Με κριτήριο το πολιτικό κόστος η κυβέρνηση αναβάλλει την αναπροσαρμογή των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης και τις αυξήσεις στις ασφαλιστικές εισφορές ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων, προκειμένου να κατευνάσει την αναστάτωση πριν από την προεκλογική εκστρατεία ● Τα σενάρια για το ακανθώδες θέμα των συντάξεων χηρείας.
«Kαυτά» ζητήματα μεγάλου πολιτικού κόστους μεταθέτει συνεχώς για αργότερα η κυβέρνηση με μόνο κριτήριο την αποφυγή νέου κύκλου δυσαρέσκειας όσο μπαίνουμε σε προεκλογική τροχιά, μετά και την αυξανόμενη κριτική για τις υψηλές δαπάνες διαβίωσης και σειρά σκανδάλων.
Η ρύθμιση για αναπροσαρμογή των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης έχει «παγώσει» από το 2020 και όλα δείχνουν πως αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε μέσα στο 2026, ώστε η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας να πάει στις κάλπες με «φιλολαϊκή» ατζέντα.
Ο νόμος 3863/2010 της κυβέρνησης Παπανδρέου όριζε πως τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής του ελληνικού πληθυσμού και τους σχετικούς δείκτες, που προσδιορίζονται από την ΕΛΣΤΑΤ και τη Eurostat και αφορούν την επόμενη περίοδο. Ωστόσο, ούτε τα στοιχεία για το προσδόκιμο την περίοδο 2024-2026 έχουν γνωστοποιηθεί ούτε στο κυβερνητικό στρατόπεδο επικρατούν απόψεις που θα πρόσθεταν έναν νέο «πονοκέφαλο».
Δεν αλλάζουν τα όρια συνταξιοδότησης
Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή της ότι δεν έχει στα χέρια της σχετική εισήγηση για αλλαγή των ορίων συνταξιοδότησης και στοιχεία που να την υποδεικνύουν. Οπως είπε, στα χρόνια των μνημονίων, αυξήθηκαν τα όρια και κόπηκαν πρόωρες συνταξιοδοτήσεις.
Υστερα, η αρμόδια υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Αννα Ευθυμίου, ξεκαθάρισε ότι δεν προκύπτει θέμα αναπροσαρμογής των ορίων ηλικίας. «Πρόκειται για ένα ζήτημα που σαφώς παρακολουθούμε, χωρίς όμως να διαφαίνεται καμία προοπτική αλλαγής υπό τις παρούσες συνθήκες» είπε και για να καθησυχάσει τους ασφαλισμένους «που σπεύδουν να κάνουν αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω φημών» πρόσθεσε ότι «δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας».
Η ίδια θύμισε πως την περίοδο του πρώτου μνημονίου, «τα ηλικιακά όρια συνδέθηκαν με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Ωστόσο, η αυξητική μεταβολή στα όρια ηλικίας που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2015 μας δίνει ένα περιθώριο ασφαλείας». Τότε, με το τρίτο μνημόνιο επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., επιβλήθηκε αύξηση δύο ετών στο όριο ηλικίας, από τα 65 στα 67, για πλήρη σύνταξη με 15 χρόνια ασφάλισης και κατώτατο όριο τα 62 έτη για τους ασφαλισμένους με 35 χρόνια ένσημα, που από τότε χρειάζονται άλλα πέντε.
Σύμφωνα δε με τα στοιχεία του συστήματος «Ηλιος», οι ηλικίες συνταξιοδότησης των καινούργιων συνταξιούχων έχουν αυξηθεί κατά τέσσερα χρόνια την τελευταία δεκαετία. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η Ελλάδα έχει από τα πιο υψηλά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση και τις περισσότερες ώρες εργασίας εργαζομένων (38,8) μαζί με τη Βουλγαρία (Eurostat). Επίσης, καταγράφει υψηλά ποσοστά φτώχειας στους ηλικιωμένους σε σχέση με τον διεθνή μέσο όρο, γιατί διαπιστώνεται μεγάλη διαφορά (22,7%) του εισοδήματος των συνταξιούχων άνω των 65 ετών σε σχέση με εκείνο του εθνικού πληθυσμού (ΟΟΣΑ).
