Γιάννης Αγουρίδης

Οι δυσοίωνες προβλέψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, τα εισοδήματα που βρίσκονται στον πάτο και ο πληθωρισμός που επιμένει

Δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας καθότι η ακρίβεια παραμένει παρούσα και διευρύνεται, ενώ η αγοραστική δύναμη των πολιτών παραμένει στα τάρταρα. Όπως προκύπτει από τα δεδομένα, οι πολίτες στην Ελλάδα θα χρειαστούν 20 χρόνια ακόμα για να φτάσουν στο επίπεδο που ήταν πριν από την κρίση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής Ιωάννης Τσουκαλάς ανέφερε ότι η Ελλάδα «βρίσκεται ακόμη στο μέσον της διαδρομής ή στο 1/3 της διαδρομής για να επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα». Μάλιστα, όπως είπε χαρακτηριστικά, «η Ελλάδα θα χρειαστεί 15-20 χρόνια για να φτάσει το επίπεδο αυτό», προσθέτοντας ότι αυτή τη στιγμή η χώρα μας βρίσκεται στο 70% του μέσου όρου της Ευρωζώνης από πλευράς αγοραστικής δύναμης, ενώ πριν από την κρίση βρισκόταν στο 80%-85%. Σε ερώτηση σχετικά με τη σύγκλιση των εισοδημάτων με τον μέσο όρο της Ε.Ε. τόνισε ότι θα χρειαστούν υψηλή ρυθμοί ανάπτυξης άνω του 2% για πολλά χρόνια, αύξηση της παραγωγικότητας και περισσότερες επενδύσεις για να μπορέσουμε να συγκλίνουμε.

Παράλληλα, επιμονή του πληθωρισμού στην περιοχή του 3% με ανάπτυξη στο 2,2% για το 2025 βλέπει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στην τελευταία τριμηνιαία έκθεσή του, κάτι που σημαίνει ότι η ακρίβεια στην Ελλάδα θα παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και θα συνεχίσει να διευρύνεται.

Οι προκλήσεις για την ελληνική οικονομία

Οσον αφορά τους εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία της εγχώριας οικονομίας, το Γραφείο Προϋπολογισμού υπογραμμίζει ότι το διεθνές μακροοικονομικό περιβάλλον διαμορφώνεται από μια σειρά σύνθετων προκλήσεων που σχετίζονται με την εμπορική πολιτική, τη γεωπολιτική δυναμική και τις δημοσιονομικές συνθήκες μεγάλων οικονομιών. Η αβεβαιότητα γύρω από το εμπόριο, είτε μέσω πιθανών αναπροσαρμογών δασμών είτε λόγω παρατεταμένων διαπραγματεύσεων, επηρεάζει τις επενδυτικές αποφάσεις και περιορίζει την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, με ιδιαίτερες επιπτώσεις στις εξαγωγικές οικονομίες.
Παράλληλα, οι εξελίξεις σε γεωπολιτικό επίπεδο επηρεάζουν τη ροή των θαλάσσιων μεταφορών, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις τιμές βασικών εμπορευμάτων, γεγονός που μπορεί να αναδιαμορφώσει τον ρυθμό οικονομικής δραστηριότητας και τις πληθωριστικές τάσεις. Επιπλέον, οι πιέσεις που σχετίζονται με τα δημόσια οικονομικά σε αναπτυγμένες χώρες με υψηλά επίπεδα χρέους τροφοδοτούν συζητήσεις γύρω από τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών πολιτικών και την επιβάρυνση του κόστους δανεισμού από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Η πολιτική αστάθεια στη Γαλλία τροφοδοτεί ανησυχίες στις αγορές ομολόγων. Παρά τις προκλήσεις αυτές, η προώθηση πολυμερών και προβλέψιμων εμπορικών συμφωνιών αποτελεί θετικό βήμα για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης, τη μείωση της αβεβαιότητας και τη στήριξη των επενδύσεων. Μακροπρόθεσμα, η σταθεροποίηση του διεθνούς εμπορικού πλαισίου μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για υψηλότερη παραγωγικότητα, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και βιώσιμη παγκόσμια ανάπτυξη.

Επιπλέον 4,5 δισ. ευρώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο στο τέλος του Ιουλίου του 2025 διαμορφώθηκε στα 111,82 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 4.558 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον Ιούλιο του 2024. Σημειώνεται ότι ποσοστό 23,57% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, που αντιστοιχεί σε 26,35 δισ. ευρώ, αφορά οφειλές που χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης.

Η αύξηση του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου υπολογίζεται από τις νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 9,65 δισ. ευρώ συν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές κατά την 1η/8/2024 που βεβαιώθηκαν μεταγενέστερα ύψους 2,33 δισ. ευρώ μείον τις εισπράξεις και διαγραφές, οι οποίες αγγίζουν συνολικά τα 7,42 δισ. ευρώ.

Εξετάζοντας την ποιοτική διάρθρωση του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου διαπιστώνουμε ότι το 60,99% αυτού, που αντιστοιχεί σε 52,12 δισ. ευρώ, πηγάζει από φορολογικές οφειλές. Το υπόλοιπο των πραγματικών ληξιπρόθεσμων οφειλών προέρχεται από άλλες κατηγορίες οφειλής, οι οποίες παρουσιάζουν χαμηλό ποσοστό είσπραξης.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ, σε αυτές περιλαμβάνονται τα πρόστιμα (φορολογικά και μη φορολογικά) που αποτελούν το 28,57% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου καθώς αγγίζουν τα 24,41 δισ. ευρώ και οι μη φορολογικές οφειλές (δάνεια, δικαστικά έξοδα, καταλογισμοί κ.λπ.), οι οποίες αποτελούν το 10,45% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 8,92 δισ. ευρώ.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι 8,46 δισ. ευρώ από τις φορολογικές οφειλές πηγάζουν από αφερέγγυους οφειλέτες και 15,86 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές με λήξη δόσεων πέραν της τελευταίας δεκαετίας, απομένουν 27,30 δισ. ευρώ οφειλών από τις οποίες, σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ, πηγάζει άνω του 90% των εισπράξεων. Με άλλα λόγια, το σύνολο σχεδόν των εισπράξεων προέρχεται από το 31,95% μόλις του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.

Αναλύοντας περαιτέρω τις φορολογικές οφειλές που περιλαμβάνονται στο πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο (52,12 δισ. ευρώ) διαπιστώνεται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό (47,73%) αφορά τον ΦΠΑ καθώς οι οφειλές αγγίζουν τα 24,88 δισ. ευρώ. Ακολουθεί ο φόρος εισοδήματος με ποσοστό 41,70%, ενώ οι φόροι στην περιουσία καταγράφουν χαμηλό ποσοστό 5,36% αφού περιλαμβάνουν οφειλές ύψους 2,79 δισ. ευρώ.

www.avgi.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