Κάκη Μπαλή

Κάκη Μπαλή

Η λέξη «συνεκμετάλλευση» αφήνει μια γεύση εθνικής μειοδοσίας, καθώς συνειδητά τη χρησιμοποιούν έτσι διάφοροι τουρκοφάγοι

Μερικές λέξεις στο ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο είναι αρνητικά φορτισμένες, ενίοτε δικαιολογημένα, καθώς άλλη είναι η κυριολεκτική τους σημασία κι άλλη αυτή που σφράγισε ανεξίτηλα τη συλλογική μνήμη. Κλασικό παράδειγμα, η λέξη «μεταρρυθμίσεις», η οποία στην Ελλάδα των Μνημονίων -και νωρίτερα- έγινε συνώνυμο των απολύσεων, των περικοπών εισοδημάτων και της περιστολής δικαιωμάτων.

Αρνητικά φορτισμένη στην ελληνική δημόσια συζήτηση είναι και η λέξη «συνεκμετάλλευση» όχι επειδή οι χρήστες της θεωρούν κακό πράγμα την εκμετάλλευση -ενίοτε μέχρις εξαντλήσεως- των φυσικών πόρων, αλλά διότι δεν τους αρέσει καθόλου αυτό το «συν» όταν έχει να κάνει με τη γειτονική Τουρκία. Η λέξη «συνεκμετάλλευση» αφήνει μια γεύση εθνικής μειοδοσίας, καθώς συνειδητά τη χρησιμοποιούν έτσι διάφοροι τουρκοφάγοι, οι περισσότεροι εκ των οποίων έκαναν μέχρι πρόσφατα καριέρα και ως «μακεδονομάχοι».

«Να μοιραστούν τα πλούτη του Αιγαίου»

Την κακιά αυτή λέξη έβαλε τις προάλλες στο τραπέζι το λάθος πρόσωπο, μετά τη συνάντηση που είχε με έναν αναρμόδιο. Ο «σκληρός» Χουλουσί Ακάρ, υπουργός  Άμυνας της Τουρκίας, συναντήθηκε στο έκτακτο συμβούλιο του ΝΑΤΟ για τον πόλεμο στην Ουκρανία με τον ομόλογό του Νίκο Παναγιωτόπουλο, είπαν ό,τι είπαν μεταξύ τους και μετά βγήκε να δηλώσει ότι «στόχος είναι οι λαοί των δύο χωρών να ευημερούν» -σ’ αυτό μάλλον δεν υπάρχουν διαφωνίες- κι αυτό μπορεί να γίνει εάν «μοιραστούν τα πλούτη και τις ομορφιές του Αιγαίου. Τον τουρισμό, την αλιεία και διάφορους άλλους πόρους. Είμαστε υπέρ της κοινής χρήσης. Και είδαμε θετική ανταπόκριση από τον  Έλληνα ομόλογό μας».

Άμεση ήταν η αντίδραση κυρίως από τους κόλπους της λεγόμενης πατριωτικής Δεξιάς στην Ελλάδα για τα περί «κοινής χρήσης», αλλά και για την καθυστέρηση του Παναγιωτόπουλου να βγει και να διαψεύσει τα περί «θετικής ανταπόκρισης». Κάποια στιγμή το ελληνικό υπουργείο  Άμυνας, βέβαια, βγήκε να πει ότι αυτό που συζήτησαν οι δύο υπουργοί ήταν η σημασία να μειωθούν οι εντάσεις και να εμπεδωθεί κλίμα ασφαλείας στην ανατολική Μεσόγειο. Πιο απλό θα ήταν να πει ότι δεν είναι ο Παναγιωτόπουλος αυτός που θα συζητούσε για συνεκμετάλλευση με τον Ακάρ – εάν ήταν, θα το έκανε ο πρωθυπουργός και δη μιλώντας με τον Ερντογάν.

