
Ανδρέας Πετρόπουλος
Η ατέλειωτη κατρακύλα της αγοραστικής δύναμης των μισθών και το προεκλογικό επίδομα ελεημοσύνης των 0,27 ευρώ την ημέρα
Την προηγούμενη Δευτέρα, πριν η πρωθυπουργική ανακοίνωση του απόλυτα αναξιοπρεπούς για εκατομμύρια νοικοκυριά, εργαζόμενους και συνταξιούχους food pass κλείσει 48 ώρες, ένας κρεοπώλης απαντώντας (ζωντανά) σε ερώτηση του ΣΚΑΪ αποκαλύπτει πώς πραγματικά θα λειτουργήσει: «Ναι, το food pass θα βοηθήσει, εκτός από τους καταναλωτές, και εμάς τους επαγγελματίες να περάσουμε κάποιες αυξήσεις στα προϊόντα… Δεν είναι μόνο αυτές οι αυξήσεις… Έρχονται και άλλες αυξήσεις…».
Η πρωθυπουργική εξαγγελία για «κάλυψη του πληθωρισμού» και «επιστροφή του 10% της αγοράς τροφίμων μηνιαίως» μέσω του food pass κατέρρευσε με δυο λόγια, φανερώνοντας ταυτόχρονα τι περιμένει τη μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας, που αιμορραγεί οικονομικά από το ατέλειωτο σπιράλ ακρίβειας και αισχροκέρδειας χωρίς να έχει πραγματική στήριξη.
Αυξήσεις 30% σε ένα τετράμηνο
Κι αυτό καθώς το food pass όχι μόνο αντιστοιχεί σε ένα ευτελές φιλοδώρημα των 22 ευρώ τον μήνα ανά άτομο, 56 ευρώ ανά ζευγάρι ή 0,27 ευρώ την ημέρα, αλλά δίνει το πράσινο φως στις επιχειρήσεις τροφίμων και στα σούπερ μάρκετ για νέες αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων επιτείνοντας την αισχροκέρδεια. Με άλλα λόγια, το «κουπόνι για τρόφιμα» θα επιβεβαιώσει με την εφαρμογή του το ακριβώς αντίθετο από αυτό που υποτίθεται πως θα αντιμετώπιζε έστω και κατ’ ελάχιστο με την ανακοίνωσή του. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, από τον Σεπτέμβριο μέχρι και σήμερα έχουν ανατιμηθεί περισσότερα από 1.500 προϊόντα σε ποσοστό ακόμη και πάνω από 30%. Τον Σεπτέμβριο ανακοινώθηκαν στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ ανατιμήσεις σε 500 προϊόντα, τον Οκτώβριο σε 800 και τον Νοέμβριο σε τουλάχιστον
Στο 50% η μείωση της αγοραστικής δύναμης
Στις αρχές του περασμένου Νοεμβρίου, σε έρευνα της ΓΣΕΕ διαπιστώνεται ότι η άνοδος των τιμών έχει οδηγήσει το 51% των εργαζομένων σε «αρκετά μεγάλη περικοπή βασικών ειδών διατροφής» και το 20% σε «πολύ μεγάλη». Το ίδιο διάστημα δημοσιοποιούνται τα στοιχεία της έρευνας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ σύμφωνα με τα οποία η απώλεια αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών με μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο των 750 ευρώ φτάνει έως και το 40%. Μάλιστα, στην έρευνα σημειώνεται ότι η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δραματική για τους εργαζόμενους με χαμηλότερα εισοδήματα. Για παράδειγμα, για να πάρει τη χαμηλότερη επιστροφή των 22 ευρώ τον μήνα που προβλέπει το food pass ένας εργαζόμενος με μερική απασχόληση, θα πρέπει να αγοράσει τρόφιμα αξίας 220 ευρώ, να δαπανήσει δηλαδή σχεδόν το 60% του μισθού του, καθώς ο καθαρός μηνιαίος μισθός εργαζόμενου με μερική απασχόληση είναι μόλις 392,54 ευρώ.
Σε μεγάλο βαθμό το ίδιο ισχύει και υψηλότερους μισθούς. Όταν οι απώλειες της αγοραστικής δύναμης για τους εργαζόμενους με τον κατώτατο μισθό των 713 ευρώ (μεικτά) έφταναν το 19% τον περασμένο Νοέμβριο και το 15% για μισθούς των 1.000 ευρώ, οι ανατιμήσεις σε βασικά ήδη διατροφής, όπως το ψωμί έφτασαν το 18,7%, στα κρέατα το 16,7%, στα γαλακτοκομικά και τα αυγά το 25,3% στα έλαια και τα λίπη το 20,4%.
«Οι πραγματικές απώλειες των μισθών είναι πλέον πολύ μεγαλύτερες όχι μόνο του πληθωρισμού, που έτρεχε το προηγούμενο διάστημα με 12%, αλλά και των σαρωτικών ανατιμήσεων σε μια σειρά βασικών διατροφικών προϊόντων» εκτιμούν τα συνδικάτα και οι ενώσεις λαταναλωτών, προσθέτοντας ότι από τις αρχές του 2023 αναμένεται να ανατιμηθούν μια σειρά προϊόντων κατά 30% (παιδικές πάνες, απορρυπαντικά, σαμπουάν, ξυραφάκια, σοκολατοειδή, ζυμαρικά), μεγεθύνοντας ακόμα περισσότερο την απώλεια της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών. Σ’ αυτές τις συνθήκες και με καθηλωμένους μισθούς, ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά θα πρέπει να κάνει αγορές τροφίμων 320 ευρώ τον μήνα για να του επιστραφούν 32 ευρώ, ενώ μια τετραμελής οικογένεια θα πρέπει να ξοδέψει τον μήνα για τρόφιμα 520 ευρώ για να πάρει πίσω 52 ευρώ.
Παγωμένοι μισθοί για το 80%
Το τεράστιο χάσμα μεταξύ πληθωρισμού και πραγματικών μισθών καταγράφουν τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, με τη χώρα μας να έχει την πέμπτη χειρότερη επίδοση στην Ευρώπη. Ο εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα εισπράττει 15.800 ευρώ τον χρόνο, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης φτάνει τα 33.500 ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι οι αποδοχές στην Ελλάδα δεν βρίσκονται ούτε στο μισό σε σύγκριση με τις άλλες χώρες, ορισμένες από τις οποίες έχουν και μικρότερο πληθωρισμό.
Η μισθολογική υστέρηση που βιώνουν οι Έλληνες εργαζόμενοι δεν οφείλεται μόνο στον πολύ χαμηλό και απροστάτευτο από τον πληθωρισμό κατώτατο μισθό, αλλά και στην καθήλωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίαςμ με αποτέλεσμα το 80% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα να μην έχει λάβει καμία αύξηση από την αρχή του χρόνου στον μισθό του σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ενώ σε συνδυασμό με το «πάγωμα» των τριετιών έχουν ουσιαστικά καθηλωθεί οι μισθοί 1,8 εκατ. εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.