Αντα Ψαρρά

Η Ανεξάρτητη Αρχή σε εκτενή ανακοίνωση στηλιτεύει σημείο σημείο το νομοθέτημα της κυβέρνησης που φέρει την υπογραφή των Γεραπετρίτη και Τσιάρα και που συντάχθηκε υπό το βάρος του σκανδάλου των υποκλοπών για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις εντός και εκτός Ελλάδας ● Ορατός ο κίνδυνος να οδηγηθεί ξανά η χώρα σε ευρωπαϊκό διασυρμό.

Μεγάλη δυσαρέσκεια και αυστηρότατη κριτική διατύπωσε η Ολομέλεια της Ανεξάρτητης Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) για το νομοσχέδιο-φιάσκο της κυβέρνησης σχετικά με τη διαδικασία άρσης απορρήτου, την ΕΥΠ και τις υποκλοπές («Νομοσχέδιο για συγκάλυψη του Κυριάκος-Gate», «Εφ.Συν.» 17.11.2022). Ενα νομοσχέδιο που φέρει την υπογραφή των Γεραπετρίτη – Τσιάρα και που συντάχτηκε υπό το βάρος του σκανδάλου προκειμένου να διασκεδάσει την κοινή γνώμη εντός και εκτός Ελλάδας σε όσα έγιναν γνωστά από τις ωμές παραβιάσεις ενός από τα θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών. Η (ακόμα) Ανεξάρτητη Αρχή στηλιτεύει σημείο σημείο και άρθρο άρθρο τις διατάξεις του απαράδεκτου για κράτος Δικαίου τερατουργήματος σε εκτενές δελτίο Τύπου και σε αναλυτικό κείμενο παρατηρήσεων που έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της. Στην Ολομέλεια της 18 Νοέμβρη πέντε από τα επτά μέλη της Ολομέλειας, συμπεριλαμβανομένου και του προέδρου Α. Ράμμου, διατύπωσαν τις αντιρρήσεις τους, ενώ μετά τη λήξη της «συνοπτικής» διαβούλευσης προβλέπεται σκληρή μάχη στη Βουλή εν μέσω συνεχών αποκαλύψεων από μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ για τις παρακολουθήσεις.

Συνοπτικά οι παρατηρήσεις της ΑΔΑΕ:

● Το σύστημα έκδοσης εισαγγελικής διάταξης για άρση απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας πάσχει, σε ό,τι αφορά τις εγγυήσεις διαφάνειας και αποτελεσματικής προάσπισης του δικαιώματος του απορρήτου των επικοινωνιών. Το Σύνταγμα (αρ. 19) αναθέτει την έκδοση τέτοιων αποφάσεων σε δικαστική αρχή, «ο συντακτικός νομοθέτης θεωρεί τους δικαστικούς λειτουργούς εγγυητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το έργο αυτό θα μπορούσε να είχε ανατεθεί εξ ολοκλήρου και σε ανεξάρτητη αρχή, όπως συμβαίνει σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες». Η ΑΔΑΕ υποστηρίζει ότι η απόφαση άρσης πρέπει να ανατίθεται σε δικαστικό λειτουργό που παραμένει στην έδρα του και δεν αποσπάται στην ΕΥΠ. Μάλιστα για μεγαλύτερες εγγυήσεις η ΑΔΑΕ προτείνει η αρμοδιότητα να ανατεθεί σε τριμελές δικαστικό συμβούλιο (όχι απαραίτητα εισαγγελικών λειτουργών).

● Το Νομοσχέδιο εξακολουθεί να μην ορίζει την αιτιολογία άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, ενώ ο ξεχειλωμένος ορισμός της έννοιας δημιουργεί κινδύνους καταχρήσεων. Δεν θα αναφέρεται καν το ονοματεπώνυμο του παρακολουθούμενου σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στις περιπτώσεις άρσης του απορρήτου για λόγους διακρίβωσης βαριών εγκλημάτων. Η ΑΔΑΕ εκτιμά ότι η αιτιολόγηση όλων των αποφάσεων κρατικών οργάνων «αποτελεί εγγενές στοιχείο των αρχών του κράτους δικαίου και του πολιτεύματος της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ευρωπαϊκού τύπου» και συμπληρώνει ότι «μόνο έτσι θα είναι δυνατόν να ελεγχθεί το κάθε κρατικό όργανο και να επιτευχθεί η λογοδοσία του που αποτελεί γενική αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος». Η Αρχή απαντά και στα σαθρά κυβερνητικά επιχειρήματα περί δήθεν προστασίας της εθνικής ασφάλειας, τονίζοντας ότι η αιτιολογία άρσης απορρήτου έτσι κι αλλιώς δεν κοινοποιείται στον παρακολουθούμενο ώς τη λήξη της. Η ΑΔΑΕ έχει επιλεγεί από τον συνταγματικό νομοθέτη ως αντίβαρο εξουσίας στη δικαστική αρχή, στην οποία ανατίθεται το έργο της εκδόσεως των διατάξεων άρσης του απορρήτου και αντιτίθεται στην απαγόρευση τήρησης αρχείου από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτόν προκύπτουν κρίσιμα ζητήματα διαφάνειας.

