• Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το «επιτελικό κράτος» αποκατέστησε την αποτελεσματικότητα του κράτους. Ο κατάλογος των έργων που απεντάχθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης αποδεικνύει ότι αυτό δεν ισχύει καθόλου

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Μια βασική πλευρά της κυβερνητικής ρητορικής είναι ότι είναι αποτελεσματική. Ότι αποδίδει. Ότι παράγει έργο. Όλη η μυθολογία περί του «επιτελικού κράτους» στηρίζεται πάνω στο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι, πέραν όλων των άλλων, και ένας αποτελεσματικός μάνατζερ, που απαιτεί συγκεκριμένα και μετρήσιμα αποτελέσματα, και που πιέζει τους υπουργούς να δουλεύουν. Οι εβδομαδιαίες αναρτήσεις του πρωθυπουργού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτό το ιδιαίτερο δημόσιο non paper, πάντα περιλαμβάνουν απολογισμούς του έργου που παράγει η κυβέρνηση.

Αυτή η αποτελεσματικότητα του κυβερνητικού έργου αποτελεί και εμμονή των υπουργών της κυβέρνησης. Πάντοτε οι υπουργοί επιδιώκουν τη δημοσιότητα, άλλωστε αυτή είναι αναπόσπαστο τμήμα της πιθανότητας να επανεκλεγούν, αλλά για πρώτη φορά τόσο συστηματικά απαριθμούν εγκαίνια, νομοθετικές πρωτοβουλίες, προγράμματα δράσης. Το timeline όσων έχουμε την ατυχία ο αλγόριθμος να μας θεωρεί «πολιτικά ζώα» πλημμυρίζει κάθε μέρα από τις σχετικές αναρτήσεις.

Και βέβαια αυτό είναι αναπόσπαστο τμήμα της προσπάθειας της κυβέρνησης να πείσει ότι η Νέα Δημοκρατία είναι η μόνη παράταξη που πραγματικά έχει κυβερνησιμότητα, που μπορεί να αναλάβει το κράτος και να το διαχειριστεί και πώς οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη δεν θα κάνει μόνο λανθασμένες πολιτικές επιλογές, αλλά και επειδή οι ιδεολογικές εμμονές θα συναντήσουν την ανικανότητα θα οδηγήσει τη χώρα στο χάος και τίποτα δεν θα δουλεύει στο κράτος.

Μόνο που όλα αυτά είναι μια μαγική εικόνα. Γιατί υπάρχει μια πολύ απλή και απτή απόδειξη ότι κάθε άλλο παρά αποτελεσματική είναι η Νέα Δημοκρατία στην κυβερνητική διαχείριση. Και μάλιστα είναι μια απόδειξη μετρήσιμη και με τον δικό της κατάλογο έργων που δεν έγιναν και πρωτοβουλιών που έμειναν στη μέση: τα έργα για το Ταμείο Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης.

Το Ταμείο Ανάκαμψης δεν ήταν απλώς άλλη μια πηγή χρηματοδότησης. Για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να δανειστεί ως τέτοια, για να προσφέρει χρηματοδότηση, που θα μπορούσε να δώσει την κρίσιμη αναπτυξιακή ώθηση που χρειαζόταν μετά την πανδημία. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα ήταν μια πολύ μεγάλη αναπτυξιακή ευκαιρία, γιατί επέτρεπε να γίνουν πράξη σημαντικά σχέδια και να διαμορφωθούν οι υποδομές της επόμενης μέρας για τη χώρα.

Όμως, το Ταμείο Ανάκαμψης, με βάση τα χαρακτηριστικά που είχαν αποφασίσει τα κράτη-μέλη της ΕΕ ύστερα από τη μακρά διαπραγμάτευση που χρειάστηκε, είχε πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς τη λειτουργία του κράτους και την ικανότητά του να διαχειριστεί αυτές τις χρηματοδοτήσεις και τα δάνεια σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Γιατί το Ταμείο Ανάκαμψης, σε αντίθεση με αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε ΕΣΠΑ, δηλαδή τα χρήματα που λαμβάνει η χώρα μας από τον κοινοτικό προϋπολογισμό δεν επιτρέπει καθυστερήσεις ούτε μεταφορά σε επόμενες περιόδους. Είχε, δηλαδή, σαφή ημερομηνία λήξης και μάλιστα αναγκαία προϋπόθεση για την εκταμίευση ήταν η ολοκλήρωση των έργων.

Και τώρα που το Ταμείο Ανάκαμψης έχει φτάσει στην ημερομηνία λήξης του μπορούμε να δούμε και την κυβερνητική αναποτελεσματικότητα. Για την ακρίβεια τα σημάδια είχαν φανεί νωρίς όταν διάφορα προγράμματα που είχαν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης είτε τροποποιούνταν είτε απεντάσσονταν. Ο λόγος ήταν γιατί διαπιστωνόταν ότι στη μορφή που είχαν αρχικά σχεδιαστεί δεν υπήρχε περίπτωση να ολοκληρωθούν. Αυτό γινόταν διαρκώς με το τελευταίο κύμα να γίνεται αναγκαστικά τους περασμένους μήνες. Και τα έργα που απεντάχθηκαν κάποια θα γίνουν με χρήση εθνικών πόρων (από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων), άρα σε βάρος άλλων προτεραιοτήτων και κάποια απλώς δεν θα γίνουν παρότι ανακοινώθηκαν μετά τυμπανοκρουσιών.

