Αντιγόνη Ζούντα
Πολλοί είναι οι αναλυτές της εγχώριας αγοράς οι οποίοι βλέπουν ολιγοπώλια παντού στη χώρα, εκτιμώντας πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έπραξε όσα θα έπρεπε
Σημαντική αναταραχή επικρατεί σε πολλές δραστηριότητες της ελληνικής οικονομίας, καθώς τα καρτέλ φαίνεται πως έχουν εγκαθιδρυθεί στην Ελλάδα επί των ημερών της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Πολλοί είναι οι αναλυτές της εγχώριας αγοράς οι οποίοι βλέπουν ολιγωπώλια παντού στη χώρα, εκτιμώντας πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έπραξε όσα θα έπρεπε προκειμένου να δημιουργήσει αναχώματα στις επιμέρους αγορές ώστε να προστατευτούν οι πολίτες.
Το ζήτημα των τραπεζών
Πρώτα απ’ όλα, μεγάλο είναι το ζήτημα που αφορά την καρτελοποιημένη, όπως καταγγέλλεται από την αντιπολίτευση, αγορά στις τράπεζες, η οποία γεμίζει με υπερκέρδη τις ίδιες και με επιβαρύνσεις τους πολίτες. Ακόμη και η τελευταία παρέμβαση της κυβέρνησης για τις χρεώσεις στις προμήθειες δεν θεωρείται αρκετή για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα. Κι αυτό διότι το ολιγοπώλιο που έχει διαμορφωθεί, ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η λειτουργία καρτέλ και αυτού του κλάδου είναι κάτι που δεν φαίνεται να επιθυμεί να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση της Ν.Δ., γι’ αυτό και «ανέχτηκε» επί τρία χρόνια τις υπερβολικές χρεώσεις και προμήθειες αλλά και μεγάλη ψαλίδα επιτοκίων, κάτι που έπληξε τα νοικοκυριά αλλά και τις επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρξουν καθαρά κέρδη του τραπεζικού τομέα για το 2022 στα 3,27 δισ. ευρώ και για το 2023 στα 4,3 δισ. ευρώ, ενώ για το εννιάμηνο του 2024 το αντίστοιχο ποσό φτάνει τα 4,7 δισ. ευρώ. Η κερδοφορία αυξάνεται και τα μερίσματα των μετόχων επίσης, αλλά αυτό είναι εις βάρος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Ασφάλιστρα υγείας και ιδιωτικά νοσοκομεία
Μεγάλο πρόβλημα αποτέλεσαν και οι χρεώσεις των ασφαλιστικών εταιρειών προς τους πελάτες. Την ίδια στιγμή, η τροπολογία Θεοδωρικάκου προκάλεσε την αντίδραση της ΕΚΠΟΙΖΩ, διότι «αφήνει απροστάτευτους τους ασφαλισμένους στις ετησίως ανανεούμενες ασφαλίσεις, ενώ επισφραγίζει με την αδράνειά της τις εξοντωτικές αυξήσεις που επιβλήθηκαν υπό το απαράδεκτο καθεστώς του άρθρου 268 του Ν. 4738/2020». Όμως δεν είναι μόνο αυτό, καθώς τίθεται και εδώ μέγα ζήτημα ολιγοπωλίου. Όπως σημείωσε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Νίκος Παππάς στη Βουλή απευθυνόμενος στον Τάκη Θεοδωρικάκο, «στη συγκεκριμένη αγορά υπάρχει ένα μείζον θέμα σύγκρουσης συμφερόντων. Το ίδιο επενδυτικό fund, η CVC, είναι επενδυτής και σε νοσοκομείο και σε ασφαλιστική εταιρεία. Και στο Metropolitan, και στην Εθνική Ασφαλιστική», ενώ πρόσθεσε: «Το Metropolitan αυξάνει τις χρεώσεις, οι αυξημένες χρεώσεις περνάνε στα ασφάλιστρα και το τέλος είναι γνωστό, το πληρώνει ο πολίτης. Δηλαδή, η “CVC Metropolitan” αυξάνει τις τιμές, η “CVC Εθνική Ασφαλιστική” καταβάλλει τις αυξημένες τιμές και αυτομάτως το κόστος περνάει στον πολίτη. Όλα είναι αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Δεν έχει κανένα περιθώριο παρέμβασης η κυβέρνηση σ’ αυτή τη θεμελιώδη στρέβλωση, που δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για τους ανθρώπους που πληρώνουν ιδιωτική ασφάλιση και μάλιστα σε έναν τόσο ευαίσθητο τομέα;».