Το πολιτικό θάρρος του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

Να σημειωθεί, πάντως, ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δεν ζώστηκε τα φυσεκλίκια, όπως έκανε η Ν.Δ. σε κάθε συνάντηση του Τσίπρα με τον Ερντογάν. Δεν είναι μόνο η διαφορά αισθητικής της Αριστεράς, είναι και η αίσθηση πατριωτικής ευθύνης που αισθάνονται ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και ο πρόεδρός του, γι’ αυτό και αποφεύγουν να εκμεταλλευτούν, πόσο μάλλον να καλλιεργήσουν τα τουρκοφαγικά και τουρκοφοβικά ανακλαστικά της ελληνικής κοινής γνώμης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση απέδειξε ότι έχει το πολιτικό θάρρος να λύνει χρόνια προβλήματα με έντιμους συμβιβασμούς – και κατάφερε να επαναφέρει το κύρος της Ελλάδας στα πολύπαθα Βαλκάνια. Τώρα δεν βάζει τρικλοποδιές στον πρωθυπουργό όταν αυτός κάνει μια προσπάθεια να μιλήσει με τον Ερντογάν, όσο κι αν ο Μητσοτάκης στα ελληνοτουρκικά φαίνεται ότι απλώς προσπαθεί να ροκανίσει τον χρόνο και να διασφαλίσει ένα διάστημα σχετικής ησυχίας στο Αιγαίο – και όχι να τολμήσει έναν ουσιαστικό διάλογο με την Τουρκία.  Όπως αποφεύγει διά ροπάλου κάθε διάλογο με την αντιπολίτευση στα κρίσιμα θέματα της εξωτερικής πολιτικής – από την αποστολή των Patriot στη Σαουδική Αραβία (με την οποία άραγε μας ενώνουν κοινές αρχές;) μέχρι την εκχώρηση της Αλεξανδρούπολης στους Αμερικανούς άνευ ορίων, άνευ όρων και την άμεση αποστολή όπλων στην Ουκρανία, σχεδόν… πριν να τα ζητήσει.

Τα σενάρια των αγωγών

Εν πάση περιπτώσει, η «συνεκμετάλλευση» δεν είναι έγκλημα καθοσιώσεως. Γίνεται ήδη στον τομέα του τουρισμού, για παράδειγμα, και όλοι είναι ευχαριστημένοι.  Όσο για τους υδρογονάνθρακες -κάτι είπε στο τελευταίο του διάγγελμα ο Μητσοτάκης περί αξιοποίησης των εθνικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου με οικονομικό ενδιαφέρον κι έκανε πολλούς να αναρωτηθούν τι εννοεί-, δεν υπάρχει θέμα συνεκμετάλλευσης στο ορατό μέλλον. Εάν πράγματι κοπεί ο γόρδιος δεσμός με το ρωσικό αέριο κι αν αφήσουν περιθώρια οι Αμερικανοί για κάτι άλλο πέρα από τις πωλήσεις υγροποιημένου LNG για να πλασάρουν παντού στην Ευρώπη και το δικό τους, μπορεί να ξαναζεσταθούν τα σενάρια του -πανάκριβου- East Med. Το πιθανότερο όμως είναι στα περιβόητα σχήματα συνεργασίας στην περιοχή να βρεθεί τρόπος να συμμετάσχει και η Τουρκία – καθώς, άλλωστε, επισήμως δεν έχουν στηθεί για να την αποκλείσουν.

Ο κερδισμένος της καλής γειτονίας

Σε όλες αυτές τις διεργασίες, πάντως, που μπορεί να επιταχυνθούν από τη μια στιγμή στην άλλη έτσι που αλλάζει ο κόσμος μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι ήταν ο Ερντογάν αυτός που έστειλε την πρόσκληση στον Μητσοτάκη για τη συνάντηση της περασμένης Κυριακής, ώστε να κάνει άλλη μια επίδειξη καλής θέλησης στη διεθνή κοινότητα ότι επιδιώκει την καλή γειτονία μετά και τις κινήσεις που έκανε με τους πιο δύσκολους -για την Τουρκία- γείτονες, Ισραηλινούς και εμίρηδες.  Έτσι πήρε αμέσως και τα εύσημα του Γερμανού καγκελάριου  Όλαφ Σολτς, ο οποίος φρόντισε στο πλάι του Ερντογάν να εκφράσει την ικανοποίησή του για τις συναντήσεις που είχε ο Τούρκος Πρόεδρος με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας και τον Πρόεδρο του Ισραήλ, πιστώνοντάς του την καλή θέληση για καλή γειτονία.

