Οι Αλκιβιάδης Βατόπουλος, Γρηγόρης Γεροτζιάφας, Στέλιος Λουκίδης, Δημοσθένης Σαρηγιάννης μιλούν στην ΑΥΓΗ
Δύο και πλέον χρόνια πανδημίας είναι αρκετά για να γεννήσουν χιλιάδες ερωτήματα στους πολίτες. Λογικό, αν αναλογιστούμε ότι η παγκόσμια κοινότητα βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν άγνωστο και συνάμα επικίνδυνα φονικό ιό. Σήμερα οι πολίτες συνεχίζουν να αγωνιούν και να αναζητούν απαντήσεις. Τόσο γι’ αυτά που βλέπουν καθημερινά όσο και για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Στη σημερινή ΑΥΓΗ, συγκεντρώσαμε πέντε ερωτήματα-ανησυχίες των πολιτών και τα μοιράσαμε σε τέσσερις επιστήμονες.
Ο καθηγητής Μικροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και μέλος της επιτροπής εμπειρογνωμόνων Αλκιβιάδης Βατόπουλος, ο καθηγητής Αιματολογίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης Γρηγόρης Γεροτζιάφας, ο καθηγητής Πνευμονολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Στέλιος Λουκίδης και ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής στο ΑΠΘ Δημοσθένης Σαρηγιάννης εξηγούν στην ΑΥΓΗ της Κυριακής τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα έχει τόσους πολλούς θανάτους και την πιθανότητα να γίνει ετήσιος ο εμβολιασμός κατά του κορωνοϊού. Παράλληλα, επιχειρούν να εκτιμήσουν τις συνέπειες της long Covid, το χρονικό πλαίσιο για το τέλος της πανδημίας αλλά και το ενδεχόμενο επιστροφής στην προ Covid εποχή.

Ανάμνηση η προ Covid εποχή. Η πανδημία έδειξε την ανισότητα και οδηγεί σε νέα κοινωνική οργάνωση
Ίσως η βασικότερη ανησυχία των πολιτών από την αρχή της πανδημίας είναι η επιστροφή στη λεγόμενη «κανονικότητα». Ο Γρ. Γεροτζιάφας ξεκαθαρίζει ότι η προ Covid εποχή είναι μια ανάμνηση. Βέβαια, κάποια στιγμή δεν θα έχουμε μέτρα, αλλά είναι νωρίς ακόμα. Αυτό που σήμερα είναι διαφορετικό, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι τα εμβόλια και η δυνατότητα αυτά να βελτιώνονται, δηλαδή τα εμβόλια νέας γενιάς. «Τα σημερινά εμβόλια βγήκαν με την αυξημένη ανάγκη να παραχθούν γρήγορα. Επίσης, ήδη οι ΗΠΑ έχουν ανοίξει την πατέντα. Άρα θα επιταχυνθεί ο εμβολιασμός σε παγκόσμιο επίπεδο. Το μήνυμα είναι αισιόδοξο» εξηγεί ο Γρ. Γεροτζιάφας.
Η βασική παράμετρος που θα πρέπει να αλλάξει είναι η αναδιοργάνωση των συστημάτων Υγείας. Με μια πρωτοβάθμια περίθαλψη που θα αντιμετωπίζει νωρίς τους ασθενείς και εμβολιαστικά προγράμματα που θα αναπτύσσονται με επιτυχία, δεν θα χρειαζόμαστε περιοριστικά μέτρα. Εκεί ακριβώς μπαίνει το πολιτικό επίδικο. «Στην ουσία, τα μέτρα που έχουμε οφείλονται στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Αν δεν αλλάξει αυτό, θα ξαναβρεθούμε αντιμέτωποι με νοσοκομεία που δεν θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες και με εμβολιαστικά προγράμματα που χωλαίνουν. Όταν τα νοσοκομεία γεμίζουν, εφαρμόζεις περιοριστικά μέτρα – αυτή είναι η εξίσωση». Γι’ αυτό τονίζει ότι οι επιστήμονες πρέπει να μιλήσουν για την πολιτική διαχείριση της δημόσιας Υγείας και όχι μόνο για την επιστημονική προσέγγιση.
