Στο ναδίρ της Ευρώπης οι αποδοχές των εργαζομένων στην Ελλάδα, με αδύναμη… αγοραστική δύναμη ● Οι «διακοσμητικές» προτάσεις των φορέων στην προσχηματική διαβούλευση για την αύξηση του κατώτατου από την 1η Απριλίου ● Στις περισσότερες χώρες οι πραγματικές απολαβές δεν έχουν ανακάμψει, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις ● Φόβοι για μειώσεις κοινωνικών δαπανών εξαιτίας του μεγάλου κόστους από την κούρσα των αμυντικών εξοπλισμών.
Η καταστροφική επέλαση των μνημονίων, η διάλυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, το στρεβλό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και το κοινωνικό ντάμπινγκ από την πλευρά των εργοδοτών έχουν οδηγήσει τους ελληνικούς μισθούς στη χειρότερη θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., στις περισσότερες από τις οποίες οι αμοιβές δεν έχουν απορροφήσει την πληθωριστική κρίση.
Παρά τις ονομαστικές αυξήσεις μετά το 2022, η πλειονότητα των Ευρωπαίων ζουν με πραγματικές αποδοχές χαμηλότερες σε σχέση με πριν από την πανδημία με τις ασθενέστερες οικονομικά ομάδες να πιέζονται δυσανάλογα και να φοβούνται για μειώσεις κοινωνικών δαπανών εξαιτίας του μεγάλου κόστους από την κούρσα των αμυντικών εξοπλισμών.
Σύμφωνα με τη Eurostat, ο ετήσιος μέσος ονομαστικός μισθός πλήρους απασχόλησης στη χώρα μας παραμένει δεύτερος από το τέλος, στα 17.954 ευρώ, ήτοι στο 45% του μέσου όρου των 27 -ποσοστό που έχει συρρικνωθεί δραματικά από το 80% του 2009-, αλλά η αγοραστική δύναμη των Βούλγαρων, των τελευταίων της κατάταξης, βρίσκεται πλέον σε καλύτερη θέση από εκείνη των Ελλήνων.
Η νέα αύξηση
Τα παραπάνω δεδομένα βασίζονται στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το 2024, όταν ο μικτός κατώτατος μισθός είχε ενισχυθεί με κυβερνητικές αποφάσεις από το 2019 κατά 180 ευρώ, ενώ έφτασε τα 880 ευρώ το 2025. Ομως, η διόλου ευκαταφρόνητη αύξηση του 35% «εξανεμίστηκε» από τη συσσωρευμένη ακρίβεια, αφήνοντας τα νοικοκυριά ζημιωμένα. Με επικρατέστερο σενάριο για την επερχόμενη αύξηση τα 930 ευρώ και ανοιχτό το ενδεχόμενο για 950 από φέτος τον Απρίλιο, αντί για το 2027, ελέω εκλογών, οι κοινωνικοί εταίροι κατέθεσαν τις προτάσεις τους στην επιτροπή διαβούλευσης του υπ. Εργασίας.
Οι αλλαγές μπορεί να επηρεάσουν τις υψηλότερες μισθολογικές κατηγορίες του ιδιωτικού τομέα και σίγουρα τα κλιμάκια του δημόσιου, που ξεκινούν από το ίδιο κατώφλι με τον κατώτατο. Εάν αυτός αυξηθεί 50 ευρώ, οι εργαζόμενοι με μία τριετία θα λάβουν 1.023 ευρώ, με δύο τριετίες 1.116 και με τρεις 1.209. Στην περίπτωση αύξησης 70 ευρώ, τα ποσά διαμορφώνονται σε 1.045, 1.140 και 1.235, αντίστοιχα. Ομως, για το επίδομα τριετιών δεν προσμετρώνται τα χρόνια εργασίας από το 2012 (όταν αυτό καταργήθηκε) μέχρι το 2024 (όταν επανήλθε). Επομένως οι σημερινοί 30άρηδες και οι μεγαλύτεροι, που ξεκίνησαν να δουλεύουν μέσα στο «κενό» διάστημα, θα περιμένουν ώς το 2027 για τη συμπλήρωση της πρώτης τριετίας.
