O ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΕΩΣ ΤΑ ¨ΜΝΗΜΟΝΙΑ”
«Αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μία αναγέννηση της κριτικής ματιάς, οφείλουμε να την επινοήσουμε και να την υπηρετήσουμε»
Σε μια πολύπλοκη, θορυβώδη εποχή, μέσα σε έναν καταιγισμό πληροφοριών και μόνιμης έκθεσής μας σε σωρεία «ειδήσεων», fake news, διαφημίσεων, παραπληροφόρησης, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να δούμε πώς λειτουργεί ο εξουσιαστικός λόγος των μίντια. Και επειδή για τον Τσιτσιπά και τα επιτεύγματά του είναι βέβαιο ότι θα μάθουμε, αλλά πολύ δύσκολα θα πληροφορηθούμε διακρίσεις που τιμούν τη χώρα και αποδεικνύουν ότι ο πολιτισμός και ο λόγος της είναι ζωντανοί.
Εν αρχή ην ο Λόγος και η αφορμή της συζήτησής μας με την ακαδημαϊκό, συγγραφέα Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, της οποίας το βιβλίο «Ο δημοσιογραφικός λόγος από τη Μεταπολίτευση έως τα “Μνημόνια”» («Greek Media Discourse from the reconstituion of democracy to the memorandums») διακρίθηκε στο top 5 των εκδόσεων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ στην Ουάσιγκτον.
Η Ν. Τσιτσανούδη-Μαλλίδη είναι επίσης associate in Linguistics του Center for Hellenic Studies του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και μέλος της Διεπιστημονικής Συμβουλευτικής Επιτροπής (Interdisciplinary Advisory Committee) του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (ΚΕΣ), ΔΣΕ/IAC του ίδιου πανεπιστημίου. Είναι, επίσης, μέλος του Κύκλου Ελλήνων Ακαδημαϊκών της Βοστώνης (Circle of Hellenic Academics in Boston). Ακαδημαϊκός, συγγραφέας και διευθύντρια του Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου αλλά και πρώην δημοσιογράφος, η Ν. Τσιτσανούδη-Μαλλίδη είναι η πλέον κατάλληλη οδηγός σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα, αυτό της αποκωδικοποίησης του εξουσιαστικού λόγου και της ισχυροποίησης της κριτικής ματιάς απέναντί του.

Ο «Δημοσιογραφικός λόγος από τη Μεταπολίτευση έως τα “Μνημόνια”» διακρίθηκε στο top 5 των εκδόσεων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ στην Ουάσιγκτον. Τι σημαίνει για σας και για τα ελληνικά γράμματα αυτή η διάκριση;
Το σημαντικότερο είναι να ταξιδεύουν και να δοκιμάζονται οι ιδέες και οι επιστημονικές απόψεις, ειδικά εάν πρόκειται για τη γλώσσα και τη χρήση της στη δημόσια σφαίρα. Κάθε βιβλίο, κάθε εργασία που ταξιδεύει στο εξωτερικό είναι τιμή, γιατί έτσι υπηρετείται η εξωστρέφεια στο διεθνές περιβάλλον, κι αυτό είναι ένα από τα ζητούμενα για το ακαδημαϊκό μας έργο. Επιτρέψτε μου εδώ να απευθύνω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον άνθρωπο που πρώτος πίστεψε σε αυτή τη δουλειά και με το δικό του προλογικό σημείωμα ξεκινά το βιβλίο, τον καθηγητή Κλασικών Σπουδών και Συγκριτικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Γκρέγκορι Ναζ, του οποίου η συμβολή στην αρχαϊκή και κλασική ελληνική ποίηση και λογοτεχνία, στις αρχαίες παραδόσεις και στη γλωσσολογία είναι εμβληματική.
