Γιάννης Αγουρίδης

Γιάννης Αγουρίδης

Με επιπλέον ανατιμήσεις έως 12% αναμένεται μπει ο νέος χρόνος. Ράλι 18 μηνών στις τιμές των τροφίμων, με το «καλάθι του νοικοκυριού» να κάνει μια τρύπα στο νερό

Νέες ανατιμήσεις στα τρόφιμα, οι οποίες σε κάποιες κατηγορίες φτάνουν ακόμη και το 12% και θα ισχύσουν από τον Ιανουάριο του 2023. Σύμφωνα με πληροφορίες της ΑΥΓΗΣ της Κυριακής από το λιανεμπόριο τροφίμων, οι νέοι τιμοκατάλογοι που παραλαμβάνουν τις ημέρες αυτές από τους προμηθευτές και τη βιομηχανία εμπεριέχουν ανατιμήσεις σε μια σειρά προϊόντων, δείγμα του ότι η ακρίβεια στον κρίσιμο αυτό τομέα αναμένεται να πλήξει κυρίως τα φτωχότερα νοικοκυριά. Είναι πέρα από εμφανές ότι το «καλάθι του νοικοκυριού» έχει αποτύχει μέχρι στιγμής, καθότι οι τιμές αυξάνονται με υψηλό ρυθμό, κάτι που αποτυπώθηκε και στα στοιχεία του πληθωρισμού για τον Νοέμβριο.

Όπως προκύπτει, η ομάδα «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά», όπως καταγράφεται στα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σημειώνει συνεχείς ανόδους για 18 μήνες (!), με την κυβέρνηση να λαμβάνει ένα μέτρο (το «καλάθι») κατά τον τελευταίο, χωρίς αποτελέσματα για τους πολίτες. Παράλληλα, τα νοικοκυριά δυσκολεύονται όλο και περισσότερο, με το 55% να δηλώνει ότι έχει μειώσει συνολικά τις αγορές σε είδη τροφίμων και είδη παντοπωλείου, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΙΜΕΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

Με βάση τα στοιχεία για τον μήνα Νοέμβριο, αυξήσεις 25,3% σημειώθηκαν στα γαλακτοκομικά, 20,4% στα έλαια, 18,7% στο ψωμί, 16,7% στα κρέατα, 12,6% στα λαχανικά και 11,9% σε καφέ-κακάο-τσάι. Αύξηση 8,6% καταγράφουν η ζάχαρη και τα γλυκά, καθώς και τα αναψυκτικά-χυμοί σε ποσοστό 8,9%. Τα είδη άμεσης κατανάλωσης νοικοκυριού εμφανίζουν αύξηση 16,7%, ενώ η ομάδα «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» αυξήθηκε κατά 15% σε σύγκριση με τον Νοέμβριο του 2021.

Γιατί πλήττονται οι φτωχότεροι

Ως φαίνεται, οι ανατιμήσεις έχουν «πλήξει» τρόφιμα που είναι απολύτως βασικά στην καθημερινή διατροφή των πολιτών, όπως το γάλα ή το ψωμί, ενώ ακόμη και σε προϊόντα που θεωρούνται ως πιο τα προσιτά της κατηγορίας τους, όπως, για παράδειγμα, το κοτόπουλο, που είναι το πιο φθηνό κρέας, οι τιμές παίρνουν διαρκώς την ανηφόρα.

Ενα από τα βασικά ζητήματα είναι ότι οι τιμές στα είδη διατροφής πλήττουν τα φτωχότερα στρώματα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία. Το μερίδιο της μέσης δαπάνης για είδη διατροφής, μη οινοπνευματώδη ποτά και στέγαση των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 58,1% των δαπανών του, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 36,3%. Η έρευνα δείχνει ότι για να φάνε, να στεγαστούν και να ντυθούν οι άνθρωποι χρειάζονται το 47% των χρημάτων τους.

Στα τάρταρα οι μισθοί

Κορυφαίο θέμα, επίσης, αποτελεί το γεγονός ότι οι μισθοί στην Ελλάδα βρίσκονται στα τάρταρα, κάτι που αποτυπώνεται ανάγλυφα στην πλέον πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ. Η σύγκριση γίνεται με βάση στοιχεία από 30 χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ, ανάμεσα στις οποίες ακαι η Ελλάδα, η οποία δυστυχώς καταγράφει πολύ χαμηλές επιδόσεις.

Η Ελλάδα είναι τρίτη στη λίστα με τον χαμηλότερο μέσο μισθό, ενώ έχει ένα από τα χαμηλότερα σκορ στον δείκτη εργασίας και απασχόλησης με 2,89. Αυτό το σκορ οφείλεται στους χαμηλούς μισθούς, στις πολλές ώρες εργασίας και στο κακό ιστορικό όσον αφορά την καταπάτηση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων.

Επίσης, η Ελλάδα είναι 22η μεταξύ των 30 χωρών όσον αφορά τον κατώτατο μισθό, με 10.389 δολάρια, δηλαδή 9.931,16 ευρώ ετησίως.

Αυξημένος ο χρόνος εργασίας

Ακόμα είναι δεύτερη μετά το Μεξικό στις εργάσιμες ώρες ανά εβδομάδα με 39,2 ώρες. Το Μεξικό, βέβαια, είναι η χώρα με τον χαμηλότερο μέσο μισθό μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, με 16.610 δολάρια ετησίως, δηλαδή περίπου 15.878 ευρώ (μεικτά).

Η χώρα έχει, επίσης, το χειρότερο εργασιακό σκορ στην έρευνα με 0,47, εξαιτίας των χαμηλών μισθών, των ημερών άδειας μετ’ αποδοχών και των δωρεάν διακοπών. Συνυπολογίζονται, επίσης, οι πολλές ώρες εργασίας, αλλά και η συστηματική καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων.

Η Σλοβακία καταλαμβάνει τη δεύτερη χειρότερη θέση με μέσο μισθό 24.769 δολάρια, δηλαδή 23.677,43 ευρώ τον χρόνο. Ωστόσο η χώρα έχει συνολικά πολύ καλές εργασιακές συνθήκες.