• Η Δικαιοσύνη πρέπει να ανοίξει ξανά την υπόθεση των υποκλοπών και επιτέλους να καλέσει τα πολιτικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Η υπόθεση των υποκλοπών είναι μια ανοιχτή πληγή ως προς τη λειτουργία της δημοκρατίας και ως προς το κύρος των θεσμών που έχουν ευθύνη να την προασπίσουν.

Πλέον γνωρίζουμε τι συνέβη. Το Μέγαρο Μαξίμου, δηλαδή ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και το «δεξί του χέρι», ο «αντ’ αυτού» Γρηγόρης Δημητριάδης, αποφάσισαν ότι «επιτελικό κράτος» σημαίνει να παρακολουθούνται υπουργοί, δικαστικοί, ανώτατοι αξιωματικοί, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, και επιχειρηματίες. Σε πρώτη φάση το έκαναν μέσω της ΕΥΠ και «νόμιμων επισυνδέσεων» και μετά και με χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, Predator, το οποίο προμηθεύτηκε το ελληνικό κράτος από την εταιρεία Intellexa.

Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της Intellexa, ο Ισραηλινός Ταλ Ντίλιαν, έχει κατ’ επανάληψη τονίσει ότι η εταιρεία του συνεργάζεται με κράτη και ότι έχει αποδεικτικά στοιχεία για τη νόμιμη πώληση του Predator στο ελληνικό κράτος και ο Γρηγόρης Δημητριάδης υποστήριξε ότι όταν παραιτήθηκε, αναλαμβάνοντας πολιτική ευθύνη για το σκάνδαλο, «έφαγε μια σφαίρα για το αφεντικό» και
ότι δεν πρόκειται να μιλήσει για να προστατεύσει, μεταξύ άλλων, τις μυστικές υπηρεσίες. Κοντολογίς τι άλλο είναι αυτό από έμμεση ομολογία ότι είχε υπάρξει προμήθεια και χρήση του παράνομου λογισμικού.

Παρ’ όλα αυτά τα στοιχεία, και πολλά άλλα που έχουν έρθει στο φως, η κυβέρνηση έχει επίμονα υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο υποκλοπών που να την αφορά και έχει χρησιμοποιήσει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία ως μπλόκο σε οποιαδήποτε προσπάθεια διερεύνησης σε επίπεδο κοινοβουλευτικού ελέγχου, φτάνοντας μέχρι του σημείου να μην επιτρέπει την πρόσκληση του Ταλ Ντίλιαν και του Γρηγόρη Δημητριάδη στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής.

Από τη μεριά της, η δικαιοσύνη, τουλάχιστον ως προς το ανώτατο επίπεδό της, δεν έχει σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αφού δύο φορές αρχειοθέτησε την υπόθεση ως προς τα πολιτικά πρόσωπα και σημαντικό μέρος των εμπλεκόμενων. Την πρώτη φορά, όταν το διαβόητο πια πόρισμα Ζήση αποφάνθηκε ότι η υπόθεση αφορούσε απλώς κάποιους ιδιώτες, οι οποίοι για κάποιον άγνωστο λόγο παρακολούθησαν κάποιους πολιτικούς, δημοσιογράφους και στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας. Τη δεύτερη φορά, όταν ύστερα από τη δίκη των «ιδιωτών», όπου το δικαστήριο που τους καταδίκασε ουσιαστικά ζήτησε να διευρυνθεί η έρευνα και σε άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται, υπήρξε και πάλι η άρνηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να ανοίξει την υπόθεση.

Τώρα, όμως, έχουμε και άλλα στοιχεία. Και ενώ η συνέντευξη του Γρηγόρη Δημηητριάδη ήταν μια έμμεση παραδοχή, πρωτίστως μέσω της επιμονής ότι δεν πρόκειται να μιλήσει για το θέμα, τα πράγματα είναι πολύ πιο σαφή με την επιλογή του Ταλ Ντίλιαν να καταθέσει σε Ισραηλινό δικαστήριο αγωγή σε βάρος του Θ. Κουκάκη, θύματος του Predator, στην οποία ρητά επικαλείται ότι ο ίδιος πούλησε απολύτως νόμιμα το Predator στο ελληνικό κράτος και ότι για τη χρήση του ευθύνονται οι ελληνικές αρχές και όχι ο ίδιος. Ας προσθέσουμε σε αυτά ότι στη δίκη των «ιδιωτών» επίσης αποκαλύφθηκαν στοιχεία για το πώς δόθηκε άδεια για την εξαγωγή του Predator από τις ελληνικές αρχές και πιο συγκεκριμένα τον τότε γενικό γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών και σημερινό γενικό διευθυντή της Νέας Δημοκρατίας Γιάννη Σμυρλή. Και βέβαια υπάρχει και το αίτημα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά να ανοίξει ξανά η υπόθεση.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με όσα ήρθαν στο φως και στη δίκη, σημαίνουν ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να ανοίξει ξανά η υπόθεση και στο επίπεδο της δικαιοσύνης. Δηλαδή, να ανασυρθεί η δικογραφία και να κληθούν να καταθέσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι όσο ψηλά και εάν είναι. Και προφανώς να αποδοθούν ευθύνες όσο ψηλά και εάν είναι.