Ούτε το 2026 η αύξηση εισφορών
Νέα αναβολή αναμένεται να πάρει και η αύξηση εισφορών των 1,5 εκατομμυρίου ελεύθερων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών, ώστε η κυβέρνηση να «χαϊδέψει» ένα προνομιακό εκλογικό ακροατήριο, το οποίο και είχε «γυρίσει την πλάτη» στον ΣΥΡΙΖΑ λόγω της σύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών με το εισόδημα, αλλά και έχει χάσει, τουλάχιστον σε έναν βαθμό, την εμπιστοσύνη του στη Ν.Δ. εξαιτίας της εισαγωγής της φορολόγησης βάσει ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος το 2023.
Σύμφωνα με τον νόμο Κατρούγκαλου (Ν.4387/2016), η αναπροσαρμογή των εισφορών έπρεπε να γίνει το 2025 βάσει του δείκτη μεταβολής μισθών αντί για τον δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους, με τον οποίο υπολογιζόταν το 2023, το 2024 και όπως όλα δείχνουν θα ισχύσει και το 2026. Γιατί η ΕΛΣΤΑΤ δεν έχει ακόμα διαμορφώσει τον νέο δείκτη, ο οποίος όμως δεν θα μπορούσε να μείνει στα χαρτιά, καθώς αποτελεί μέρος άλλων δεικτών, που στηρίζουν βασικές πολιτικές του υπουργείου Εργασίας, όπως ο νέος αλγόριθμος καθορισμού του κατώτατου μισθού.
Η αναβολή στη λήψη αποφάσεων δεν οφείλεται μόνο σε τεχνικά θέματα αλλά στην πολιτική απροθυμία της Ν.Δ. να υλοποιήσει μια ρύθμιση η οποία γλιτώνει τους μη μισθωτούς από νέα βάρη σήμερα αλλά συνεπάγεται και μικρότερες συντάξεις στο μέλλον.
Γιατί βάσει του δείκτη μισθών θα καθορίζονται και οι συντάξιμες αποδοχές. Σύμφωνα με τον νόμο Βρούτση (Ν.4670/2020), η υψηλότερη βάση εισφορών οδηγεί και σε υψηλότερες συντάξιμες αποδοχές.
Σενάρια για τις συντάξεις χηρείας
Τρίτο «φλέγον» ζήτημα που η κυβέρνηση δεν τολμά να αγγίξει αποτελεί το θέμα των συντάξεων χηρείας, ένα θέμα με σημαντικό δημοσιονομικό κόστος από τη μια και άδικη εφαρμογή από την άλλη.
Από το 2020 μειώνονται μόνο στον δημόσιο τομέα οι συντάξεις εάν ο δικαιούχος δουλεύει ή λαμβάνει σύνταξη, ύστερα από την πρώτη τριετία καταβολής κατά την οποία το ποσό ανέρχεται στο 70% των αρχικών αποδοχών των εκλιπόντων.
Οι συνταξιουχικές οργανώσεις ζητούν σταθερά από το υπουργείο Εργασίας να επιδείξει κοινωνική ευαισθησία αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία για την κατάργηση του μέτρου και την επιστροφή των χρημάτων στους δικαιούχους του Δημοσίου. Στην αντίθετη περίπτωση, αναδρομικές μειώσεις στους δικαιούχους του Δημοσίου θα έφερναν ανατροπή στους προϋπολογισμούς με τεράστιο οικονομικό βάρος.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τα υπόλοιπα σενάρια περιλαμβάνουν είτε την επιλογή των συνταξιούχων του Δημοσίου ανάμεσα στη σύνταξη χηρείας ή τη δική τους, είτε τη μείωση των εθνικών και όχι των αναλογικών συντάξεων.
www.efsyn.gr
❝ ετικέτες ❞ #ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