Ερντογάν και Μητσοτάκης έστειλαν στο ΝΑΤΟ το μήνυμα ότι θα φροντίσουν να αποφευχθούν οι εντάσεις στη νοτιοανατολική του πτέρυγα. Ο Μητσοτάκης είχε λιγότερη ανάγκη να το κάνει, πλην όμως δεν κουράζεται να παίζει το χαρτί του καλού μαθητή και του πιστού συμμάχου ελπίζοντας πως στα δύσκολα οι σύμμαχοι θα σταθούν στην Ελλάδα απέναντι στη σύμμαχο Τουρκία.

Καθαρά λόγια για την Αλεξανδρούπολη

Την ελπίδα αυτή δεν συμμερίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., που θεωρεί ότι το «ναι σε όλα» του Μητσοτάκη στους Αμερικανούς δεν οδηγεί σε αλλαγή της πολιτικής των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ έναντι της Τουρκίας στα ελληνοτουρκικά. Σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση τις προηγούμενες μέρες στις ΗΠΑ, με τη συμμετοχή του πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, του συμβούλου εθνικής ασφάλειας του Μητσοτάκη και διπλωματικού συμβούλου του Τσίπρα, ο τελευταίος δήλωσε από αμερικανικού εδάφους ότι η θέση πως η Ελλάδα αποτελεί «φυλάκιο της Δύσης προς Ανατολάς» δεν συμβαδίζει με τη διατήρηση του ρόλου πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή. Ο Βαγγέλης Καλπαδάκης υπογράμμισε ότι έχει σοβαρό κόστος για τη χώρα το να μπει η Αλεξανδρούπολη στην πρώτη γραμμή των επιχειρήσεων. Και φρόντισε να θυμίσει ότι κατά την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η ελληνοαμερικανική συνεργασία αναβαθμίστηκε διότι βασίστηκε σε σύγκλιση στρατηγικών συμφερόντων.

ΤΣΑΒΟΥΣΟΓΛΟΥ

Η στρατηγική ουδετερότητα της Τουρκίας 

…και οι παράπλευρες ωφέλειες της ουκρανικής κρίσης * Με τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της, η τουρκική ηγεσία προσπαθεί αφενός να αναβαθμίσει τον ρόλο της στη διεθνή σκακιέρα και αφετέρου να αποφύγει στο μέτρο του δυνατού τις οικονομικές συνέπειες αυτού του πολέμου

Πολύ μελάνι χύθηκε από την αρχή της ουκρανικής κρίσης για τον «επιτήδειο ουδέτερο» Ερντογάν, ενίοτε με μια μικρή ή και μεγαλύτερη δόση περιφρόνησης. Οι περισσότεροι αναλυτές της γειτονικής χώρας, πάντως, μιλούν για τη «στρατηγική ουδετερότητα» της Τουρκίας υποστηρίζοντας πως είναι μια στάση συνετή, η οποία για την ώρα φέρνει αποτελέσματα. Το βέβαιο είναι ότι η… δύστροπη Τουρκία έχει καταφέρει να πείσει τη Δύση ότι σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία είναι ένας σημαντικός και χρήσιμος σύμμαχος, χωρίς παράλληλα να συνταχθεί με τις δυτικές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας.