Τι συμβαίνει στην αγορά ρεύματος
Ολιγοπωλιακά είναι τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά των σημαντικότερων ενεργειακών αγορών της χώρας, με τέσσερις μεγάλους καθετοποιημένους παίκτες (ηλεκτροπαραγωγοί και προμηθευτές) να καθορίζουν ουσιαστικά τη λειτουργία της χονδρεμπορικής αγοράς ρεύματος με ισχυρή επίδραση και στη λιανική και τις δύο και μοναδικές εταιρείες στον τομέα της διύλισης να κυριαρχούν στον χώρο των πετρελαιοειδών.
Η έλλειψη ανταγωνισμού και η διαφαινόμενη «καρτελοποίηση» στον χώρο της ενέργειας, που καταγγέλλονται από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, εντάθηκαν τα τελευταία χρόνια υποβοηθούμενες από τον τρόπο που λειτουργούν οι αγορές και τις πολιτικές επιλογές της Ν.Δ., με αποτέλεσμα η ακρίβεια να καθιερώνεται ως κανονικότητα και η αισχροκέρδεια να επικρατεί, ενώ τα υπερκέρδη συσσωρεύονται σε χέρια λίγων με βασικό στόχο την… πάχυνση των μερισμάτων υπέρ των μετόχων.
Οι τέσσερις μεγαλύτεροι παίκτες στην ηλεκτροπαραγωγή (ΔΕΗ, Όμιλος Μυτιληναίου, ΗΡΩΝ και Elpedison) μέχρι σήμερα δίνουν τον τόνο στις αγορές ηλεκτρισμού με τις μονάδες ορυκτών καυσίμων που διαθέτουν, είτε πρόκειται για τον μέχρι πριν από λίγα χρόνια εγχωρίως παραγόμενο λιγνίτη είτε για το εισαγόμενο φυσικό αέριο, το οποίο πλέον πρωτοστατεί.
Η δομή της αγοράς ηλεκτρισμού παραπέμπει σε παιχνίδι για λίγους που ενισχύεται από τις ακολουθούμενες κεντρικές πολιτικές, ενώ ακόμα και ο περίφημος ανταγωνισμός αναζητείται…
Μικρό καλάθι κρατάμε άλλωστε και για την έρευνα που ξεκίνησε παραμονές Χριστουγέννων η Επιτροπή Ανταγωνισμού στη χονδρεμπορική και στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας για τυχόν αντιανταγωνιστικές πρακτικές, συμπράξεις, χειραγώγηση κ.λπ. στις αγορές, αφού και προηγούμενες διερευνήσεις δεν κατέληξαν πουθενά.
Η κυβέρνηση της Ν.Δ. από το 2019 κιόλας έκανε σαφές ότι τα συμφέροντα που εξυπηρετεί είναι συγκεκριμένα και ιδιωτικά -και η ΔΕΗ αυτόν τον δρόμο έχει πάρει- και συνδέονται άρρηκτα με το φυσικό αέριο με τα απαραίτητα «πράσινα» προσχήματα. Βέβαια η πρόσφατη κρίση του αερίου και η έκρηξη των τιμών ήρθαν να επιβεβαιώσουν την απουσία σοβαρής ενεργειακής πολιτικής και την επικίνδυνη ένταση της εξάρτησης από τις εισαγωγές.
Το πετρέλαιο
Οσο για τον κλάδο των πετρελαιοδειδών, μόλις δύο εταιρείες, η Helleniq Energy (πρώην ΕΛ.ΠΕ.) και η Motor Oil, έχουν τον έλεγχο όλης της αγοράς διύλισης, που αποτελεί και τη βάση για τη διαμόρφωση των (υψηλών) τιμών των υγρών καυσίμων, με βασικά χαρακτηριστικά επίσης τη συσσώρευση υπερκερδών και την παγίωση της ακρίβειας.
Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Επιτροπή Ανταγωνισμού στις προκαταρκτικές της απόψεις για τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά καυσίμων (Αύγουστος 2024), επικρατούν συνθήκες «δυοπωλίου με υψηλό βαθμό συγκέντρωσης», ενώ η ανάλυση τιμών διύλισης έδειξε ουσιαστικά ταύτιση και παράλληλη εξέλιξή τους. Μάλιστα, την περίοδο της ενεργειακής κρίσης, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, «το αυξημένο περιθώριο διύλισης οδήγησε σε σημαντικά λειτουργικά κέρδη στις εταιρείες διύλισης, καθώς συνοδεύτηκε από σχετικά αυξημένη ζήτηση (έναντι της χρήσης 2020) και κατ’ επέκταση παραγωγή από τις εταιρείες διύλισης και με διαχρονικές αυξήσεις στις τιμές». Διαπιστώνεται δε η ικανότητα των εταιρειών διύλισης να αυξάνουν επικερδώς τις τιμές τους χωρίς να επηρεάζονται αισθητά από τις ενέργειες των πελατών τους ή να περιορίζονται από δυνητικούς ανταγωνιστές.
www.avgi.gr
❝ ετικέτες ❞ #ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