Το βιβλίο σας αναφέρεται στην πορεία του δημοσιογραφικού λόγου από τη Μεταπολίτευση ως τα Μνημόνια. Ποια είναι τα στάδια αυτής της εξέλιξης;
Οι γλωσσικοί κώδικες και το ρεπερτόριο των δημοσιογράφων εγκολπώθηκαν πολλά από τα χαρακτηριστικά της λαϊκής γλώσσας από το 1974 και μετά. Η γλώσσα επηρεάστηκε αλλά και επηρέασε με τη σειρά της τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι πολιτικοί. Κληρονόμησε μία συνέμφαση προοδευτικών πεποιθήσεων και φιλολαϊκής νοοτροπίας. Με την είσοδο της ελεύθερης ραδιοτηλεόρασης στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι εκπρόσωποι της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας επιχείρησαν να εμφανιστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οικείοι έναντι των αποδεκτών του λόγου τους, συγκλίνοντας «προς τα κάτω» το γλωσσικό ρεπερτόριό τους. Αν και φορείς ενός εκ φύσεως δημόσιου και διακεκριμένου είδους λόγου, εν τούτοις εντρύφησαν στην άτυπη καθημερινή γλώσσα του μικρομεσαίου πολίτη. Η πολιτικοεκδοτική ιεραρχία προσέγγισε τα «χαμηλά» κοινωνικοοικονομικά στρώματα μέσω της λαϊκότητας του γλωσσικού κώδικα, ακόμη και με την επαναφορά διαλεκτικών στοιχείων, στο πλαίσιο μιας στάσης που ονόμασα στάση υψηλής εικονικής και απατηλής οικειότητας. Οι λόγοι ήταν κυρίως ιδεολογικοί και εμπορικοί.
Πώς χρησιμοποιήθηκε η υιοθέτηση της «λαϊκής γλώσσας» από τα μίντια την περίοδο των Μνημονίων;
Μολονότι πριν την εγκατάσταση των Μνημονίων η λαϊκή γλώσσα χρησιμοποιούνταν από δημοσιογράφους, πολιτικούς και διαφημιστές για τη διεύρυνση των ακροατηρίων και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, η ίδια μορφή της γλώσσας επιλέχθηκε στο εξής προκειμένου να διευκολύνει την κατασκευή της συναίνεσης και την αποδοχή των σκληρών μνημονιακών μέτρων. Εάν, δηλαδή, στα χρόνια της ευμάρειας για την ελληνική κοινωνία η γλώσσα υπηρετούσε την αποκαλούμενη στάση εικονικής ευμένειας και υψηλής απατηλής οικειότητας, στα χρόνια της οικονομικής υστέρησης και των Μνημονίων η ίδια γλώσσα επιστρατεύτηκε για να απεικονίσει μία απόπειρα στιγματισμού του λαού και καθεμίας μονάδας χωριστά για το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο κατήλθε η χώρα.
Στον αντίποδα, χρησιμοποιήθηκαν όμορφες και αριστοκρατικές λέξεις που υπέστησαν την εκμετάλλευση από την πλευρά των διαφόρων φορέων της πολιτικής, οικονομικής και μιντιακής προπαγάνδας. Παραδείγματος χάρη, λέξεις, όπως επιμήκυνση, αναδιαπραγμάτευση, αναδιάρθρωση, εκσυγχρονισμός, αναδιάταξη, επανεκκίνηση και αναζωογόνηση, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από πολιτικούς και ΜΜΕ για να αποτυπώσουν όχι τις συνέπειες της κρίσης, αλλά τις «ορθές» κινήσεις για την έξοδο από την κρίση.