Από την αρχή της χρονιάς ο Ερντογάν καλούσε τον Ρώσο και τον Ουκρανό ομόλογό του να πάνε στην Πόλη και να διαπραγματευτούν μια ειρηνική διέξοδο από την κρίση – με τον Βλαντίμιρ Πούτιν να μην του απαντάει καν. Μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ο Ερντογάν δεν κατάφερε να κλείσει αυτό το πολυπόθητο ραντεβού, πλην όμως οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών συναντήθηκαν στο φόρουμ της Αττάλειας για πρώτη φορά από τη ρωσική εισβολή, ενώ ο Τούρκος ομόλογός τους Μεβλούτ Τσαβούσογλου βρέθηκε αυτή την εβδομάδα και στη Μόσχα με τον Σεργκέι Λαβρόφ και στο βαλλόμενο Κίεβο με τον Ντμίτρο Κουλέμπα. Με τις ευχές όλων να πετύχει η προσπάθειά του για μια κατάπαυση του πυρός.

Με τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της, η τουρκική ηγεσία προσπαθεί αφενός να αναβαθμίσει τον ρόλο της στη διεθνή σκακιέρα και αφετέρου να αποφύγει στο μέτρο του δυνατού τις οικονομικές συνέπειες αυτού του πολέμου.  Όπως επισημαίνει στη φιλοκυβερνητική Sabah ο καθηγητής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της  Άγκυρας Μουχιντίν Αταμάν, «οι ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες έχουν συνειδητοποιήσει ότι η Τουρκία δεν έχει ταχθεί στο πλευρό της Ρωσίας και ότι εξακολουθεί να είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Δηλαδή, η θέση της Τουρκίας στον παγκόσμιο ανταγωνισμό είναι σαφής, η θέση της είναι με τη Δύση. Η Τουρκία δεν επιδιώκει μια νέα συμμαχία. Εάν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ Δύσης και Τουρκίας κι αν η Δύση αναγνωρίσει τη στρατηγική αυτονομία της χώρας, η Τουρκία θα μπορούσε να διαδραματίσει πιο αποτελεσματικό ρόλο στην περιοχή της, αντιστεκόμενη στον επεκτατισμό της Ρωσίας και του Ιράν στη Μέση Ανατολή».

Ποιος θα γεμίσει το κενό;

Να θυμίσουμε ότι η Τουρκία εμπλέκεται στους πολέμους στη Συρία και τη Λιβύη υποστηρίζοντας με μεγάλη δύναμη πυρός τα συμφέροντά της στις δύο διαλυμένες χώρες κόντρα σε εκείνες τις πλευρές που στηρίζονται από τη Ρωσία. Η τουρκική ηγεσία θα παρακολουθεί με άγρυπνο βλέμμα μια υποχώρηση της Μόσχας στη Συρία εάν κολλήσουν οι ρωσικές δυνάμεις στην απέραντη ουκρανική πεδιάδα. Η υποχώρηση αυτή σε πρώτη ανάγνωση είναι παράπλευρη ωφέλεια για την  Άγκυρα. Οι Τούρκοι αναλυτές εκτιμούν πως το όποιο κενό αφήσει η Ρωσία στη Συρία θα προσπαθήσει να το καλύψει το Ιράν – κι αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να εντείνουν τις πιέσεις τους στην Τεχεράνη και να αφήσουν περισσότερο χώρο στην Τουρκία.

Άλλωστε, πριν ακόμη κορυφωθεί η ουκρανική κρίση, ο Τούρκος Πρόεδρος είχε καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες να βελτιώσει τις εξαιρετικά προβληματικές σχέσεις της χώρας του με το Ισραήλ αλλά και με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα – με αρκετή επιτυχία. Επιπλέον, η «στρατηγική ουδετερότητα» της Τουρκίας αντιμετωπίζεται μάλλον θετικά από τον αραβικό κόσμο, ο οποίος στην πλειονότητά του δεν έχει ακολουθήσει το σκληρό παράδειγμα της Δύσης απέναντι στη Ρωσία. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, που και πόλεμο κάνει στην Υεμένη, και τους πολίτες της εκτελεί δημόσια, δεν θέλουν να πάρουν θέση στη σύγκρουση μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχικών καθεστώτων, για την οποία -έστω υποκριτικά- μιλά η Δύση.

❝ ετικέτες ❞ #ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