Μιχαήλ Άγγελος Κωνσταντόπουλος

Στις περισσότερες δημοσκοπήσεις η ακρίβεια ιεραρχείται ως το νούμερο ένα πρόβλημα των πολιτών, ενώ συνέχεια αναφέρεται σε καθημερινές αλλά και προεκλογικές συζητήσεις. Παρά την πρόσφατη πτώση του πληθωρισμού στο 4,5% στη χώρα μας κατά τη Εurostat, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα συνεχίζει να τρέχει σχεδόν στο 10%, έστω κι αν έχει πέσει από το τρομακτικό 15,6% με το οποίο έκλεισε το 2022. Με απλά λόγια, τρόφιμα και βασικά είδη ακριβαίνουν συνεχώς εδώ και δύο χρόνια και προς το παρόν μειώνεται απλώς ο ρυθμός των αυξήσεων, αλλά δεν βλέπουμε σταθεροποίηση ή πτώση των τιμών.

Μια επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ αρκεί για να κάνει έξαλλο τον οποιονδήποτε, ειδικά αν νωρίτερα έχει περάσει κι από κάποιο βενζινάδικο. Μέσα σε αυτό το κλίμα αναδύονται όλες οι απαράδεκτες πρακτικές όπως τα τρικ με τις συσκευασίες και οι αλλαγές τιμών στα προϊόντα κατά το δοκούν, που αδυνατεί να παρακολουθήσει ο μέσος καταναλωτής. Το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό και δεν λύνεται με μαγικό ραβδί ή μέτρα-πυροτεχνήματα και νέα pass από όποια κυβέρνηση προκύψει.

Η πτώση του ΦΠΑ ακόμα και στο 0% σε βασικά είδη, όπως στην Ισπανία και την Κύπρο, ίσως προσφέρει μια μικρή ανακούφιση, αλλά δεν αποτελεί πανάκεια, ούτε τη μοναδική λύση για να μπαίνει copy-paste σε προεκλογικά προγράμματα. Μια συζήτηση για το κόστος παραγωγής στους αγρότες, το ενεργειακό στη μεταποίηση και το σπάσιμο πρακτικών ανατιμολογήσεων και «καπέλων» από μεγάλες διεθνείς αλυσίδες ενδεχομένως με νομοθετικές ρυθμίσεις είναι πιο ουσιώδης, όμως απαιτεί τα κομματικά επιτελεία και οι φορείς της αγοράς να παρουσιάσουν ρεαλιστικά και τολμηρά σχέδια, κάτι που θα έπρεπε ήδη να έχουν κάνει.