Σε ποιες κινήσεις θα προχωρήσει ο πρωθυπουργός για αλλαγή εκλογικού νόμου και ανασχηματισμό υπό τις αφόρητες πιέσεις των Βρυξελλών

Η συζήτηση στα ανώτατα κλιμάκια του Μαξίμου δεν αφορά πλέον το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών – αυτές μοιάζουν βέβαιες βάσει των όσων λένε στενοί συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι διαφορετικές απόψεις των επιτελών αφορούν τον χρόνο διεξαγωγής των πρόωρων εκλογών, καθώς οι ανυπόφορες πιέσεις από τις Βρυξέλλες δημιουργούν πολλαπλά αδιέξοδα στο πρωθυπουργικό επιτελείο.

Στενοί συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη μεταφέρουν σε συνομιλητές τους το κλίμα των συζητήσεων στο Μαξίμου: ο πρωθυπουργός δέχεται αρκετές εισηγήσεις για πρόωρη προσφυγή στην κάλπη τον Μάιο, θεωρώντας πως η εμφανής δημοσκοπική φθορά θα είναι πιθανότατα μη αναστρέψιμη και θα μετατραπεί σε εκλογική. Προτείνουν οι εκλογές να διεξαχθούν όσο το δυνατό νωρίτερα, ώστε η αναπόφευκτα διπλή εκλογική μάχη και η ακόλουθη πόλωση να οδηγήσει σε συγκράτηση των δυνάμεων της Ν.Δ. και η κατάκτηση της αυτοδυναμίας με το νέο εκλογικό σύστημα να είναι απολύτως εφικτή (υπενθυμίζεται ότι με 37,5% η αυτοδυναμία μοιάζει απολύτως λογική).

Ο Κ. Μητσοτάκης, ωστόσο, θεωρεί πως ο κατάλληλος χρόνος για πρόωρες εκλογές είναι το τελευταίο τρίμηνο του 2022, τρία χρόνια μετά την εκλογή του στην πρωθυπουργία. Εκτιμά πως ο χρόνος μετά τη θερινή τουριστική περίοδο και την εκταμίευση των πρώτων κονδυλίων από το ταμείο ανάκαμψης θα είναι πολιτικά ευνοϊκός για τη Ν.Δ., καθώς οι πόροι που θα αντληθούν μπορούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες στα νοικοκυριά, αλλά και στα δημόσια οικονομικά, οπότε θα υπάρχει χώρος για μεγαλύτερες -προεκλογικού τύπου- παροχές.

Αλλάζει ο εκλογικός νόμος

Ένοικοι του Μαξίμου σημειώνουν πάντως με έμφαση ότι η διάθεση του Κ. Μητσοτάκη να πραγματοποιηθούν πρόωρες εκλογές το διάστημα Σεπτέμβριος με τέλη του 2022 αναπόφευκτα θα επιφέρει αλλαγή στον εκλογικό νόμο. Υπάρχει δηλαδή σοβαρό ενδεχόμενο, μπροστά στις όποιες σοβαρές εκλογικές απώλειες, η κυβερνώσα παράταξη να φέρει νέο εκλογικό νόμο για να αντικαταστήσει εκείνον που η ίδια ψήφισε και δεν πρόλαβε να εφαρμόσει!

Το σενάριο αυτό ενισχύεται και από ακόμα μία παραδοχή: ουδείς στο κυβερνητικό κονκλάβιο θεωρεί πως είναι ανεκτή η δημιουργία συμμαχικής κυβέρνησης – ένα ΚΙΝ.ΑΛΛ. με 12%-13% είναι ισχυρός παράγων, ενώ η συγκυβέρνηση με την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου θα έδινε λάθος σήματα σε «κεντρώους» υποστηρικτές του Κ. Μητσοτάκη.  Άρα πρέπει να αναζητηθεί η φόρμουλα για μονοκομματική κυβέρνηση Ν.Δ. πάση θυσία.

Οι συνεργάτες του πρωθυπουργού βλέπουν ως πιθανότερο το σενάριο να επανέλθει το εκλογικό σύστημα Παυλόπουλου, που υπολειπόταν σε αναλογικότητα ακόμα και από τον νόμο που ψήφισε η Ν.Δ. όταν εξελέγη κυβέρνηση. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, το πρώτο κόμμα λάμβανε μπόνους 50 έδρες ανεξάρτητα από το ποσοστό που κέρδιζε στην κάλπη.  Έτσι, η αυτοδυναμία θα ήταν εφικτή με ποσοστό περίπου 35%. Ωστόσο, απομένει να βρεθεί το σημαντικότερο: η επιχειρηματολογία γιατί πρέπει να αλλάξει ένας μη αναλογικός νόμος με έναν ακόμα λιγότερο αναλογικό…

Ανασχηματισμός για την περιφέρεια

Άνθρωποι του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος εκτιμούν με νόημα πως επίκειται ανασχηματισμός πριν το Πάσχα. Το «λίφτινγκ» στο υπουργικό σχήμα μόλις εννέα μήνες μετά τις τελευταίες αλλαγές εκτιμάται ως επιβεβλημένο λόγω των πιθανότατων πρόωρων εκλογών. Στα ανώτατα κλιμάκια του Μαξίμου θεωρούν πως ένας προεκλογικός ανασχηματισμός και η υπουργοποίηση εκλεγμένων εκτός Αθήνας θα ενίσχυε το προφίλ της κυβέρνησης και θα περιόριζε την γκρίνια και τις διαμαρτυρίες βουλευτών της περιφέρειας και της υπαίθρου που χτυπούν μέχρι και το Μαξίμου.

