Η αλλαγή νομοθεσίας για τις ευρωεκλογές απαιτεί απλή πλειοψηφία επί των παρόντων βουλευτών και όχι 200 ψήφους που απαιτούνται σε σχέση με τις εθνικές εκλογές

‘Οταν ο πρωθυπουργός στις 30 Νοεμβρίου του 2023 ανακοίνωνε αιφνιδιαστικά στο Υπουργικό Συμβούλιο την καθιέρωση της επιστολικής ψήφου για όλους αναφορικά με την κάλπη των ευρωεκλογών, ταυτόχρονα έκανε λόγο για ένα «πρώτο βήμα ώστε αυτό το νέο δικαίωμα να ισχύσει και στις επόμενες εθνικές εκλογές». Οι λόγοι ήταν προφανείς: Η αλλαγή νομοθεσίας για τις ευρωεκλογές απαιτεί απλή πλειοψηφία επί των παρόντων βουλευτών και όχι 200 ψήφους που απαιτούνται σε σχέση με τις εθνικές εκλογές. Συγχρόνως προκύπτουν ζητήματα αντισυνταγματικότητας για τους εν Ελλάδι ψηφοφόρους, ζήτημα που έθιξε άλλωστε με τροπολογία του και ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, προτείνοντας τον περιορισμό της επιστολικής ψήφου στους εκτός Ελλάδας διαμένοντες και στους αποδεδειγμένα αδύναμους να προσέλθουν στα εκλογικά τμήματα της χώρας.

Προκαλούν επομένως μόνο απορίες ο νέος αιφνιδιασμός εκ μέρους της κυβέρνησης και η κατάθεση τροπολογίας για επέκταση της επιστολικής ψήφου και στις εθνικές εκλογές. Με την απαράδεκτη αυτή πρωτοβουλία, που μόνο ερωτήματα γεννά, η κυβέρνηση και η υπουργός των Εσωτερικών επί της ουσίας δυναμιτίζουν τη συναίνεση που έδειξαν τα μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης, αποδεχόμενα επί της αρχής το νομοσχέδιο. Ή μήπως αυτή ήταν ακριβώς η στόχευση της κυβέρνησης; Να προκαλέσει, πετώντας πυροτεχνήματα, την αντίδραση της αντιπολίτευσης και κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. ώστε να προβάλει τον ισχυρισμό προς τους απόδημους Έλληνες ότι μόνο η Ν.Δ. ενδιαφέρεται για τη διασφάλιση της άσκησης των εκλογικών τους δικαιωμάτων;

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση για ακόμη μία φορά επιχειρεί να αποπροσανατολίσει με μεθοδεύσεις και εκλογικά παιχνίδια από τα δικά της εσωτερικά προβλήματα, παγιδεύοντας τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Παραβλέποντας τον κίνδυνο να πιαστεί στις παγίδες που η ίδια έστησε..