Μισθολογικές απώλειες
Οι μισθολογικές απώλειες της χρονιάς που πέρασε αποτυπώνονται στα επίσημα στοιχεία του υπουργείου. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του «Εργάνη» για το 2025, πάνω από το 36% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα αμείφθηκε με κάτω από 1.000 ευρώ μικτά, ενώ ο μέσος μισθός ήταν 1.362,66 ευρώ το 2025 (έναντι 1.342 το 2024), ήτοι 1.068 καθαρά. Πρόκειται για τη μικρότερη ονομαστική αύξηση των τελευταίων ετών, μόλις 1,5%, σε μια χρονιά που ο πληθωρισμός ανήλθε στο 2,5%.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί η διόγκωση του πληθυσμού που ζει με τον βασικό μισθό, αφού γενικεύτηκε η αυθαίρετη πρακτική εργοδοτών να μειώνουν το κόστος εκμεταλλευόμενοι τους χαμηλούς μισθούς και τις κακές συνθήκες εργασίας. Σύμφωνα με την πρώτη ετήσια έκθεση της «Εργάνη» το 2013, 105.400 εργαζόμενοι λάμβαναν τότε κατώτατο μισθό που καταγραφόταν στην κατηγορία των 501-600 ευρώ εξαιτίας της βάρβαρης επιβολής του κατώτατου και του υποκατώτατου μισθού, με δικαιολογία το «ψαλίδι» στα επιδόματα (τέκνων, γάμου κ.λπ.) και σκοπό τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας.
Ωστόσο, πέρυσι 695.816 εργαζόμενοι έλαβαν μέχρι 900 ευρώ. Μάλιστα, 179.791 είχαν αποδοχές μέχρι 500 ευρώ, με την κατηγορία αυτή να σημειώνει πρωτοφανή μείωση, κατά 24,79%, από το 12,79% επί του συνόλου των εργαζομένων το 2024 σε 7,3% το 2025. Η πτώση οφείλεται στην αύξηση μισθών, που ήταν στα τάρταρα, και στις κενές θέσεις εργασίες, που καλύφθηκαν με πλήρη και όχι με μερική απασχόληση.
Οι «διακοσμητικές» προτάσεις των φορέων
Η διαβούλευση, πριν από την εισήγηση της Νίκης Κεραμέως στο υπουργικό συμβούλιο του Μαρτίου, έχει καταστεί προσχηματική καθώς η κυβέρνηση αρνείται την επαναφορά του καθορισμού του κατώτατου από τους κοινωνικούς εταίρους με τη μορφή της εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία είχε καταργηθεί με σειρά νομοθετημάτων (2010-2012) και στην πράξη παραμένει ανενεργή.
Μόνο το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, που επισημαίνει την προβληματική εικόνα των αποδοχών των μισθωτών σε συνάρτηση με τις πολλές ώρες εργασίας, εισηγείται μια αποφασιστική αύξηση στα 1.050 ευρώ, ικανή να καλύψει στοιχειωδώς τις ανάγκες αξιοπρεπούς διαβίωσης, επαναλαμβάνοντας την ανάγκη ο τρόπος υπολογισμού της αναπροσαρμογής να επιστρέψει στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Οι εργοδοτικοί φορείς θέτουν στις προτάσεις τους παράλληλα το ζήτημα της ελάφρυνσης των βαρών των επιχειρήσεων. Η ΓΣΕΒΕΕ δεν συγκεκριμενοποιεί το ποσό, ζητώντας να ληφθούν υπόψη οι δείκτες του πληθωρισμού και της παραγωγικότητας της εργασίας, που εμφάνισε αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, απευθύνοντας έκκληση για κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης με δεδομένο ότι η αναπροσαρμογή θα φέρει αύξηση και στη φορολογία ατομικών επιχειρήσεων, το 30% των οποίων βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, σύμφωνα με έρευνες της Συνομοσπονδίας.
Στο δικό της υπόμνημα η ΕΣΕΕ προτείνει αύξηση κατώτατου όση το άθροισμα του πληθωρισμού με την παραγωγικότητα, βάσει επιστημονικής ανάλυσης της Συνομοσπονδίας, που μεταφράζεται σε περίπου 3,5%. Οπως δήλωσε πρόσφατα ο πρόεδρός της, Σταύρος Καφούνης, θα υποδέχονταν θετικά μεγαλύτερες αυξήσεις, εφόσον συνδυάζονταν με παρεμβάσεις, όπως η μείωση μη μισθολογικού κόστους, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων σε 120 δόσεις, κατάργηση του τεκμαρτού εισοδήματος για διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις και του τέλους επιτηδεύματος.
