Το νέο «ανήκομεν εις την Δύσιν» του Κυριάκου Μητσοτάκη, οι ακροβασίες με τους θαυμαστές του «ξανθού γένους» και η προσπάθεια για μορατόριουμ με την Τουρκία
Οπόλεμος στην Ουκρανία έχει πυροδοτήσει τεκτονικές αλλαγές στην Ευρώπη, πολλές κινήσεις που θεωρούνταν αδιανόητες έως το βράδυ της 23ης Φεβρουαρίου αποφασίστηκαν με ασυνήθιστη ταχύτητα μετά τη ρωσική εισβολή. Εντυπωσιακή ήταν και η επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να στείλει και οπλισμό στην Ουκρανία, πέραν της ανθρωπιστικής βοήθειας, την οποία θεωρούσαν εκ των ων ουκ άνευ και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Μάλιστα ο πρωθυπουργός, απαντώντας στις αντιρρήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, και όχι μόνο, υποστήριξε ότι πήρε αυτή την απόφαση για λόγους αρχής -“δεν μπορούμε να στεκόμαστε αδιάφορα απέναντι σε κάθε αυταρχικό ηγέτη που θέλει να ζωγραφίσει μόνος του τα σύνορα. Εδώ δεν χωρούν ίσες αποστάσεις” είπε-, ενώ άφησε να εννοηθεί πως φοβάται ότι η κίνηση του Πούτιν μπορεί να ανοίξει την όρεξη του Ερντογάν.
Να σημειωθεί ότι μόλις έναν μήνα νωρίτερα η ελληνική διπλωματία κρατούσε τρόπον τινά ίσες αποστάσεις. Υπενθυμίζεται ότι ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας είχε πάει στις 31 Ιανουαρίου στη Μαριούπολη, για να εκφράσει την έγνοια της Ελλάδας για την πολυπληθή ομογένεια στις ακτές της Αζοφικής, χωρίς να περάσει από το Κίεβο και φωτογραφηθεί δίπλα στον Ουκρανό ομόλογό του Ντμίτρι Κουλέμπα.
Τότε είχε προτιμήσει απλώς να τον διαβεβαιώσει τηλεφωνικά για την ελληνική στήριξη στην ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας. Αντιθέτως, στη Μόσχα ο Δένδιας πήγε αυτοπροσώπως στις 18 Φεβρουαρίου, για να μιλήσει με τον Σεργκέι Λαβρόφ και να του εκφράσει, μεταξύ άλλων, την ανησυχία του για την ασφάλεια της ομογένειας, εκμαιεύοντας τις ανάλογες δεσμεύσεις. Εκ των υστέρων, αποδείχθηκε ότι ο Λαβρόφ τού είπε ψέματα -όπως είπε ψέματα και στους ομολόγους του από τη Γαλλία και τη Γερμανία-, ενώ τις πρώτες μέρες της ρωσικής εισβολής έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον δέκα ομογενείς στη Μαριούπολη, με το υπουργείο Εξωτερικών να λέει πως διαθέτει αποδείξεις ότι έπεσαν θύματα ρωσικής επίθεσης.
Η πρεμούρα του Μητσοτάκη, λοιπόν, να στείλει κατασχεμένα καλάσνικοφ στην Ουκρανία μπορεί να εξηγηθεί και με τους πρώτους νεκρούς. Ωστόσο, η εμμονή του να δείξει ότι δεν ασπάζεται απλά το “ανήκομεν εις την Δύσιν” και να δηλώνει ότι “είμαστε και εμείς Δύση” έχει πρωτίστως άλλες ερμηνείες.