● Το άρθρο 4 (Αρση του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας) εκτιμήθηκε από την ΑΔΑΕ για όλες σχεδόν τις επιμέρους διατάξεις του ως εξόχως προβληματικό, διότι πάσχει σε ό,τι αφορά τις εγγυήσεις διαφάνειας και αποτελεσματικής προάσπισης του δικαιώματος του απορρήτου των επικοινωνιών, εφόσον η ανάθεση της αρμοδιότητας έκδοσης των διατάξεων άρσης για λόγους εθνικής ασφάλειας σε εισαγγελέα εφετών, αποσπασμένο από τον φυσικό του χώρο και λειτουργούντα στο περιβάλλον της ΕΥΠ και της ΔΑΕΕΒ (Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Βίας), προκαλεί μια μορφή ενσωμάτωσής του στο περιβάλλον και τη νοοτροπία που κυριαρχούν στις υπηρεσίες αυτές.

Στο άρθρο καθορίζεται η διαδικασία της εκ των υστέρων ενημέρωσης του παρακολουθούμενου για λόγους εθνικής ασφάλειας, ενώ η αρμοδιότητα αυτή αφαιρείται τελείως από την ΑΔΑΕ για πρώτη φορά ύστερα από 18 χρόνια και ανατίθεται σε τριμελές όργανο το οποίο αποτελείται α) από τον διοικητή της ΕΥΠ ή της ΔΑΕΕΒ (ανάλογα με το ποιος εκδίδει την απόφαση), β) τον εισαγγελέα της ΕΥΠ ή της ΔΑΕΕΒ και τον πρόεδρο της ΑΔΑΕ. Η δε αίτηση δεν υποβάλλεται πλέον στην ΑΔΑΕ, αλλά στον εισαγγελέα της ΕΥΠ ή της ΔΑΕΕΒ! Εύλογα σχολιάζει την αυθαίρετη αυτή σύνθεση, τονίζοντας την αντισυνταγματικότητα της διάταξης δεδομένου ότι η μόνη που μπορεί να κρίνει την τήρηση της νομιμότητας είναι η Ανεξάρτητη Αρχή για να είναι συμβατή με το άρ. 8 της ΕΣΔΑ η εθνική νομοθεσία. Σύμφωνα με την ΕΣΔΑ απαιτείται η γνωστοποίηση στον θιγέντα του μέτρου να αποφασίζεται από ανεξάρτητο όργανο. Η δε απαγόρευση της αποτύπωσης τυχόν μειοψηφίας στο τριμελές όργανο (που επιβάλλεται ακόμα και στον πρόεδρο της ΑΔΑΕ) και η μη τήρηση πρακτικών βρίσκει απολύτως αντίθετη την ΑΔΑΕ. Κρίνει δε ως ανεξήγητα μεγάλο το διάστημα των τριών χρόνων που ορίζεται προκείμενου ο παρακολουθούμενος να ενημερωθεί και μάλιστα μόνο για τη διάρκεια της παρακολούθησης και όχι για τον λόγο που έγινε. Παραβιάζονται κατάφωρα τα δικαιώματά του διότι «χωρίς γνώση της αιτιολογίας δεν μπορεί ο θιγείς να ασκήσει αποτελεσματικά το δικαίωμά του σε δικαστική προστασία, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος».

● Δεν προβλέπεται πουθενά το ποιος φορέας ελέγχει τη διαγραφή ή την καταστροφή του υλικού στις διάφορες σχετικές περιπτώσεις, ούτε και σύνταξη έκθεσης για την καταστροφή.