Μείωση των εισφορών, επιδοτήσεις ενέργειας και φοροελαφρύνσεις, για επιχειρήσεις και για χαμηλόμισθους, ζήτησε επίσης ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ). Η πρόεδρός του, Λουκία Σαράντη, προκρίνει μια λελογισμένη αύξηση με όρους τη μη επιβάρυνση του κόστους και χωρίς να επιδεινώνονται τα ποσοστά πληθωρισμού και ανεργίας. «Για να είναι βιώσιμη στην πράξη, θα πρέπει να είναι και συμβατή με τις αντοχές των επιχειρήσεων, τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα. Πρέπει να συνεκτιμηθούν όλα τα δεδομένα, όπως το υπέρογκο κόστος των τιμολογίων ενέργειας, που πιέζουν όλες τις επιχειρήσεις και ιδίως τη βιομηχανία. Μόνον έτσι θα αποφευχθούν ανεπιθύμητες παρενέργειες». Αντίστοιχα, το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει αύξηση 4% με γνώμονα τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, τη διαφύλαξη της ανταγωνιστικής θέσης κλάδων που στηρίζονται σε σε μεγάλο βαθμό στην εντατικοποιημένη εργασία.
Σε ό,τι αφορά τις προσεγγίσεις των επιστημονικών φορέων, αυτές κυμαίνονται από το 2,5%, που θέτει ως κατώτατο όριο το ΙΟΒΕ, έως 4%, που κρίνει ως ανώτατο η Τράπεζα της Ελλάδος, και 5%, που αφήνει ανοιχτό το ΚΕΠΕ, πάντα σε συνάρτηση με τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα. Στην ετήσια έκθεση (2025) με θέμα την ελληνική παραγωγικότητα, το Κέντρο σημειώνει την οριακή συμβολή της έντασης κεφαλαίου στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, δείχνοντας στασιμότητα ή υποαξιοποίηση του νέου κεφαλαίου και ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας των επενδύσεων.
Δυσοίωνο μέλλον παρά τις επικείμενες αναπροσαρμογές του κατώτατου
Οι επόμενες αναπροσαρμογές του κατώτατου, από το 2028 και έπειτα, αναμένονται χαμηλότερες, γιατί θα προκύψουν από την εφαρμογή του αλγοριθμικού μηχανισμού, σύμφωνα με τους νόμους Κεραμέως που ενσωμάτωσαν την Οδηγία 2022/2041. Εάν οι τιμές των προϊόντων τρέχουν ταχύτερα από τα εισοδήματα ή η παραγωγικότητα δεν μεταβληθεί, η νέα διαδικασία θα δώσει ανεπαρκείς αυξήσεις.
Ο Ν.5163/2024 για «επαρκείς κατώτατους μισθούς» είχε εισαγάγει την παραπάνω διοικητική πράξη, στερώντας από τους εργαζόμενους το βασικό εργαλείο για τη διαμόρφωση των αυξήσεων. Κατέστησε διακοσμητικές τις θέσεις των φορέων, θεσπίζοντας μια διαβούλευση-βιτρίνα, προκειμένου να συμμορφωθεί με διάταξη της οδηγίας, σύμφωνα με την οποία οι 27 πρέπει να λάβουν μέτρα, ώστε οι κοινωνικοί εταίροι να συμμετέχουν στον καθορισμό και την επικαιροποίηση των κατώτατων ορίων με έγκαιρο και αποτελεσματικό τρόπο, μεταξύ άλλων μέσω συμμετοχής στα συμβουλευτικά όργανα.
Ο Ν.5239/2025, γνωστός ως νόμος για 13ωρο στον ίδιο εργοδότη, εμβάθυνε την κρατική διαχείριση του κατώτατου μέσα από άρθρο για τη νομοθέτηση της ψηφιακής ρύθμισης για την αιτιολόγηση του καθορισμού του.
Καθοριστικό ρόλο στο «πάγωμα» των αυξήσεων ενδέχεται να διαδραματίσει και ο νέος νόμος (Ν.5278/2026) για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, που μπορεί να βελτιώνει τους όρους επεκτασιμότητάς τους αλλά μειώνει -δεν καταργεί- το απαιτούμενο ποσοστό κάλυψης για την επέκτασή τους και δεν επαναφέρει τη θεμελιώδη αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Η δε μετενέργεια των μισθολογικών όρων περιορίζεται στις συμβάσεις που θα συναφθούν από φέτος και άρα θα ισχύσει το 2030 για τους περισσότερους εργαζόμενους.
Οι καθηλωμένες αμοιβές εξηγούν εν μέρει γιατί μέσα σε μια εικοσαετία (2004-2024) κατακρημνίστηκε κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες το κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα, η οποία καταγράφει τη χειρότερη επίδοση μετά την Ιταλία, όταν τα υπόλοιπα κράτη-μέλη είδαν αύξηση, 22% κατά μέσο όρο, σύμφωνα με τη Eurostat.