Από την πλευρά του, ο Αλκ. Βατόπουλος απαντάει ότι η παγκόσμια Ιστορία έχει διδάξει ότι οι μεγάλες επιδημίες αφήνουν αποτύπωμα κατ’ αρχάς στον στενό υγειονομικό τομέα και οδηγούν σε αναθεώρηση των υγειονομικών προτύπων. «Οι επιδημίες λοιμωδών νοσημάτων έφεραν τη γνώση της υγιεινής και την αναθεώρηση της σχέσης του ανθρώπου με το καθαρό νερό, τα τρόφιμα κ.λπ.». Ωστόσο, οι πανδημίες πάντα συνδέονταν και με πολιτικά/κοινωνικά θέματα, εξ ου και η αύξηση του μεροκάματου μετά τον «Μαύρο θάνατο» τον Μεσαίωνα, που συνέβαλε στην πρώτη αναθεώρηση της φεουδαρχίας και την εμφάνιση του καπιταλισμού. Συνεπώς, η κατανόηση των ανισοτήτων απέναντι στη νόσο συνέβαλε στην κατανόηση γενικά της έννοιας της ανισότητας.
Σύμφωνα με τον Αλκ. Βατόπουλο, η τρέχουσα πανδημία αναμένεται να συμβάλει σε αναθεώρηση πολλών παραμέτρων στη σύγχρονη οργάνωση της κοινωνίας, όπως η διασκέδαση, η εργασία και η κοινωνικοποίηση. Η κατανόηση του ρόλου της παγκοσμιοποίησης στη μεταφορά των μικροοργανισμών ίσως οδηγήσει στην επανεξέταση της ανάγκης της τοπικής παραγωγής. «Η ανάδειξη των τεράστιων ανισοτήτων μεταξύ κρατών, αλλά και ηπείρων, ίσως οδηγήσει σε μια επανεξέταση του τρόπου οργάνωσης της παγκόσμιας κοινωνίας» καταλήγει.

Πιθανό το σύνδρομο long Covid. Με την παραλλαγή της Όμικρον θα χρειαστεί χρόνος
Ιδιαίτερα θολό είναι το τοπίο ως προς τη long Covid. Όπως σημειώνει ο Στ. Λουκίδης, πρώτον πρέπει να ορίσουμε τι σημαίνει long Covid. «Ο όρος ‘σύνδρομο long Covid’ περιλαμβάνει τα συμπτώματα και τα σημεία αλλά και τις επιπλοκές (όψιμες ή μακροχρόνιες) που εμμένουν ή εμφανίζονται τέσσερις εβδομάδες μετά τη λοίμωξη με SARS-CοV-2. Μπορεί να σχετίζεται με εμμένοντα συμπτώματα αλλά και επιπλοκές σε μεταγενέστερο στάδιο που αφορούν πολλά συστήματα» εξηγεί ο καθηγητής Πνευμονολογίας. Υπογραμμίζει δε ότι είναι σημαντικό να τονιστεί ότι πολλές από τις πρώιμες καταγραφές δεν παραμένουν σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι απαιτείται συνεργασία ειδικοτήτων και ότι οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση πρέπει να βασίζεται στην αποδεικτική ιατρική και όχι σε υποθέσεις.