Ο καλός μαθητής
Κατ’ αρχάς, ο πρωθυπουργός έχει την αντίληψη ότι εάν εμφανίζεται βασιλικότερος του βασιλέως, θα έχει την αποδοχή της διεθνούς κοινότητας ως σύγχρονος φιλελεύθερος πολιτικός, θα σβήσει για πάντα τη μνήμη της “αντάρτικης κυβέρνησης” του Τσίπρα και θα έχει τη στήριξη των συμμάχων στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ εάν και όπου τη χρειαστεί. “Αν δεν δείξουμε έμπρακτη αλληλεγγύη σήμερα σε μια χώρα που δέχεται ένοπλη επίθεση από έναν εχθρό της δημοκρατίας και των ελευθεριών, με ποιο ηθικό ανάστημα θα ζητήσουμε αύριο, αν -ο μη γένοιτο- χρειαστεί αλληλεγγύη από τον δυτικό κόσμο” αναρωτήθηκε μεγαλοφώνως στη Βουλή στη συζήτηση για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Αυτό που φαίνεται να ξεχνάει ο Μητσοτάκης είναι το γεγονός ότι η Τουρκία -εξαιτίας της οποίας ενδέχεται να χρειαστούμε αλληλεγγύη από τον δυτικό κόσμο- ανήκει στον δυτικό κόσμο. Για την ακρίβεια, ανήκει στο ΝΑΤΟ -και θεωρείται ανέκαθεν εξαιρετικά σημαντική για τη Συμμαχία-, ενώ είναι και επί μακρόν υποψήφια για ένταξη στην Ε.Ε., ακόμη κι αν είναι μάλλον απίθανο να ολοκληρώσει την ευρωπαϊκή πορεία της. Επιπλέον, μέσα σ’ αυτή την πρωτόγνωρη κρίση, η Τουρκία προσπαθεί να παίξει τον ρόλο της “γέφυρας” μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, καθώς και ΝΑΤΟϊκή δύναμη είναι που εξοπλίζει με drones την Ουκρανία και δεν συμμετέχει στις κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας.
Μπορεί η συνάντηση Λαβρόφ-Κουλέμπα μετά από πρόσκληση του Τούρκου ομολόγου τους Μεβλούτ Τσαβούσογλου στην Αττάλεια την περασμένη Πέμπτη να μην έφερε πιο κοντά μια κατάπαυση του πυρός στην πολύπαθη Ουκρανία, πλην όμως ενίσχυσε το κύρος του Ερντογάν. Τον ρόλο της “γέφυρας” θα έπρεπε να τον επιδιώκει και ο Μητσοτάκης για την Ελλάδα, πλην όμως έχει δείξει από πέρυσι ότι προτιμά αυτόν του προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης.
Η Δεξιά και οι θαυμαστές του “ξανθού γένους”
Ένα άλλο ζήτημα που απασχολεί τον πρωθυπουργό, που έχει ιδιαίτερη αδυναμία στην επικοινωνία, είναι η επιρροή της Ρωσίας στο εκλογικό του ακροατήριο. Μπορεί να έχουν βγει στα κάγκελα οι σχολιαστές, οι οποίοι έχουν αναλάβει εργολαβικά να στηρίξουν κάθε επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη, προσπαθώντας να πείσουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας και όλοι όσοι έχουν ακόμη αναφορές στο κίνημα ειρήνης είναι απολογητές του Πούτιν -αφού δεν λένε ναι σε όλα στις ενίοτε κακές κυβερνητικές επιλογές στην εξωτερική πολιτική-, ωστόσο η μεγάλη μάζα των θαυμαστών του “ξανθού γένους” είναι ψηφοφόροι της Δεξιάς. Γι’ αυτό και ο Μητσοτάκης, ως επικεφαλής της δεξιάς παράταξης, ποντάρει τώρα στον ταλιμπανισμό του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου, ελπίζοντας ότι μέσα σ’ αυτό το κλίμα οι δεξιοί χριστιανοί ορθόδοξοι θα του συγχωρήσουν την αντιρωσική ρητορική του.
