυτιλιακή τεχνολογία, κρίσιμα υλικά και αμυντική παραγωγή.
Και ουσιαστικά, το πολιτικό στοίχημα του Αλ. Τσίπρα είναι να περάσει η Ελλάδα από μια οικονομία που καταναλώνει και εισάγει σε μια οικονομία που παράγει και εξάγει.
Χρηματοδοτικός βραχίονας το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης. Η πρόταση της ΕΛΑΣ, προβλέπει 12 δισ. ευρώ πρωτογενών κεφαλαίων στην τετραετία, από δημόσιους πόρους, συμμετοχή εγχώριων επιχειρήσεων και έσοδα από την Golden Visa. Με μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων, ο στόχος ανεβαίνει στα 25 δισ. ευρώ στην τετραετία και πάνω από 50 δισ. σε ορίζοντα δεκαετίας.
Στο σημείο αυτό βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα του σχεδίου. Αν το Ταμείο λειτουργήσει όπως περιγράφεται, μπορεί να αποτελέσει τον χρηματοδοτικό βραχίονα μιας διαφορετικής αναπτυξιακής πολιτικής. Αν όχι, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένας ακόμη μηχανισμός διαχείρισης δημόσιου χρήματος.
Γι’ αυτό και έχει ιδιαίτερη σημασία η δέσμευση για ανεξάρτητη αξιολόγηση, πλήρη δημοσιότητα των δικαιούχων και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Η προεκλογική υπόσχεση εδώ δεν είναι μόνο «θα δώσουμε χρήματα». Είναι ότι θα αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο δίνονται.
Πατριωτική εισφορά 1% από το πλουσιότερο 1%
Η δεύτερη μεγάλη δέσμευση είναι ακόμη πιο πολιτικά αιχμηρή. Η «Πατριωτική Εισφορά» απευθύνεται στο ισχυρότερο 1% και προβλέπει επιβάρυνση 1% επί της καθαρής περιουσίας, σε αντικατάσταση άλλων γενικών επιβαρύνσεων πάνω στην ίδια περιουσία. Παράλληλα, προτείνονται φοροελαφρύνσεις για οικογένειες και μικρές επιχειρήσεις.
Η πολιτική γραμμή είναι ξεκάθαρη: περισσότερα από αυτούς που έχουν περισσότερα, λιγότερα από αυτούς που σηκώνουν σήμερα το μεγαλύτερο βάρος.
Στο ίδιο πακέτο περιλαμβάνονται κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, κατάργηση της προκαταβολής φόρου για ατομικές επιχειρήσεις, μείωση της προκαταβολής για νομικά πρόσωπα, διπλασιασμός της έκπτωσης φόρου για οικογένειες με παιδιά και ρυθμίσεις οφειλών έως 120 δόσεις.
Αναδιανομή του φορολογικού βάρους και μισθοί
Το πρόγραμμα, επομένως, επιχειρεί μια μεγάλη αναδιανομή του φορολογικού βάρους και αυτόματα δημιουργούνται ερωτήματα για την δημοσιονομική επίπτωση όλων αυτών.
Το μεγάλο κοινωνικό στοίχημα είναι οι μισθοί. Η δέσμευση είναι κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ μέσα στο 2027 και μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης 1.800 ευρώ στο τέλος της τετραετίας.
Η διαφορά από μια απλή προεκλογική εξαγγελία είναι ότι η αύξηση συνδέεται με συλλογικές διαπραγματεύσεις, κλαδικές συμβάσεις και παραγωγικότητα. Με άλλα λόγια, η πρόταση της ΕΛΑΣ είναι ουσιαστικά ότι οι μισθοί πρέπει να αυξηθούν επειδή η οικονομία πρέπει να παράγει περισσότερη αξία.
Αυτό όμως δημιουργεί και την πιο δύσκολη προϋπόθεση του σχεδίου: χωρίς επενδύσεις και παραγωγικότητα, οι υψηλότεροι μισθοί μπορεί να μετατραπούν σε πρόσθετη πίεση για τις επιχειρήσεις. Άρα οι δύο πρώτες δεσμεύσεις -παραγωγή και μισθοί- είναι στην πραγματικότητα μία ενιαία οικονομική εξίσωση.
Κατάργηση των Πανελλαδικών
Η κατάργηση των Πανελλαδικών αποτελεί τη μεγαλύτερη θεσμική τομή του πακέτου. Προτείνεται σύστημα πρόσβασης που θα αξιολογεί τη συνολική σχολική πορεία και όχι αποκλειστικά τις εξετάσεις. Παράλληλα, προβλέπονται 500 ευρώ τον μήνα για δέκα μήνες σε φοιτητές περιφερειακών πανεπιστημίων που σπουδάζουν μακριά από το σπίτι τους.
Είναι μία απόφαση που θα προκαλέσει αντιδράσεις, ακριβώς επειδή αλλάζει τον μηχανισμό πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση. Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν οι Πανελλαδικές είναι ένας δύσκολος θεσμός, αλλά εάν το σύστημα που θα τις αντικαταστήσει θα είναι πιο δίκαιο, πιο αδιάβλητο και λιγότερο εξαρτημένο από το οικογενειακό εισόδημα.
Η μείωση του ΦΠΑ στο 6% για βασικά είδη διατροφής και υγιεινής συνοδεύεται από την παραδοχή ότι μια φορολογική μείωση δεν εγγυάται αυτομάτως χαμηλότερες τιμές. Γι’ αυτό προβλέπεται ψηφιακό παρατηρητήριο ανά κωδικό προϊόντος, έλεγχος όλης της αλυσίδας και ανώτατο περιθώριο κέρδους.
Η αιχμή είναι προφανής: ο ΦΠΑ μπορεί να πέσει, αλλά αν η τιμή στο ράφι δεν πέσει, ο καταναλωτής δεν θα έχει κερδίσει τίποτα. Το πρόγραμμα επιχειρεί να προλάβει ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο, μεταφέροντας την πίεση στην αγορά και στην Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η δέσμευση στην ενέργεια: μεσοσταθμική μείωση των λογαριασμών κατά 30%, ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα ενέργειας σε σταθερή προσιτή τιμή και καμία διακοπή ρεύματος σε νοικοκυριό που αποδεδειγμένα αδυνατεί να πληρώσει.
Παράλληλα, προβλέπεται αλλαγή του στρατηγικού ρόλου της ΔΕΗ, ώστε να λειτουργεί ως εγγυητής του βασικού τιμολογίου, στρατηγικός αγοραστής και επενδυτικός πυλώνας δικτύων και αποθήκευσης.
Πρόκειται για σαφή μετατόπιση από τη λογική της αγοράς στη λογική της ενέργειας ως στρατηγικής δημόσιας υποδομής.
Στη στέγη, η δέσμευση είναι 50.000 νέες προσιτές στεγαστικές επιλογές μέσα σε τέσσερα χρόνια, αξιοποίηση δημόσιας και δημοτικής γης, ανακαίνιση κλειστών κατοικιών και δυνατότητα περιορισμού των βραχυχρόνιων μισθώσεων από τους δήμους σε περιοχές όπου εκτοπίζονται οι μόνιμοι κάτοικοι.
Το μήνυμα είναι ότι η κατοικία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως απλό περιουσιακό στοιχείο ή ως αντικείμενο επιδότησης ενοικίου, αλλά ως κοινωνική υποδομή.