Στο βιβλίο αυτό κάνετε λόγο και για την αρρωστοποίηση του οφειλέτη. Τι ακριβώς εννοείτε με αυτό;
Η οικονομική κρίση απεικονίστηκε ως μια «ασθένεια» από την οποία «έπασχε» ο οφειλέτης λαός και από την οποία πολύ δύσκολα θα απαλλασσόταν εάν δεν υιοθετούσε τη «θεραπεία» που του προτεινόταν από τους υποτιθέμενους «γιατρούς». Το σχήμα ήταν απλοποιημένο και αφαιρετικό, στο πλαίσιο μιας εύκολης κατανομής ρόλων, και εδραζόταν σε πρωτογενείς αγωνίες του ανθρώπου. Το χρέος ήταν «η ασθένεια», η χρεοκοπημένη ελληνική κοινωνία ήταν «ο ασθενής», οι δανειστές «ο γιατρός», και τα οικονομικά μέτρα ήταν «το φάρμακο». Δεν ήταν μία απλή μεταφορά, δύσκολα κανείς αμφισβητεί τον γιατρό του όταν δοκιμάζεται από μία αρρώστια.
Θα χαρακτηρίζατε πιο προοδευτική ή πιο συντηρητική τη γλώσσα των μίντια σήμερα απ’ ό,τι στη Μεταπολίτευση;
Συντηρητική θα χαρακτήριζα πλέον μία αντιμετώπιση της γλώσσας η οποία εκκινείται και χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες βλέψεις, έχει, για παράδειγμα, ως προσανατολισμό της την εξυπηρέτηση της επιβολής και την υπαγόρευση συγκεκριμένων στάσεων. Λόγου χάρη, ο γλωσσικός παράγοντας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κατασκευή και συγκρότηση της κοινωνικής συγκατάνευσης στα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν λόγω της πανδημίας της Covid-19. Από την άλλη, η γλώσσα μπορεί να παραμένει αυταρχική ως προς το περιεχόμενό της, αλλά να διατηρεί μία συνέμφαση προοδευτικών πεποιθήσεων και φιλολαϊκής νοοτροπίας, να είναι και να φαίνεται, δηλαδή, λαϊκή ως προς τη μορφή της, αλλά η χρήση της να μην εξυπηρετεί τα πραγματικά συμφέροντα του λαού.
Το βιβλίο σας αναλύει τους μηχανισμούς χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Γίνεται έτσι ένα σημαντικό κλειδί στην κατανόησή τους. Πιστεύετε ότι υπάρχει ελπίδα για να αναπτυχθούν αντιστάσεις στη χειραγώγηση;
Ως άνθρωπος που απευθύνομαι στους φοιτητές μας στο αμφιθέατρο και διδάσκω την κριτική ανάλυση του λόγου δεν γίνεται να μην πιστεύω ότι μπορούμε να καλλιεργήσουμε δεξιότητες που θα φιλτράρουν και θα μετριάζουν τις επιπτώσεις του ιδεολογικού εμποτισμού και της χειραγώγησης. Ωστόσο, με ανησυχεί η φυσικοποίηση του εξουσιαστικού λόγου, της επιβολής, αλλά και του λόγου που είναι προϊόν λογοκρισίας, κυρίως της αόρατης, αλλά και της αυτολογοκρισίας. Και αυτά τα φαινόμενα συνδέονται με τη χειραγώγηση και την προπαγανδιστική λειτουργία του λόγου. Όπως γράφω και σε ένα άλλο μου βιβλίο, σε συνεργασία με τον Ν. Πρεβελάκη, στη «Φοβογλώσσα», το μονοπάτι της κατάκτησης των δεξιοτήτων του κριτικού γραμματισμού παραμένει ανηφορικό. Από τον ήσυχο και συνετό αναγνώστη, η μετάβαση στον κριτικό παραλήπτη δεν αρκεί. Χρειάζεται και η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης του μαθητή ή του φοιτητή ότι μπορεί να καταφέρει τις αλλαγές που επιδιώκει. Κατά τη γνώμη μου, απαιτείται συστηματική και εμπνευσμένη εκπαίδευση από το Νηπιαγωγείο ως προς την ανάπτυξη κριτικών δεξιοτήτων αποσυναρμολόγησης των λόγων. Γιατί τα κείμενα δεν είναι αθώα.