● Υιοθετείται η ρύθμιση ότι για όλα τα κακουργήματα, χωρίς εξαίρεση, μπορεί να δικαιολογηθεί η άρση του απορρήτου, προστίθεται δε επιπλέον και ένας μεγάλος κατάλογος πλημμελημάτων (πάνω από 50 από μια πρόχειρη καταμέτρηση). Αυτό σημαίνει ότι για περίπου τα μισά, αν όχι τα περισσότερα, αδικήματα του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται πλέον η δυνατότητα άρσης του απορρήτου. Ετσι όμως η διάταξη παραβιάζει και πάλι το άρ. 19 του Συντάγματος μετατρέποντας τον κανόνα σε εξαίρεση και την εξαίρεση σε κανόνα, σημειώνει η ΑΔΑΕ. «Η διευκόλυνση των διωκτικών αρχών δεν μπορεί να καθίσταται η υπέρτατη επιδίωξη σε μια συνταγματικά ρυθμιζόμενη πολιτεία, έτσι ώστε να λησμονείται ουσιαστικά η συνταγματική επιταγή η άρση του απολύτως απαραβίαστου απορρήτου να γίνεται μόνο για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα».

-Σωρεία παρατηρήσεων καταθέτει η ΑΔΑΕ για τον τρόπο κρυπτογράφησης, τους λόγους που επιβάλλεται και την ασάφεια για το ποιος θα είναι υπεύθυνος για την τήρηση του Αρχείου. «Αν αφεθεί έτσι ως έχει η διατύπωσή της, αυτό θα σημάνει με μαθηματική ακρίβεια ότι, με την ψήφιση του νομοσχεδίου θα σταματήσει υποχρεωτικά και αυτομάτως η δυνατότητα καταχώρησης και αποθήκευσης των παραλαμβανομένων από την ΑΔΑΕ διατάξεων και βουλευμάτων, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις που προηγούνται θα είναι αδύνατη η κρυπτογράφηση.

Τούτο ισοδυναμεί με ακύρωση κάθε δυνατότητας της ΑΔΑΕ να φτιάξει για ένα απροσδιόριστο διάστημα ένα δικό της αρχείο με προσωπικά δεδομένα αντλούμενα από τα βουλεύματα και τις διατάξεις περί άρσης του απορρήτου, που αποστέλλονται σε αυτήν και θα είναι υποχρεωμένη προκειμένου να ασκήσει το συνταγματικό της καθήκον και τις αρμοδιότητες που της αναθέτει νομοθέτης να καταφεύγει στα τηρούμενα από τα ελεγχόμενα από αυτήν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου» (δηλαδή τους παρόχους των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών κ.λπ.) χωρίς μάλιστα να έχει καμία δυνατότητα να διασταυρώσει τα περιεχόμενα. «Ουσιαστικά, η ΑΔΑΕ θα γίνει με τον τρόπο αυτό και εκ των πραγμάτων μια μη αξιόπιστη Αρχή και μια μοναδική περίπτωση ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής που δεν θα έχει δικό της αρχείο άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών!». Επισημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να κοινοποιούνται στην ΑΔΑΕ και οι εισαγγελικές αποφάσεις που αφορούν την ΕΥΠ και την ΔΑΕΕΒ, με τις οποίες απορρίπτεται υπηρεσιακό αίτημα για έκδοση διάταξης άρσης απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας δεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου συνεκτιμά ως ιδιαίτερα κρίσιμο κριτήριο το ποσοστό των άρσεων που εγκρίθηκαν στην κάθε χώρα σε σχέση με τον συνολικό αριθμό των αιτημάτων που υποβλήθηκαν.

● Στο άρθρο 8 του νομοσχεδίου ορίζεται ότι επιτρέπεται υπέρβαση του ανώτατου ορίου παρακολούθησης μόνο σε περιπτώσεις άρσης για λόγους εθνικής ασφάλειας και εφόσον η υπέρβαση στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Ωστόσο, δεν ορίζεται το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον δυστυχή εθνικά ύποπτο, αφού θα εξαρτάται από το τι θα αποφασίζει κάθε εξάμηνο ο εκάστοτε διοικητής της ΕΥΠ.