Παράλληλα, φροντίζει με κάθε ευκαιρία να συκοφαντεί τους πολιτικούς αντιπάλους του για έλλειμμα πατριωτισμού, ακόμη και όταν ομνύει στο όνομα της εθνικής ενότητας. Το κάνει με το βλέμμα στην αντιπολίτευση, αλλά και στο εσωτερικό του κόμματός του. Κι αυτό διότι η πραγματική αγωνία του είναι η κριτική που δέχεται από τους τουρκοφάγους της Ν.Δ. κάθε φορά που ετοιμάζεται να συναντηθεί με τον Ερντογάν – όπως θα κάνει σήμερα. Ο Μητσοτάκης ξέρει καλά ότι ο Αλέξης Τσίπρας τον ενθαρρύνει να μιλάει με τον Τούρκο Πρόεδρο, ενώ του έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν θα τον ακολουθήσει ποτέ στον λαϊκιστικό κατήφορο που είχε επιλέξει ο πρόεδρος της Ν.Δ. με τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Το ραντεβού στην Πόλη
Άλλωστε, η αξιωματική αντιπολίτευση χαρακτήρισε αμέσως θετική εξέλιξη το σημερινό ραντεβού, υπογραμμίζοντας ότι η συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο, ειδικά σε μια περίοδο παγκόσμιας αποσταθεροποίησης, είναι επιβεβλημένη. Το ερώτημα είναι εάν αυτό το ανεπίσημο γεύμα θα αποτελέσει την απαρχή ενός ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας με απώτερο σκοπό την προσφυγή στη Χάγη για υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ ή απλώς μια προσπάθεια να μειωθεί η ένταση μεταξύ των δύο χωρών, τώρα που, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έχουν διαμορφωθεί πάλι συνθήκες ψυχρού πολέμου, και δη με τον κίνδυνο να γίνει… θερμός.
Η ατζέντα και το μορατόριουμ
Η τουρκική πλευρά έχει δηλώσει εξαρχής ότι θα βάλει όλη της την ατζέντα στο σημερινό τραπέζι, της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου συμπεριλαμβανομένης, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο στην Αθήνα να επαναλαμβάνει πως η Ελλάδα συζητάει μόνο τη διαφορά για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών.
Το πιθανότερο είναι, πάντως, ότι Μητσοτάκης και Ερντογάν θα συζητήσουν για ένα μορατόριουμ για όσο κρατάει αυτή η τεράστια ένταση στις σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας – ενδεχομένως και μέχρι να γίνουν κι από δύο ακτές του Αιγαίου εκλογές, το αργότερο το 2023. Έτσι κι αλλιώς, για την Τουρκία η Ελλάδα δεν είναι μείζον πρόβλημα και σ’ αυτή τη φάση φαίνεται ότι συμφέρει στον Τούρκο Πρόεδρο να πλασάρεται στη διεθνή κοινότητα ως αυτός που αποφάσισε να βελτιώσει τις σχέσεις του στη γειτονιά του. Έκανε το βήμα προχθές με το Ισραήλ -και τη συνάντηση κορυφής μεταξύ των δύο χωρών που είχαν εξαιρετικά εχθρικές σχέσεις από το 2010-, βελτιώνει τις σχέσεις με την Αίγυπτο και εμφανίζεται διαλλακτικός έναντι της Ελλάδας. Αλλά και για τον Κυριάκο Μητσοτάκη θα είναι σημαντικό να πέσουν οι τόνοι στο Αιγαίο και να το παρουσιάσει ως προσωπική του επιτυχία, ειδικά εάν πράγματι σκέφτεται να πάει σε πρόωρες εκλογές.

