Τάσος Παππάς

Και τώρα τι; Και τώρα πότε; Ιδού τα δύο ερωτήματα που απασχολούν τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, την κυβέρνηση, τους δημοσκόπους και ένα κομμάτι της κοινωνίας. Και στα δύο αρμόδιος να απαντήσει είναι ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος άνοιξε τη συζήτηση. Τούτη τη φορά δεν γίνεται ερήμην του, αλλά με δική του πρωτοβουλία. Εχει αποφασίσει για το μοντέλο και για τον χρόνο; Οι εκτιμήσεις πολλές, το ίδιο και οι προβλέψεις, ωστόσο πρόκειται για σενάρια. Στο «και τώρα πότε;» είναι παρακινδυνευμένο να επιχειρήσεις να δώσεις απάντηση. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Μερικούς μπορείς να τους εντοπίσεις. Το τυχαίο όμως, όχι. Κι αυτό είναι κρίσιμο μέγεθος, όποιοι το υποτίμησαν υπέστησαν πανωλεθρία. Ας πάμε στο άλλο:

– «Και τώρα τι;». Θα δημιουργήσει ένα κόμμα κλασικού τύπου με αυτόν επικεφαλής, με γνωστά πρόσωπα της μαχόμενης πολιτικής δίπλα του, με ιδρυτικό συνέδριο και όλα όσα ξέρουμε για τα κόμματα, δηλαδή πρόγραμμα, στρατηγική, πολιτικές συμμαχίες, ταξικές αναφορές; Θα κάνει μ’ άλλα λόγια ό,τι και πολλοί πριν απ’ αυτόν χωρίς θεαματικά αποτελέσματα; Οι περισσότερες προσπάθειες αυτού του τύπου και στο μακρινό και στο πρόσφατο παρελθόν απέτυχαν. Κάποιες αμέσως και παταγωδώς, κάποιες διήνυσαν έναν μικρό κύκλο και εξαφανίστηκαν χωρίς να αφήσουν κάτι αξιοσημείωτο και έχουν γίνει υποσημειώσεις στα εγχειρίδια των ιστορικών. Το νεκροταφείο των κομμάτων είναι γεμάτο.

Ο Αλ. Τσίπρας δεν είναι χτεσινός στην πολιτική. Από τα μικράτα του ενεργός. Εχουν δει πολλά τα μάτια του και είναι σε θέση να κάνει συγκρίσεις και αξιολογήσεις. Γιατί λοιπόν να επιχειρήσει να κινηθεί στον ίδιο δρόμο ξέροντας ότι το πιθανότερο αποτέλεσμα θα είναι η αποτυχία ή στην καλύτερη περίπτωση γι’ αυτόν ένα σχήμα με μικρή διάρκεια ζωής; Εκτός αν πιστεύει ότι μπορεί να κάνει την έκπληξη, να γίνει η εξαίρεση στον κανόνα και να κερδίσει εκεί που οι άλλοι έχασαν. Δεν φαίνεται πάντως ότι σκέφτεται έτσι. Αλλωστε δεν υπάρχει κάποιο θετικό προηγούμενο που θα τον πείσει να βαδίσει στην πεπατημένη. Εχει ξεκαθαρίσει ότι κόμμα εργαστηρίου, κατασκευασμένο από τα πάνω δεν είναι στις προθέσεις του, προφανώς γιατί οι πολίτες σήμερα είναι πολύ θυμωμένοι με το σύστημα σε όλες τις εκφάνσεις τους (Βουλή, κυβέρνηση, κόμματα, Δικαιοσύνη, μέσα μαζικής ενημέρωσης), έχουν μπουχτίσει από βαρύγδουπες διακηρύξεις για ριζικές αλλαγές που δεν έρχονται ποτέ, δεν αντέχουν άλλες διαψεύσεις, εγκαταλείπουν τη λογική της χαμένης ψήφου (το έχουν πράξει αρκετοί σε διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις επιλέγοντας κόμματα όχι επειδή συμφωνούσαν με τις αρχές τους, αλλά για να τιμωρήσουν αυτό που κυβερνά) και εκδηλώνουν την αντίθεσή τους προσχωρώντας μαζικά στο κόμμα της αποχής που έχει την αυτοδυναμία στο τσεπάκι του.

