Υψηλότερο δημόσιο χρέος, «φούσκα» τεχνητής νοημοσύνης, γεωπολιτικές εντάσεις και ενεργειακή κρίση, πληθωρισμός αλλά και εγγενείς αδυναμίες κεντρικών τραπεζών και οικονομικών επιτελείων δημιουργούν τους όρους για συστημική κρίση
Μπάμπης Μιχάλης
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων των χωρών της G7 έφτασαν χθες στο υψηλότερο επίπεδό τους από το 2008, εντείνοντας περαιτέρω τις ανησυχίες που υπάρχουν εδώ και καιρό στις τάξεις των οικονομολόγων για ελλοχεύουσα συστημική κρίση.
Η μέση απόδοση των 10ετών ομολόγων για την ομάδα των επτά πιο αναπτυγμένων οικονομιών του κόσμου άγγιξε το 4,285% –το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2008 και μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα σε σχέση με τα προ της έναρξης του πολέμου στη Μέση Ανατολή επίπεδα. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου (Treasury) εκτοξεύθηκε κάποια στιγμή χθες έως και το 5,044% (το υψηλότερο επίπεδο από το 2007), πριν υποχωρήσει αργά το απόγευμα στο 5,013%. Στην ίδια κατεύθυνση, η απόδοση του ιαπωνικού 10ετούς τίτλου εκτοξεύθηκε σε υψηλό τριακονταετίας, ξεπερνώντας το 3%. Στη Γερμανία, η απόδοση του αντίστοιχου bund διαμορφώθηκε κοντά στο υψηλότερο επίπεδο από το 2009 (3,55%), ενώ οι αποδόσεις των γαλλικών 10ετών τίτλων άγγιξαν το 4,55% κοντά σε υψηλά 18ετιας. Στη Βρετανία ομοίως η απόδοση των 10ετών gilt φλέρταρε με το 5,45%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007.
Η άνοδος αυτή σηματοδοτεί επιστροφή του κόστους δανεισμού των πλουσιότερων χωρών της υφηλίου στα προ της κρίσης του 2008 επίπεδα. Προκαλεί ρίγη στα οικονομικά τους επιτελεία, καθώς έρχεται σε μια χρονική συγκυρία όπου οι παγκόσμιες οικονομικές ισορροπίες είναι πολύ πιο εύθραυστες από ό,τι πριν από 20 χρόνια. Παρά την ανθεκτικότητα που έχουν επιδείξει μέχρις στιγμής οι μετοχές και οι χρηματιστηριακοί δείκτες στις συνεχόμενες ακραίες γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις, παρά την υψηλότερη εμπειρία κεντρικών τραπεζών και υπουργείων Οικονομικών στη διαχείριση των κρίσεων, η τρέχουσα κατάσταση θεωρείται ευρέως εξαιρετικά σοβαρή, τόσο για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και για την πραγματική οικονομία. Και αυτό γιατί:
1. Σε αντίθεση με το 2008, το παγκόσμιο χρέος βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Οι αναπτυγμένες οικονομίες εισήλθαν σε αυτή την κρίση φορτωμένες με τεράστια χρέη από την πανδημία και τα μέτρα στήριξης. Το συνολικό χρέος τους αναμένεται να αγγίξει στο τέλος του έτους τα 75,8 τρισεκατομμύρια δολάρια ή το 104% του ΑΕΠ αυτών. Η εκτόξευση των αποδόσεων σημαίνει υψηλότερο επιτόκιο δανεισμού και πρόσθετο βάρος για την εξυπηρέτηση του χρέους τους. Οι χώρες της G7 έχουν ήδη «κλειδώσει» πρόσθετο κόστος εξυπηρέτησης ύψους 16 δισ. δολαρίων, το οποίο προβλέπεται να εκτιναχθεί στα 34 δισ. δολάρια έως τις αρχές του 2027 αν οι αποδόσεις παραμείνουν ψηλά.