Η αναπόφευκτη μείωση της δύναμης της Ν.Δ. σε αρκετές εκλογικές περιφέρειες έχει χτυπήσει «συναγερμό» σε αρκετούς βουλευτές της συμπολίτευσης, καθώς υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην εκλεγούν ξανά (βλέπε ρεπορτάζ σελ. 26, 47). Γι’ αυτό και αυξάνονται οι φωνές εκείνων που ζητούν μεγαλύτερη ενίσχυση των πληθυσμών της υπαίθρου, αλλά και να ενσκήψει το Μαξίμου σε σειρά τοπικών ζητημάτων που μπορεί να δώσουν ώθηση στην απήχηση της Ν.Δ.

Η ευρωπαϊκή τανάλια

Την περασμένη Πέμπτη η ανακοίνωση από τον Κ. Μητσοτάκη της πενιχρής ενίσχυσης για τα καύσιμα διέψευσε τις προσδοκίες και των πιο καλόπιστων για ουσιαστική ελάφρυνση των πολιτών. Ο λόγος που ανακοινώθηκαν «ψίχουλα» αντί πακέτου στήριξης εδράζεται κυρίως στις πρότερες κινήσεις της κυβέρνησης που υπονόμευσαν τα δημόσια οικονομικά και εκτόξευσαν το χρέος χωρίς να ανακοπούν η ύφεση και η ακρίβεια.

Ακριβώς αυτά παρατηρούν και οι κορυφαίοι παράγοντες στα κέντρα λήψης αποφάσεων στις Βρυξέλλες και συνεργάτες του Κ. Μητσοτάκη δεν κρύβουν πως από το κέντρο της Ευρωπαϊκής  Ένωσης ασκούνται ασφυκτικές πιέσεις. Επικρατεί, άλλωστε, έντονη δυσαρέσκεια για τις κινήσεις της Αθήνας στο πεδίο της δημοσιονομικής πολιτικής και η πίεση εκφράστηκε εσχάτως και από τους συναδέλφους του Χρήστου Σταϊκούρα κατά το πρόσφατο Eurogroup.

Η κυβέρνηση αδυνατεί να φέρει οριζόντιες ευεργετικές ελαφρύνσεις, καθώς βλέπει με έντονο προβληματισμό τις διάφορες κίτρινες και κόκκινες κάρτες που της υψώνονται όποτε καταθέτει στους εταίρους της κάποιο σχέδιο οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Στο επίκεντρο βρίσκεται αυτή τη στιγμή το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας έχει επιβαρυνθεί με σχεδόν 45 δισ. ευρώ, χωρίς αυτή η επιβάρυνση να έχει συγκρατήσει την ύφεση στη χώρα μας.

Παράλληλα, η Αθήνα έχει δεχτεί τη σκληρή άρνηση της Ευρώπης στο αίτημα οι αμυντικές δαπάνες να εξαιρεθούν από το έλλειμμα, ενόσω η χώρα μας χαρακτηριστικά θα επιβαρυνθεί με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ από την αγορά των Rafale, Belharra και άλλων οπλικών συστημάτων. Απομένει να φανεί αν θα βρει ευήκωα ώτα στις Βρυξέλλες το αίτημα για εξαίρεση των ενεργειακών δαπανών, για το οποίο οι συνομιλητές του Κ. Μητσοτάκη κάνουν λόγο για πιθανότητες 50-50.

Δεν πρέπει πάντως να υποτιμάται και η πρόθεση της ευρωπαϊκής ηγεσίας να θέσει δημοσιονομικά προαπαιτούμενα για την κατά περίπτωση εφαρμογή της ρήτρας διαφυγής. Είναι εξαιρετικά πιθανό τον προσεχή Μάιο οι αποφάσεις να προβλέπουν πως η ρήτρα θα ενεργοποιείται ανάλογα με τη δημοσιονομική κατάσταση της κάθε χώρας: αν το δημόσιο χρέος ενός κράτους είναι υψηλό, τότε θα αποφεύγεται η ενεργοποίησή της ώστε να μην «ξεφύγουν» τα δημόσια οικονομικά της. Αν ισχύσει αυτό, τότε η Ελλάδα προφανώς θα κληθεί να «συμμαζέψει» το χρέος της και δεν θα της δοθεί ο πολυπόθητος δημοσιονομικός χώρος.