Η αδιαφορία για τα Βαλκάνια και το αίνιγμα του Κοσόβου
Στο νέο ψυχροπολεμικό περιβάλλον που διαμορφώνεται στην Ευρώπη, είναι ακόμη πιο σημαντικό να πιέσει η Ελλάδα για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία
Πού ήταν ο Δένδιας όταν ξεκίνησε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία; Καθ’ οδόν από τη Σενεγάλη προς το Πράσινο Ακρωτήρι. Στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει τη στήριξη όσο το δυνατόν περισσότερων χωρών ώστε να γίνει η Ελλάδα μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ το 2025-26, ο υπουργός Εξωτερικών το έχει ρίξει στα ταξίδια. Φαίνεται άλλωστε ότι αυτός είναι ο ρόλος που του έχει εκχωρήσει τώρα ο πρωθυπουργός – πέρα από τον συντονισμό των επιχειρήσεων “Νόστος 1, 2, 3 κ.ο.κ.” για την εκκένωση Ελλήνων από τη Μαριούπολη και την Οδησσό. Κι όμως, αυτή είναι η στιγμή που η ελληνική διπλωματία θα έπρεπε να βάλει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της τα δυτικά Βαλκάνια – και να πείσει τον πρωθυπουργό να ασχοληθεί προσωπικά. Να επισκεφθεί επιτέλους την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία, να δείξει ότι νοιάζεται στ’ αλήθεια για το ευρωπαϊκό τους μέλλον, να ασκήσει πιέσεις για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Ο Μητσοτάκης θα έπρεπε να επιδιώξει την εμβάθυνση των σχέσεων με τη Βόρεια Μακεδονία, η οποία χάρη στη Συμφωνία των Πρεσπών -που της άνοιξε τον δρόμο για την ένταξή της στο ΝΑΤΟ- γλίτωσε κατ’ αρχάς από τον εναγκαλισμό του Πούτιν. Θα μπορούσε να γλιτώσει κι από τον εναγκαλισμό του Ερντογάν, εάν ο Μητσοτάκης δεν ήταν τόσο φοβικός με την εφαρμογή της Συμφωνίας και τη διεύρυνσή της, εάν τολμούσε να περάσει από τη Βουλή τα μνημόνια συνεργασίας που περιμένουν δυόμισι χρόνια στα συρτάρια του Τασούλα, εάν προωθούσε με πάθος τη διμερή συνεργασία.
Επίσης, θα έπρεπε να δείξει περισσότερο ενδιαφέρον και για την Αλβανία, ο πρωθυπουργός της οποίας έχει προνομιακές σχέσεις με τον Ερντογάν – αλλά ο Μητσοτάκης φαίνεται να σνομπάρει τους Βαλκάνιους, που δεν έχουν μπει ακόμη στο ευρωπαϊκό κλαμπ. Ωστόσο, τώρα που η Ε.Ε. αίφνης συζητάει την ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας, πρωτίστως για να δείξει την αλληλεγγύη της και την πεποίθησή της ότι η χώρα ανήκει στην ευρωπαϊκή οικογένεια -έστω κι αν οι “27” ξεκαθάρισαν στο Κίεβο ότι δεν πρόκειται να υπάρξει μια fast-track διαδικασία ένταξης-, είναι η ώρα να γκαζώσουν οι διαδικασίες για τα Σκόπια και τα Τίρανα. Και να πιεστεί η Βουλγαρία να άρει το βέτο της – και από τον ισχυρό γείτονα και πιστό ευρωπαϊστή και ατλαντιστή Μητσοτάκη. Άλλωστε,“πριν από δύο εβδομάδες ξυπνήσαμε σε μια διαφορετική Ευρώπη, σε ένα διαφορετικό κόσμο”, που έλεγε προχθές και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ. Σε μια Ευρώπη που θα πρέπει να φοβάται τη διαιώνιση της μαύρης τρύπας των δυτικών Βαλκανίων. Και σε μια Ευρώπη που θα κληθεί εκ νέου να ασχοληθεί με την εκκρεμότητα του Κοσόβου.
Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα είναι από τις χώρες της Ε.Ε. που δεν έχουν αναγνωρίσει το Κόσοβο, όπως άλλωστε και η Κύπρος και η Ισπανία, για ευνόητους λόγους. Ωστόσο, πριν από λίγες μέρες, ο Ρώσος πρέσβης στην Αθήνα -αυτός με τις προσβλητικές αναρτήσεις στο Facebook- έκανε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επισήμανση, στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε για να υποστηρίξει ότι οι σχέσεις Ελλάδας – Ρωσίας κάποτε θα αποκατασταθούν. Είπε λοιπόν ότι “η στάση αρχών της Ρωσίας σχετικά με το Κυπριακό δεν άλλαξε”, ότι “η Μόσχα δεν αναγνωρίζει τη λεγόμενη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, ακριβώς όπως η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει το Κόσοβο”. Θα μπορούσε να το είπε και ως προειδοποίηση…