Σύμφωνα με τον Στ. Λουκίδη, για τη βασική συνιστώσα της long Covid, που αφορά την αναπνευστική επιβάρυνση, πρέπει να υπάρχει παρακολούθηση που να έχει διάκριση τρόπου νοσηλείας και χρονικών διαστημάτων παρακολούθησης. «Είναι διαφορετική η προσέγγιση στον νοσηλευόμενο και πολύ περισσότερο σ’ αυτόν που πήγε σε ΜΕΘ, από την ήπια νόσηση στο σπίτι». Τέλος, σημαντικό ρόλο παίζει η συνεργασία ειδικοτήτων, η υπομονή στην παρακολούθηση και όχι η εξαγωγή γρήγορων συμπερασμάτων, τα οποία πολλές φορές ανατρέπονται σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ειδικά με την επικράτηση της Όμικρον, η ανησυχία των πολιτών έχει αυξηθεί ως προς την πιθανότητα να παρουσιάσουν το συγκεκριμένο σύνδρομο εάν νοσήσουν με την παραλλαγή. Αν και είναι πολύ νωρίς για να δοθεί βέβαιη απάντηση στο ερώτημα, πολλοί γιατροί θεωρούν πως είναι πιθανό να αναπτύξουν χρόνιο σύνδρομο Covid τα άτομα που θα προσβληθούν από την Όμικρον. Η long Covid διαγιγνώσκεται συνήθως αρκετές εβδομάδες μετά τη λοίμωξη με τον κορωνοϊό. Τα συμπτώματά της εμφανίζονται περίπου τρεις μήνες μετά την υποχώρηση των αρχικών συμπτωμάτων, όπως τόνισε η Αμερικανίδα επιδημιολόγος του προγράμματος Εκτάκτων Αναγκών Υγείας του ΠΟΥ δρ Μαρία Φαν Κέρκοβε. Συνολικά, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, πάνω από το ένα τρίτο των ατόμων που ανάρρωσαν από κορωνοϊό θα αναπτύξουν κάποια από τα συμπτώματα της long Covid, τα οποία περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων κόπωση, δύσπνοια, άγχος, «εγκεφαλική ομίχλη» και άλλα προβλήματα. Σύμφωνα με τη δρ Φαν Κέρκοβε, δεν υπάρχει κάποια έρευνα που να υποδεικνύει ότι θα αλλάξει με την Όμικρον το ποσοστό των ατόμων που ανάρρωσαν από την Covid-19 και αναπτύσσουν στη συνέχεια long Covid.
Χάσαμε χρόνο κυρίως λόγω χαμηλού εμβολιασμού. Δεν είμαστε κοντά στο τέλος της πανδημίας. Το θέμα είναι το κόστος για την κοινωνία
Ολόκληρη η παγκόσμια κοινότητα προσμένει το τέλος της πανδημίας. Ωστόσο, ο Αλκ. Βατόπουλος εξηγεί ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλέψει κανείς πότε θα συμβεί. Οι παράμετροι που θα το κρίνουν είναι ο ρυθμός ανοσοποίησης του παγκόσμιου πληθυσμού -είτε διά της φυσικής νόσου είτε διά των εμβολιασμών-, η διάρκεια αυτής της ανοσίας, η ιδιότητα των αυτών που ασθένησαν ή των εμβολιασμένων να μολύνονται και να μεταδίδουν (έστω και δυσκολότερα) και η παγκόσμια ανισοκατανομή των εμβολιασμών και άρα του επιπέδου ανοσίας. Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο, δυσκολεύει η εκτίμηση λόγω της ιδιότητας του ιού να μεταλλάσσεται και των ολοένα και πιο «επιτυχημένων» παραλλαγών, συνήθως λόγω μεγαλύτερης μεταδοτικότητας.
«Οπωσδήποτε η ισορροπία μεταξύ ανοσίας του πληθυσμού και μεταδοτικότητας του ιού κάποτε -υπολογίζω σε μήνες ή ελάχιστα χρόνια- θα επέλθει και τα επάλληλα επιδημικά κύματα θα αντικατασταθούν με μια σταθερή κατάσταση αριθμού κρουσμάτων» επισημαίνει ο Αλκ. Βατόπουλος και υπογραμμίζει ότι το θέμα είναι με τι κόστος σε ανθρώπινες ζωές και γενικότερα στην κοινωνία θα γίνει αυτό.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Δ. Σαρηγιάννης διευκρινίζει ότι είναι δύσκολο να προβλέψουμε το τέλος της πανδημίας με δεδομένο ότι υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό ανεμβολίαστων κατοίκων στη Γη. «Μπορεί να βρεθεί μια νέα παραλλαγή, η οποία να έχει άλλα χαρακτηριστικά και να δημιουργήσει νέα κύματα σε περιοχές όπως η υποσαχάρια Αφρική – λόγω κοινωνικών συνθηκών και ποσοστού εμβολιασμού. Συνεπώς, δεν μπορώ να πω ότι είμαστε κοντά στο τέλος της πανδημίας». Ωστόσο, τονίζει ότι έχουμε μπροστά μας το τέλος του κύματος της Όμικρον και την ουσιαστική αποκλιμάκωσή της από τα τέλη Μαρτίου. Πάντως, διευκρινίζει ότι αυτή η εκτίμηση σημαίνει ότι έχουμε χάσει είκοσι με είκοσι πέντε ημέρες από την αρχική πρόβλεψη κυρίως λόγω του χαμηλού ρυθμού εμβολιασμού.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, αυτή τη στιγμή είμαστε σε μια φάση δυναμικής ισορροπίας ανάμεσα στον εμβολιασμό και στην τρίτη δόση και στην απώλεια ανοσίας λόγω μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη δεύτερη δόση ή τη φυσική νόσηση. «Αν καταφέρουμε να φτάσουμε σε ένα καλό ποσοστό εμβολιασμού αναμνηστικής δόσης, τότε θα έχουμε αποκλιμάκωση, η οποία θα ξεκινήσει περίπου από τις 20 Φεβρουαρίου για να κορυφωθεί τον Μάρτιο» εκτιμά ο Δ. Σαρηγιάννης.

Χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη και ελλείψεις στο σύστημα Υγείας οι βασικές αιτίες του τραγικού απολογισμού στην Ελλάδα
Το θέμα των αυξημένων θανάτων σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες απασχολεί έντονα τους πολίτες και καλλιεργεί το αίσθημα φόβου. Ο Δ. Σαρηγιάννης εξηγεί ότι είναι ένα πολυπαραγοντικό πρόβλημα. Πρώτον, έχει να κάνει με την ηλικιακή πυραμίδα, η οποία στην Ελλάδα είναι αντεστραμμένη, καθώς μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού είναι ηλικιωμένοι και έχουν υποκείμενα νοσήματα. Το δεύτερο ζήτημα είναι ο εμβολιασμός, καθώς έχει εμβολιαστεί το 68% με δύο δόσεις, αλλά με τρεις δόσεις το ποσοστό κυμαίνεται στο 47%. Άρα, ένα μεγάλο ποσοστό είναι ευάλωτο στην Όμικρον. Επίσης, ξέρουμε ότι αρκετοί άνω των 60 δεν έχουν εμβολιαστεί και είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι. Ταυτόχρονα, λανθασμένα πολλοί ηλικιωμένοι με αυτοάνοσο νόσημα ή αλλεργία δεν εμβολιάζονται, μολονότι ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους είναι πιο ευάλωτοι.
Ο τρίτος παράγοντας έχει να κάνει με το σύστημα Υγείας. «Έχουμε συνεχόμενα κύματα. Άρα δεν αδειάζουν τα νοσοκομεία. Εκεί το σύστημα αρχίζει να έχει πρόβλημα – είναι ανθρώπινο υπογραμμίζει. Το γεγονός ότι ο λόγος «θάνατοι προς διασωληνώσεις» έχει αυξηθεί σημαντικά από τους προηγούμενους μήνες -κάτι που δεν συνάδει με τη σοβαρότητα νόσησης με την Όμικρον-, αποδεικνύει ότι το σύστημα δεν ανταποκρίνεται καλά τώρα. Προσθέτει δε ότι η έλλειψη ικανοποιητικής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς θα βοηθούσε σημαντικά στην έγκαιρη πρόληψη και την ενημέρωση σχετικά με τον εμβολιασμό. Σύμφωνα με τον Δ. Σαρηγιάννη, το λάθος που κάνουμε είναι ότι εστιάζουμε στους σκληρούς δείκτες και στα νοσοκομεία, ενώ δεν γίνεται σωστός χειρισμός στην κοινότητα μέσω της ΠΦΥ. Τέλος, υπάρχει και το θέμα των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων κι αν κάποιος πέθανε «με» Covid ή «από» Covid. «Διαφωνώ με αυτόν τον διαχωρισμό. Στην πραγματικότητα, αν δεν υπήρχε η Covid, ο ασθενής δεν θα πήγαινε στο νοσοκομείο ή και να πήγαινε, δεν θα είχε την επιπλοκή που είχε» διευκρινίζει.
Συμφωνώντας με τον Δ. Σαρηγιάννη, ο Στ. Λουκίδης ξεκαθαρίζει ότι η θνητότητα αφορά ένα πολυπαραγοντικό μοντέλο που άπτεται της ηλικίας (το 95% των θανάτων αφορά άτομα μεγαλύτερα των 70 ετών), των συνοδών νοσημάτων, της μη εμβολιαστικής κάλυψης και της αργοπορίας προσέλευσης σε νοσοκομείο λόγω φόβου ή αρνητικής διάθεσης. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζουν, σύμφωνα με τον καθηγητή, «οι νοσοκομειακές λοιμώξεις οι οποίες συμβαίνουν κυρίως σε ΜΕΘ, με βασικό παράγοντα την αντοχή σε αντιβιοτικά, καθώς και η διαφορετική κλινική και νοσηλευτική εμπειρία που μπορεί και είναι φυσικό να υπάρχει σε διαφορετικές περιοχές με μικρότερο χρόνο έκθεσης σε δύσκολες υγειονομικές συνθήκες».

Πιθανός ο ετήσιος εμβολιασμός. Κρίσιμο να αποκτήσουμε εμβολιαστική κουλτούρα
Η συζήτηση που γίνεται αυτή την περίοδο για την τέταρτη δόση έχει φουντώσει για τα καλά στον δημόσιο διάλογο ως προς την επαναληπτικότητα του εμβολίου σε ετήσια βάση. Ο Γρ. Γεροτζιάφας αποφεύγει να κάνει κάποια πρόβλεψη, καθώς «αυτό θα αποφασιστεί όταν θα έχουμε τα δεδομένα που θα προκύψουν μέχρι το καλοκαίρι για την ανοσία που προσφέρει η τρίτη δόση, όταν θα έχουμε μια εικόνα για το αν θα προκύψουν νέες μεταλλάξεις και αν θα χρειαστεί νέο εμβόλιο γι’ αυτές». Όταν συγκεντρωθούν αυτά τα δεδομένα και οι σχετικές επιτροπές των ειδικών αποφασίσουν και προτείνουν κάποιες συγκεκριμένες κατευθυντήριες οδηγίες, αυτές θα εφαρμοστούν».
Επομένως, σημειώνει ότι είναι πολύ νωρίς ακόμα για να μιλήσουμε για το αν θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να εμβολιαζόμαστε κάθε χρόνο. Πάντως, εξηγεί ότι ένα βασικό στοιχείο του ιού είναι η ικανότητά του να μεταλλάσσεται. Ενδεχομένως να περάσουμε σε μια μορφή εμβολιασμών όπως είναι η γρίπη. Σίγουρα όμως δεν είμαστε στη φάση εμβολιασμού τύπου ιλαράς, που κάνεις ένα εμβόλιο και έχεις μεγάλης διάρκειας ανοσία. «Αυτό δεν υπάρχει» κάνει σαφές ο καθηγητής Αιματολογίας. Άρα, το ποιος θα είναι ο ρυθμός θα το αποφασίσουμε όταν θα έχουμε τα δεδομένα και δεν μπορούμε ακόμα να είμαστε κατηγορηματικοί σε μία θέση. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται είναι ότι πρέπει να μπούμε σε μια λογική εμβολιαστικής κουλτούρας, καταλήγει ο Γρ. Γεροτζιάφας.
Πάντως, τον περασμένο Δεκέμβριο το συγκεκριμένο θέμα απασχόλησε το συνέδριο του Reuters Next, με τον διευθύνων σύμβουλο της γερμανικής εταιρείας BioNTech Ουγκούρ Σαχίν να δηλώνει ότι αυτή η πιθανότητα αυξάνεται. H BioNTech θα είναι σε θέση να προσαρμόσει το εμβόλιό της κατά του SARS-CοV-2 σχετικά γρήγορα για να ανταποκριθεί στην εμφάνιση της παραλλαγής Όμικρον, όπως είπε. Επίσης, δήλωσε ότι τα εμβόλια αναμένεται να συνεχίσουν να παρέχουν προστασία απέναντι στη σοβαρή νόσηση παρά τις μεταλλάξεις του ιού. «Πιστεύουμε ότι οι εμβολιασμένοι και όσοι έχουν λάβει αναμνηστική δόση θα έχουν αρκετή προστασία κατά της σοβαρής νόσησης και ίσως και κατά οποιουδήποτε τύπου νόσησης» είπε ο Ουγκούρ Σαχίν.
❝ ετικέτες ❞ #ΚΟΡΟΝΟΙΟΣ