Η κυβέρνηση μέχρι τώρα δεν έχει δώσει μια πλήρη εικόνα για το ποιο είναι το συνολικό ύψος των έργων που απεντάσσονται. Όμως, αρκετοί μιλούν για συνολικές απεντάξεις ύψους άνω των 2 δισεκατομμύριων ως προς το συνολικό κόστος των έργων (δηλαδή ευρωπαϊκοί πόροι και ιδιωτική συμμετοχή). Κοινώς λεφτά που «χάθηκαν» ενώ θα μπορούσαν να είχαν πιάσει τόπο. Και όλα αυτά χωρίς να συνυπολογίσουμε σε ποια κατάσταση θα είναι τελικά όσα παρέμειναν ενταγμένα.

Και βέβαια όλα αυτά χωρίς να έχει γίνει μέχρι τώρα ένας πραγματικός απολογισμός πόσα από αυτά τα ποσά που όντως χρησιμοποιήθηκαν έπιασαν τόπο, ποια είναι η ποιότητα (αλλά συχνά και η χρησιμότητα) των παραδοτέων, σε ποιο βαθμό όντως θα συμβάλουν σε μια αναπτυξιακή δυναμική.

Και αυτό γιατί έχει γίνει σαφές ότι ένα μεγάλο μέρος των έργων σχεδιάστηκε με βάση το κριτήριο της απορροφησιμότητας παρά της χρησιμότητας ή της αναπτυξιακής συμβολής. Δεν είναι τυχαίο ότι είχαμε παραδείγματα εταιριών που εκτινάχθηκαν ως προς τον τζίρο και την κερδοφορία μέσα από τη διαχείριση τέτοιων κονδυλίων, με σαφείς ενδείξεις ότι ορισμένες από αυτές έχουν εκφράσει την «ευγνωμοσύνη» τους στην κυβέρνηση μέσα από τη συμβολή τους στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος.

Την ίδια στιγμή εμβληματικά υποτίθεται έργα – όπως αυτά που θα έφερναν σημαντικό ερευνητικό δυναμικό στη χώρα –, αναγκαίες υποδομές άρδευσης και πολιτικής προστασίας, ή σημαντικές συνεισφορές στην αντιμετώπιση κοινωνικών αναγκών όπως το Σπίτι ΙΙ, απεντάσσονταν με αναζήτηση άλλων πόρων. Για να μην αναφερθούμε στους χιλιάδες ασφαλισμένους που είδαν να ακυρώνονται διαγνωστικές εξετάσεις που είχαν προγραμματίσει εξαιτίας της λήξης του προγράμματος.

Όλα αυτά είναι σαφές ότι δεν έχουν καμία σχέση με οποιαδήποτε έννοια χρηστής και αποτελεσματικής διαχείρισης. Αποτυπώνουν ότι μια κυβέρνηση που λειτουργεί πολύ περισσότερο με κριτήρια εξυπηρέτησης συμφερόντων, που δεν έχει εμπιστοσύνη στο δυναμικό που στελεχώνει το κράτος αλλά στις κάθε λογής «συμβουλευτικές εταιρείες» και που πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο για τη χώρα δεν έχει, την κρίσιμη ώρα όσο και να διαφημίζει την αποτελεσματικότητά της θα βρεθεί να χάνει μία από τις μεγαλύτερες αναπτυξιακές ευκαιρίες που δόθηκαν σε αυτή τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Καθόλου τυχαία, είναι σαφές ότι θα σταματήσει και η επίδραση από αυτές τις χρηματοδοτικές ροές η χώρα θα οδηγηθεί σε μια υφεσιακή δυναμική, ακριβώς επειδή δεν αξιοποιήθηκαν πραγματικά ως πολλαπλασιαστές για την ανάπτυξη και όχι ως απλές εισροές.

Αυτό έχει να κάνει, όπως έχω υπογραμμίσει ξανά, και με την ιδιότυπη κρίση του κράτους με την οποία είναι αντιμέτωπη η χώρα, δηλαδή τη συστηματική υπονόμευση της δυνατότητας του κράτους να λειτουργεί επιτελικά και να παράγει αποτελέσματα. Κρίση, που προκλήθηκε αρχικά από τα μνημόνια και συνεχίστηκε από τον κοντόθωρο νεοφιλελευθερισμό της Νέας Δημοκρατίας. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν αρκεί η ανάδειξη της αποτυχίας και ανικανότητας της κυβέρνησης να κάνει όντως τη δουλειά που έπρεπε (και το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν στην κατηγορία «μια δουλειά είχατε να κάνετε»), αλλά η προσπάθεια να συναχθούν όσο το δυνατόν περισσότερα διδάγματα για το τι μπορεί να σημαίνει αποτελεσματική διακυβέρνηση και κράτος που να λειτουργεί στα αλήθεια.

www.in.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