Στην πρόσφατη, ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την οικονομία και απασχόληση, υπογραμμίζεται ότι η Ελλάδα τα τελευταία τρίμηνα καταφέρνει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της Ε.Ε., ο οποίος αντανακλά κυρίως τη στασιμότητα μεγάλων οικονομιών, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, αλλά οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας συνεχίζουν να απέχουν αρκετά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οπως αναφέρει η μελέτη, πιο ανησυχητικό κρίνεται το γεγονός ότι η χώρα μας, εξαιτίας θεσμικών και αναπτυξιακών προβλημάτων, υπολείπεται σημαντικά ακόμη και κρατών-μελών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων σε μια σειρά κρίσιμων δεικτών των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων και της αγοράς εργασίας, όπως η οριζόντια υποαμοιβή των μισθωτών, που καλύπτει σχεδόν όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.

Στις χώρες της Ε.Ε. οι μισθοί διαφέρουν σημαντικά τόσο σε ονομαστικούς όρους όσο και σε αγοραστικούς όρους. Στην πλειονότητα των χωρών οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν χαμηλότεροι συγκριτικά με την περίοδο πριν από την πληθωριστική κρίση του 2022 και την επανεκκίνηση της οικονομίας μετά τις υγειονομικές καραντίνες.
Ο μέσος ετήσιος μισθός ανά εργαζόμενο στην Ε.Ε. διαμορφώθηκε στα 39.808 ευρώ με πάτο τα 15.387 στη Βουλγαρία και κορυφή το υπερπενταπλάσιο ποσό των 82.969 ευρώ στο Λουξεμβούργο. Το μικρό κράτος έχει χαμηλό πληθωρισμό και μεγάλο ποσοστό υψηλά αμειβόμενων θέσεων, που μεταξύ άλλων το καθιστούν εξαίρεση.
Γι’ αυτό τον λόγο, το δεύτερο κατά σειρά Βέλγιο έχει αρκετή απόσταση (57.989 ευρώ), ενώ ακολουθούν οι Δανία, Ιρλανδία και Αυστρία. Ποια είναι η διαφορά του Βελγίου με άλλες χώρες; Η σχεδόν καθολική κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις και η αυτόματη τιμαριθμητική αναπροσαρμογή των μισθών, την οποία προσπαθεί τώρα να καταργήσει ο κεντροδεξιός κυβερνητικός συνασπισμός.
Ο ρυθμός της ακρίβειας ξεπέρασε τις αυξήσεις μισθών, κυρίως στα τρόφιμα και την ενέργεια, σε μεγάλες και μεσαίες οικονομίες, με αποτέλεσμα να μην έχει ανακτηθεί η αγοραστική δύναμη, ειδικά σε αυτές με υψηλό κόστος ζωής, όπως η Γαλλία και η Γερμανία.
Σε αυτές συγκαταλέγεται η Ισπανία, που γνώρισε οικονομική ανάκαμψη μετά την κρίση του 2008 και, πιο πρόσφατα, μετά τον Covid, αλλά η αγοραστική δύναμη μεγάλου μέρους του πληθυσμού έχει μειωθεί και η κατανομή του πλούτου παραμένει άνιση. Ακόμα και στα κράτη-μέλη όπως τα παρακάτω, με πραγματική αύξηση αγοραστικής δύναμης πάνω από τα επίπεδα του 2019, η άνοδος των οικονομικών δεικτών δεν φτάνει στις τσέπες όλων των εργαζομένων.
Η Πολωνία έγινε η 20ή μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, με τον πρωθυπουργό να δηλώνει ότι το ΑΕΠ της ξεπέρασε αυτό της Ιαπωνίας. Τα στοιχεία δείχνουν σημαντική αύξηση των μισθών, αλλά αρκετοί πολίτες εξακολουθούν να τρίβουν τα μάτια τους όταν τα ακούν.
Η Τσεχία ανήκει στις χώρες όπου είναι πιο δύσκολο να βγει κανείς από τη φτώχεια μέσω της δουλειάς του. Το σχετικά χαμηλό επίπεδο των πραγματικών μισθών αποδίδεται στον έντονο προσανατολισμό της οικονομίας προς τη βιομηχανία, τις μεταφορές ή τις κατασκευές, όπου οι υπεργολαβίες είναι ο κανόνας, σε συνδυασμό με τις αδύναμες συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Στην Ουγγαρία η ανάκαμψη των πραγματικών μισθών το 2024 ήταν ισχυρότερη για τους εργαζόμενους με χαμηλό εισόδημα και για ομάδες του δημόσιου τομέα, μετά όμως από μια χρονιά με σημαντική υποχώρηση των καθαρών εισοδημάτων.

●Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν τα μέσα EUrologus/HVG (Βρυξέλλες), El Confidencial (Ισπανία) και Wyborcza (Πολωνία).Play Video