Με το Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο, καθώς και τα «Μικρά Σεμινάρια» που διευθύνετε και απευθύνονται στους δημοσιογράφους της ΕΡΤ και των ενώσεων συντακτών ενδυναμώνετε τη σχέση της ακαδημαϊκής κοινότητας με τους δημοσιογράφους. Ποια είναι τα οφέλη για τις δύο πλευρές;
Εχουμε καταφέρει τα τελευταία χρόνια να στερεώσουμε τη γέφυρα που συνδέει τη δημοσιογραφία με την ακαδημαϊκή κοινότητα. Τα αντανακλαστικά και από τις δύο πλευρές είναι σπουδαία. Ως δάσκαλοι, αντιλαμβανόμαστε ότι η προσπάθεια βελτίωσης του γλωσσικού επιπέδου των φυσικών ομιλητών μιας γλώσσας δεν μπορεί παρά να είναι συστηματική στο επίπεδο της εκπαίδευσης, που ωστόσο σήμερα δεν αποτελεί τον μοναδικό φορέα απόκτησης γνώσης και πληροφορίας για τα ακροατήρια. Κι αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο πιστεύουμε στην ανάγκη της διασύνδεσης με τα μέσα ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η χρήση και αξιοποίησή τους για εκπαιδευτικούς σκοπούς παραμένει μία μεγάλη πρόκληση. Από την άλλη πλευρά, οι φορείς του δημοσιογραφικού λόγου κατανοούν ότι η εμπλοκή και η συμμετοχή σε τέτοια προγράμματα μπορεί να οδηγούν στη βελτίωση της ποιότητας του προσφερόμενου δημόσιου λόγου, στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου και, τελικά, στη δημιουργική εκμετάλλευση των μηχανισμών της γλώσσας και στην αύξηση της ίδιας της πληροφοριακής αξίας ενός κειμένου.
Τελικά, ο κόσμος ενδιαφέρεται για τη γλώσσα και τον Λόγο;
Ανήκω στους αισιόδοξους, όταν πρόκειται για την εκπαίδευση. Κρίνοντας από τις εκατοντάδες κάθε χρόνο αιτήσεις για συμμετοχή στο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και ΜΜΕ», αλλά και στα υπόλοιπα ακαδημαϊκά προγράμματα που σχεδιάζουμε, υπάρχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και ευαισθησία απέναντι στα γλωσσικά ζητήματα. Οι τακτικές δόμησης της συναίνεσης ή και υποταγής στα μέτρα που λαμβάνουν κάθε φορά τα κέντρα εξουσίας, οι τρόποι κατασκευής και απεικόνισης εννοιών, όπως η πειθαρχία, η συμμόρφωση ή η ατομική ευθύνη, περνούν μέσα από τη γλώσσα, άρα υποθέτω πως οι πολίτες/καταναλωτές αντιλαμβάνονται τη σημασία της γλώσσας και των δεξιοτήτων που οι ίδιοι οφείλουν να αναπτύσσουν, όταν πρόκειται να αξιολογήσουν τους λόγους της δημόσιας σφαίρας. Όπως αντιλαμβάνονται και τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα με τους αναπαραστατικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς της μπορεί να διαμορφώνει την πραγματικότητα, ειδικά όταν διαμεσολαβούν τα μέσα επικοινωνίας.
Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για μια αναγέννηση της κριτικής ματιάς;
Θεωρώ ότι έχει γίνει πλέον κατανοητό ότι δεν είμαστε μόνον αναγνώστες, ακροατές ή τηλεθεατές, καθώς συχνά αντιμετωπιζόμαστε ως καταναλωτές. Και έχουμε πλέον μεγάλη εμπειρία απέναντι στον πληθωρισμό της πληροφορίας. Κι αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μία αναγέννηση της κριτικής ματιάς, οφείλουμε να την επινοήσουμε και να την υπηρετήσουμε. Είναι μονόδρομος στα τυραννικά περιβάλλοντα των ψευδών ειδήσεων, των κατασκευασμένων γεγονότων και της εμπορευματοποίησης της είδησης.
Πηγή: avgi.gr