Μπάμπης Χριστακόπουλος

Φούσκωνε και ξεφούσκωνε σε κάθε παράγγελμα σαν καλογεμισμένη γαλοπούλα, άλλοτε μηχανικά και άλλοτε σαν να προσπαθεί καλύτερα απ’ όλους, με ζέση και ορμή, να παραβγεί σε κομπορρημοσύνη από όλους τους άλλους στη σειρά του.

Θάλασσα από λευκά καπέλα -ασπιρίνες- και το δικό του πιο ψηλό, πιο στρογγυλό, πιο άσπρο. Πορφυρογέννητο.

Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να φαίνεται μπροστά μέχρι να αρχίσει η δουλειά. Έπειτα πήγαινε πίσω, από μεγαλοσύνη, να μην στερήσει τη χαρά της εργασίας από τους άλλους.

Το κόλπο ήταν να φαίνεται επαρκής, φιλότιμος, προσηνής και φέρελπις και, όπου δεν τα κατάφερνε, να κατεβάζει το βλέμμα με συστολή δείχνοντας πως κατάλαβε το λάθος και την επόμενη στιγμή να κοιτάζει ξανά στα ματιά· ευθεία, καρφί, χωρίς αιδώ, και να εξαπολύει μια εξυπνάδα, τάχα πως κατάλαβε και βρήκε και τι έφταιξε. Μετά, μια εύκολη δικαιολογία για τη φτώχεια που έκανε την ανάγκη του φιλοτιμία. Τα εφόδια που του έλειψαν και την ανέχεια που τον άφησε χωρίς εργαλεία.  Άτιμη κοινωνία…

Κι έπειτα, φούσκωνε πάλι και ξεφούσκωνε, με την ίδια αυταπάρνηση σε κάθε παράγγελμα, με την ίδια ζέση να ξεχωρίσει μέσα απ’ όλους με τον ενθουσιασμό του, μέχρι την επόμενη δουλειά, που, όποτε του κλήρωνε, πάλι μισή την έκανε, και ύστερα να κοιτάζει πάλι προς τα κάτω με την ίδια συστολή, και μετά πάλι, με το ίδιο θράσος, να ξαναβρεί μια άλλη δικαιολογία που να φαίνεται πιο πειστική, μέχρι που να βγει η θητεία, και ας μην έμενε στρατός, και ας μπλόκαραν τα όπλα, και ας βούλιαζε το καράβι. Θα έφταιγε ο κακός καιρός.

Και φούσκωνε ξανά στα παραγγέλματα μόλις ακουγόταν το “άντρες” και έσπρωχνε το κεφάλι του πιο ψηλά να ξεχωρίσει και άπλωνε τους ωμούς του να πιάσουν πολύ χώρο δεξιά και αριστερά -κυρίως δεξιά-, υπέρ πατρίδος, και φούσκωνε το στήθος του να δείξει αφοβία. Πρώτος απ’ όλους. Για να κρυφτεί ξανά, την ώρα της δουλειάς, μέχρι να λήξει το καψώνι, μέχρι να πάρει άδεια, να σπρώξει τον καιρό και να λήξει η θητεία.

Έτσι όλα τα περνούσε, μιας και θα γίνονταν ξανά, και ετούτη η θητεία, που έμοιαζε σπιράλ, δεν σταματούσε πουθενά.

Ξανακορδώνονταν οι ναύτες μόλις ακουγόταν το “άντρες” κάθε πρωί στην αναφορά κι εκείνος πρώτος, πιο πολύ, και ξεφούσκωναν οι ναύτες μόλις ακουγόταν “στον καιρό”.

Στον καιρό… τον πρώτο χρόνο χαίρεται κι εκείνος φτάνει δύο, σαν τη θητεία την παλιά.

❝ ετικέτες ❞ #ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