Και εδώ μια μικρή υποσημείωση: βγαίνουν διάφορα φιλοκυβερνητικά τρολ και επιμένουν ότι αφού ο Ντίλιαν λέει ότι όλα έγιναν από το κράτος, κακώς θεωρείται σημαντική η απόφαση που καταδίκασε σε βαριές ποινές τους «ιδιώτες». Πρόκειται περί χαζού σοφίσματος που παραβλέπει δύο παραμέτρους. Η πρώτη είναι ότι προφανώς οι ιδιώτες που έβαλαν πλάτη στη λειτουργία του Predator έχουν ευθύνη. Η δεύτερη είναι ότι το δικαστήριο αυτούς είχε να δικάσει, αυτούς καταδίκασε και για αυτό ακριβώς το λόγο η ίδια η απόφασή του ουσιαστικά είχε και ένα αίτημα να ανοίξει συνολικά η υπόθεση και να διωχθούν και άλλα πρόσωπα. Και βέβαια, ήταν η ορθή απόφαση να επιβάλει αυστηρές καταδίκες κάνοντας τους «ιδιώτες» να αρχίσουν να μιλούν, ακριβώς επειδή δεν είναι διατεθειμένοι να γίνουν τα εξιλαστήρια θύματα για κυβερνητικές αποφάσεις και επιλογές. Δηλαδή, σοφά έπραξε και επιτέλεσε το καθήκον του το πλημμελειοδικείο. Με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπάρχει ζήτημα.

Όλα αυτά δεν αφορούν απλώς κάποια «εμμονή», ούτε κάποιο αντιπολιτευτικό γινάτι. Οι υποκλοπές από το Μέγαρο Μαξίμου ήταν μια ακραία περίπτωση παραβίασης βασικών κανόνων που οφείλουν να διέπουν μια φιλελεύθερη δημοκρατία, που λειτουργεί με κανόνες κράτους δικαίου.

Εάν δεν διαλευκανθεί πλήρως η υπόθεση, εάν δεν μάθουμε ποιοι, πότε και γιατί πήραν τις κρίσιμες αποφάσεις, εάν δεν βρεθούν αντιμέτωποι με τις συνέπειες του νόμου όσοι δεν τήρησαν τη νομιμότητα, τότε θα υπάρχει διαρκώς μια βαριά σκιά πάνω από τη δημοκρατία μας.

Και αυτή η σκιά θα είναι ότι αυτοί που έχουν την πολιτική εξουσία, αυτοί που ασκούν τη διακυβέρνηση, δεν κρίνονται με τα ίδια κριτήρια που κρίνονται όλοι οι άλλοι πολίτες. Δεν ισχύουν για αυτούς ούτε το Σύνταγμα, ούτε οι νόμοι. Μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν και να εξασφαλίζουν ατιμωρησία.

Προφανώς και ως ένα βαθμό οι πολίτες ήδη το πιστεύουν αυτό δυστυχώς. Όμως, το να εμπεδωθεί στη συνείδησή τους ότι έτσι λειτουργούν σήμερα οι δημοκρατίες, θα είναι ένα μεγάλο πλήγμα. Γιατί το μήνυμα που θα έχουν πάρει είναι ότι αρκεί να αποκτήσεις αρκετή ισχύ και εξουσία ώστε να μην σε αγγίζουν οι νόμοι. Μόνο που αυτό θα τους κάνει να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στη δημοκρατία αλλά και στο κράτος δικαίου. Και εάν πιστέψουν ότι οι πολιτικοί κυρίως έχουν κυνισμό και όχι πρόγραμμα ή ιδεολογία, τότε θα είναι πολύ πιο επιρρεπείς στη ρητορική της Ακροδεξιάς, που διαρκώς επαναλαμβάνει το «όλοι ίδιοι είναι» για να πείσει ότι είναι η πραγματική εναλλακτική.

Αυτό εξηγεί γιατί αυτή η υπόθεση δεν μπορεί και δεν πρέπει να μείνει στο αρχείο. Και εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: πολιτικά η Νέα Δημοκρατία είναι δεδομένο ότι θα πληρώσει το κόστος των υποκλοπών στις εκλογές. Θα είναι ένας από τους λόγους που θα χάσει την εξουσία. Ως προς αυτό δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία.

Μόνο που δεν αρκεί η πολιτική τιμωρία. Πιο σωστά: δεν πρέπει η λειτουργία των εκλογών να είναι το πεδίο όπου θα αποδίδεται δικαιοσύνη για μια θεσμική παραβατικότητα που θα έπρεπε να μπορεί να αντιμετωπιστεί στο επίπεδο των θεσμών και πρωτίστως της δικαιοσύνης. Οι πολίτες πρέπει να ψηφίζουν κυρίως για να επιλέγουν αυτόν που θα κυβερνήσει καλύτερα και όχι ως υποκατάστατο των ποινικών διώξεων που δεν άσκησαν τα δικαστήρια.

Γι’ αυτό τον λόγο έχει σημασία η Δικαιοσύνη να σταθεί στο ύψος της θεσμικής ευθύνης που έχει από το ίδιο το Σύνταγμα και τους νόμους και να κάνει τη δουλειά της, για να δικαιολογήσει την ανεξαρτησία που σωστά διαθέτει και η οποία τίθεται υπό αίρεση όταν φαντάζει ευθυγραμμισμένη με την κυβέρνηση, αν όχι χειραγωγημένη από αυτήν. Γιατί όπως έχει γραφτεί συχνά: δεν πρέπει να καταλήξουν να πιστέψουν οι πολίτες ότι επειδή στους στόχους των υποκλοπών περιλαμβάνονταν και δικαστικοί, αυτό σημαίνει ότι έκτοτε η κυβέρνηση «τους κρατάει». Με απλά λόγια μια πρώτης τάξης ευκαιρία να ακουστεί ξανά το «υπάρχουν δικασταί εις τας Αθήνας».

www.in.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