Εχει ξεκαθαρίσει επίσης ότι δεν τον ενδιαφέρει ο ρόλος του Μεσσία. Τον έχουν παίξει επιτυχώς δύο πολιτικοί ηγέτες την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1974 και ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1981. Αλλες οι συνθήκες, άλλες οι διαθέσεις του κόσμου. Το 1974 η Ελλάδα έβγαινε από μια δικτατορία, το 1981 ο άνεμος της αλλαγής σάρωνε τα πάντα. Το 1974 έπρεπε να κλείσει οριστικά ο δρόμος της εκτροπής και ο κόσμος εμπιστεύθηκε τον Καραμανλή, το 1981 ο κόσμος στήριξε τον Παπανδρέου για να αποκαθηλώσει το κράτος και το παρακράτος της Δεξιάς που κυβερνούσαν τη χώρα από το 1949 με παραλλαγές. Η Ιστορία ως γνωστόν δεν επαναλαμβάνεται και όποιος αποπειράθηκε να την παρακάμψει, μετατρέποντας την επιθυμία του σε πραγματικότητα, έφαγε τα μούτρα του.

Αν όμως ούτε τα κόμματα εργαστηρίου ούτε ο ρόλος του Μεσσία είναι στις προθέσεις του Αλέξη Τσίπρα, τι μένει; Υπάρχουν εναλλακτικές; Εχουμε δύο περιπτώσεις. Το μοντέλο του ενιαίου Συνασπισμού, όταν τα δύο κόμματα της κομμουνιστικής Αριστεράς (ΚΚΕ, Ε.ΑΡ.) ένωσαν τις δυνάμεις τους, σχημάτισαν μέτωπο κρατώντας όμως την αυτονομία τους, τα ακολούθησαν μικρές ομάδες της Κεντροαριστεράς και κάμποσες ανέστιες προσωπικότητες του προοδευτικού χώρου. Ο στόχος; Να πάρουν τη θέση του ΠΑΣΟΚ στην περιοχή της δημοκρατικής παράταξης αξιοποιώντας την κρίση που ταλαιπωρούσε την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου λόγω των σκανδάλων. Δεν τα κατάφεραν και το μέτωπο διαλύθηκε. Η δεύτερη περίπτωση ήταν ο πολυτασικός ΣΥΡΙΖΑ ή με άλλα λόγια αυτή η συνομοσπονδία φραξιών που ξεκίνησε από πολύ χαμηλά, μπήκε δυναμικά στα κινήματα διαμαρτυρίας της εποχής, τα επηρέασε και επηρεάστηκε απ’ αυτά, κράτησε ο χώρος την ενότητά του χάρη στις δεξιότητες του Αλ. Τσίπρα, εκτινάχθηκε εκλογικά, έγινε κυβέρνηση, αλλά όταν ήρθε η ώρα των μεγάλων και κρίσιμων αποφάσεων, ξεκίνησε ο εμφύλιος. Σήμερα έχουμε έξι κόμματα και πολλές μικρές οργανώσεις στη συγκεκριμένη περιοχή με εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους, μπόλικη καχυποψία και με τα αριστερόμετρα να μετρούν ιδεολογική καθαρότητα, πολιτική συνέπεια, ριζοσπαστισμό. Δύο ελπιδοφόρες προσπάθειες λοιπόν κατέληξαν σε ναυάγιο. Κάτι άλλο; Οπότε ναυπηγώντας εν πλω;

Aνάγωγα

Σε «καλά χέρια» πήγε το Νόμπελ Ειρήνης. Στην αντίπαλo του Μαδούρο, την ακροδεξιά Μαρία Κορίνα Ματσάδο. Και τώρα, για να ξεθυμώσει ο Τραμπ που δεν το πήρε, για να κλείσει ο κύκλος της επίθεσης κατά των μαρξιστών-λενινιστών που απειλούν την πλέρια δημοκρατία στην οποία αυτός πιστεύει με φανατισμό ιερομόναχου, κι ας λένε ό,τι θέλουν οι ακροαριστεροί του πλανήτη, ας κάνει μια εισβολή στη χώρα του επικηρυγμένου για 50 εκατομμύρια δολάρια τρομοκράτη και εμπόρου ναρκωτικών Μαδούρο. Στο τσεπάκι του το Νόμπελ Ειρήνης το 2026.

www.efsyn.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΤΣΙΠΡΑΣ