«ΕΛΣΤΑΤ: Αυξημένες κατά 9,4% οι τιμές στα τρόφιμα τον Σεπτέμβριο – στο 1,6% πτωτικός ο εγχώριος πληθωρισμός (ΔΤΚ) και στο 2,4% ο εναρμονισμένος».
Είναι εύλογη η υποχώρηση του Δείκτη Τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα, αφού έχει φτωχοποιηθεί ο πληθυσμός από την υπερφορολόγηση και από την άνοδο των τιμών, οπότε μειώνεται σταδιακά η ζήτηση – ενώ στα τρόφιμα που επηρεάζουν τις μεσαίες και χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες, με τις τιμές τους να είναι σε κάποιο βαθμό «ανελαστικές», συνεχίζεται η ακρίβεια.
Το σωστό είναι η σύγκριση των τιμών του 2023 με το 2021, στις τρεις μεσαίες υπό-στήλες (στην τελευταία το ποσοστό του 23/22, είναι επί πλέον του ποσοστού του 22/21). Εδώ φαίνεται μία άνοδος των τιμών των τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών, από 105,30 το 2021 στο 130,28 το 2023, οπότε κατά 24,98% – ενώ συνολικά από 102,83 στο 118,04, οπότε κατά 15,21%. Κατά 15,21% λοιπόν μειώθηκε η αγοραστική αξία των εισοδημάτων των Ελλήνων σε σχέση με το 2021 – ενώ, όσον αφορά τα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά, κατά 24,98%!
Η όποια άνοδος των μισθών και των συντάξεων ήταν πολύ μικρότερη και ασφαλώς δεν κάλυψε τη διαφορά – ενώ η μεγάλη ληστεία γίνεται από τις τράπεζες στις καταθέσεις, οι οποίες σε σχέση με το 2021 έχασαν το 15,21% της αξίας τους. Στα 195 δις € που υπολογίζονται, χάθηκαν σχεδόν 30 δις € που ωφέλησαν τις τράπεζες – αφού οι καταθέτες θεωρούνται δανειστές τους, τους δίνουν σχεδόν μηδενικά επιτόκια και θα τους επιστρέψουν σχεδόν 30 δις € λιγότερα σε αγοραστική δύναμη, στις αναλήψεις.
Εάν θεωρεί λοιπόν κανείς πως η όποια ανάπτυξη ισοσταθμίζει το λιγότερο φαγητό, τα χαμηλότερα πραγματικά εισοδήματα, την κλοπή των καταθέσεων, τα 10.000 παιδιά λιγότερα που γεννήθηκαν και τους νέους που συνεχίζουν να εγκαταλείπουν την Ελλάδα για να επιβιώσουν, επιδεινώνοντας ακόμη περισσότερο το δημογραφικό, είναι άξιος της μοίρας του – ειδικά όταν ζει σε μία πάμπλουτη χώρα που θα μπορούσε να προσφέρει ευημερία στους Πολίτες της, εάν δεν υπήρχε η συνεχής κυβερνητική κακοδιαχείριση.
❝ ετικέτες ❞ #ΕΛΣΤΑΤ