2. Η απότομη άνοδος των επιτοκίων έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τις αγορές μετοχών, οι οποίες στήριξαν μεγάλο μέρος της συνεχούς ανόδου τους τα τελευταία χρόνια στις προσδοκίες της τεχνητής νοημοσύνης. Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες (hyperscalers) βασίζονται σε φθηνό εταιρικό χρέος για να χρηματοδοτήσουν τις τεράστιες κεφαλαιακές δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη. Αν το κόστος δανεισμού παραμείνει υψηλό, οι επενδύσεις αυτές θα επιβραδυνθούν, απειλώντας με σοβαρή διόρθωση ή ακόμη και κραχ τις χρηματιστηριακές αγορές που έχουν παίξει τα ρέστα τους στο «αφήγημα της AI».
3. Οι αποδόσεις των ομολόγων ωθούνται προς τα πάνω επειδή οι επενδυτές φοβούνται ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει για καιρό υψηλός. Η παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και οι επιθέσεις σε υποδομές πετρελαίου ώθησαν ξανά τις τιμές στα ύψη –με το μπρεντ να ξεπερνά ξανά χθες το βράδυ τα 109 δολάρια (+3,5%)– προμηνύοντας νέες πληθωριστικές πιέσεις. Οι κεντρικές τράπεζες είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένες να αυξήσουν και να κρατήσουν για καιρό τα επιτόκιά τους σε υψηλά επίπεδα, προκειμένου να συγκρατήσουν τις τιμές. Η αγορά futures προέβλεπε χθες –κατά 93%– αύξηση των επιτοκίων της Fed σήμερα κατά 0,25% στο εύρος 3,75%-4% (όπως και η ΕΚΤ την προηγούμενη εβδομάδα), ενώ ανάλογη αύξηση των ιαπωνικών επιτοκίων αναμένεται την επόμενη Παρασκευή. Η αγορά προβλέπει διατήρηση των υψηλότερων επιτοκίων τουλάχιστο για ένα χρόνο. Το μεγάλο ερώτημα ωστόσο είναι τι θα πράξουν αν η περιβόητη «φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης» σκάσει σε αυτό το διάστημα παίρνοντας μαζί της και το σύνολο των χρηματιστηριακών αγορών. Μια τέτοια συγκυρία ισοδυναμεί με «αχαρτογράφητα ύδατα» και η στήριξη των αγορών με μείωση των επιτοκίων, όπως στο κραχ του 2008, είναι μια δύσκολη επιλογή για τους κεντρικούς τραπεζίτες.
Από την πλευρά του, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, με σκοπό την εξομάλυνση της αγοράς ομολόγων και την αποφυγή μιας άτακτης κατάρρευσης της ρευστότητας αύξησε πρόσφατα δραστικά το πρόγραμμα επαναγοράς μακροπρόθεσμων ομολόγων, χωρίς ωστόσο σημαντικά αποτελέσματα μέχρι στιγμής. Ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, υποστήριξε στη χθεσινή κατάθεσή του στο Κογκρέσο το αντίθετο, αποδίδοντας την άνοδο των αποδόσεων σε διεθνείς αιτίες. Τάχθηκε υπέρ της δημοσιονομικής διόρθωσης με μείωση του ελλείμματος αλλά και της προσφοράς των 5.000 δολαρίων που υποσχέθηκε στους Αμερικανούς ο Τραμπ αν κερδίσουν τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου οι Ρεπουμπλικάνοι. Ωστόσο τα περιθώρια δράσης και αυτού είναι στενά. Αν τυπώσει χρήμα για να εκπληρώσει τις υποσχέσεις Τραμπ και να σώσει την αγορά ομολόγων, θα αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό. Αν δεν κάνει τίποτα, το υψηλό κόστος δανεισμού θα οδηγήσει την οικονομία σε βαθιά ύφεση.
4. Η εκτόξευση των αποδόσεων των ομολόγων των αναπτυγμένων οικονομιών καθιστά τα ομόλογα αυτά εξαιρετικά ελκυστικά στα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια. Και αυτό αυξάνει τον κίνδυνο απομάκρυνσης κεφαλαίων από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, οι οποίες αρκετές φορές στο παρελθόν είδαν εξαιτίας αυτής της φυγής τα νομίσματά τους να υποτιμώνται ραγδαία, το κόστος δανεισμού τους να εκτοξεύεται και στο τέλος τη χρεοκοπία.
❝ ετικέτες ❞ #ΑΓΟΡΕΣ