– Τέλος, χορηγείται επίσημα πλέον η δυνατότητα προμήθειας και χρήσης λογισμικών ή συσκευών παρακολούθησης τύπου Pegasus/Predator από κρατικές δομές. Η ΑΔΑΕ κρίνει απαραίτητη την έκδοση δικού της κανονισμού με σκοπό τη λήψη μέτρων ασφάλειας από τη χρήση των λογισμικών αυτών, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από την Αρχή η όλη διαδικασία καθώς και ότι θα τηρηθούν οι σχετικές συνταγματικές εγγυήσεις.

Παρέμβαση της μειοψηφίας του Δ.Σ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

«Το αναρτηθέν στη διαβούλευση νομοσχέδιο δυστυχώς δεν είναι αποτέλεσμα ώριμου διαλόγου στους κόλπους της κοινωνίας και της νομικής επιστήμης, αλλά ακολουθεί μια κακή παράδοση αποσπασματικής και ευκαιριακής νομοθέτησης, ενόψει της συγκυρίας. Διαμορφώνει ένα πλέγμα προστασίας μόνο του πολιτικού προσωπικού της χώρας, αφήνοντας σε δεύτερη ταχύτητα τους δικαστικούς λειτουργούς και όλους τους πολίτες. Ελπίζουμε ο χρόνος μέχρι την τελική του ψήφιση να αποδειχθεί αρκετός για τις αναγκαίες αλλαγές και συμπληρώσεις, προκειμένου να μη χαθεί η ευκαιρία και να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο συμβατό με τις αρχές του Κράτους Δικαίου».

Ειδικότερα:

● Δίνεται ένας ορισμός της έννοιας «λόγοι εθνικής ασφάλειας» που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ευρύτητα και γενικότητα. Είναι ολοφάνερο ότι σε έναν τέτοιας γενικότητας ορισμό, είναι δυνατό να χωρέσουν σχεδόν τα πάντα. Για τον λόγο αυτό η ρύθμιση ελέγχεται από άποψη συνταγματικότητας, καθώς ανατρέπει τον εξαιρετικό της χαρακτήρα έναντι του κανόνα που θεσπίζεται στο άρθρο 19 του Συντάγματος.

● Στο νομοσχέδιο εξακολουθεί η διαφοροποίηση μεταξύ των προϋποθέσεων άρσης απορρήτου επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας (άρθρο 4) και της άρσης για τη διακρίβωση εγκλημάτων (άρθρο 6). Παρά τις παλαιότερες επισημάνσεις που κάναμε, οι απαιτήσεις του νομοσχεδίου για το περιεχόμενο των δύο διατάξεων εξακολουθούν να λειτουργούν σε δυο ταχύτητες δικαιοκρατικών εγγυήσεων. Για τη διακρίβωση εγκλημάτων είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται -και ορθώς- α) τα ονόματα και οι διευθύνσεις των παρακολουθούμενων και β) η αιτιολογία επιβολής της άρσης. Οι δυο αυτές προϋποθέσεις λείπουν από τις διατάξεις για την άρση απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας εγκυμονώντας σοβαρούς κινδύνους είτε σφαλμάτων είτε μεθοδεύσεων.

«Στο άρθρο 4 παρ. 3 του νομοσχεδίου διαφοροποιούνται οι προϋποθέσεις άρσης απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας όταν αφορά στα πολιτικά πρόσωπα σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ο εξοπλισμός της διαδικασίας άρσης απορρήτου με περισσότερες βαθμίδες ελέγχου μόνο για τα πολιτικά πρόσωπα και όχι για τους δικαστικούς λειτουργούς, αποτελεί σοβαρότατη παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ των κρατικών λειτουργιών». (Τα μέλη της μειοψηφίας του Δ.Σ. της ΕνΔΕ στις υπόλοιπες διατάξεις του αρ. 4 αυτό καταγράφουν σχεδόν ταυτόσημες παρατηρήσεις με την ΑΔΑΕ).

● Οσο θα θεωρείται λογικό να ανατίθεται σε έναν ή περισσότερους εισαγγελικούς λειτουργούς ο έλεγχος πάνω από 15.000 αιτημάτων της ΕΥΠ ετησίως, ο ουσιαστικός έλεγχος θα παραμένει ανεκπλήρωτος δικαιοκρατικός στόχος και η υπεροπλία της υπηρεσίας πληροφοριών και της διοίκησης θα νομιμοποιείται μέσα από την σχεδιασμένα αδύναμη παρουσία της δικαστικής αρχής.

www.efsyn.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΑΔΑΕ