• Οι ταλαντεύσεις του ΠΑΣΟΚ και ο κίνδυνος να ξεχνά τι εκπροσωπεί στην ελληνική κοινωνία, ποια στρώματα, ποια αιτήματα, ποιες κοινωνικές ανάγκες, ποιες αξίες, ποιον αντιπαλεύει

Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε ιδιαίτερη ικανότητα να χρησιμοποιεί την ιστορία ως επιχείρημα υπέρ του. Γι’ αυτό ένα από τα συνθήματα με τα οποία συνδέθηκε ήταν το «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά».

Το σύνθημα είχε σχολιαστεί αρκετές φορές ότι ήταν υπερβολικά διχαστικό και ότι εργαλειοποιούσε την ιστορική μνήμη. Μάλιστα, είχε επικριθεί το γεγονός ότι ο «εκσυγχρονιστής» Κώστας Σημίτης το ανεχόταν σε προεκλογικές εκστρατείες.

Βεβαίως την ίδια στιγμή, το σύνθημα πάταγε πάνω στην ιστορία. Η «δεξιά» στην Ελλάδα, δηλαδή το νήμα που οδηγεί από την αντιβενιζελική παράταξη, στο Λαϊκό Κόμμα, στον Εθνικό Συναγερμό, στην ΕΡΕ και τελικά στη Νέα Δημοκρατία μετά τη μεταπολίτευση, είναι ιστορικά φορτισμένη και συχνά ταυτισμένη με τον αυταρχισμό και την περιθωριοποίηση των λαϊκών στρωμάτων. Αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο στην περίοδο από τον Εμφύλιο και μετά όταν τα κοινωνικά στρώματα, που στράφηκαν τελικά στο ΠΑΣΟΚ και ένιωσαν να δικαιώνονται μετά την «Αλλαγή» του 1981, ένιωθαν ότι καταπιέζονταν και αντιμετωπίζονταν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίες (κάτι που ήταν, άλλωστε, πραγματικότητα για όσους δεν μπορούσαν να πάρουν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων).

Προφανώς και όπως συμβαίνει συχνά με πολιτικά συνθήματα, είχαμε μια υπερπλούστευση. Η μεταπολιτευτική δεξιά, κυρίως λόγω επιλογών του Κωνσταντίνου Καραμανλή διεκδίκησε κοινωνικό πρόσωπο και άφησε πίσω μέρος των εμφυλιακών εμμονών της. Η εξέλιξη των πραγμάτων, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, έφερε συχνά τις μεγάλες παρατάξεις πιο κοντά από όσο θα ήθελαν να παραδεχτούν και οι εναλλαγές στην εξουσία γίνονταν με τρόπο ομαλό – άλλη μια ένδειξη ότι όντως αποκαταστάθηκε η δημοκρατία.

Όμως, αυτό δεν σήμαινε ότι είχαν εξαλειφθεί οι διαφορές ανάμεσα στις δυο μεγάλες παρατάξεις. Εάν κανείς κοιτάξει πώς κέρδισε τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ το 1996, το 2000 και το 2009, θα διαπιστώσει ότι παρά την πραγματική σύγκλιση ανάμεσα σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ως προς την ευρωπαϊκή προοπτική, την ένταξη στο ΝΑΤΟ, τη στήριξη της επιχειρηματικότητας, υπήρχαν διαφορές. Και αυτό γιατί το ΠΑΣΟΚ εξακολουθούσε να διατηρεί μια στενή σχέση με τα λαϊκά στρώματα και μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης, να εκπροσωπεί τα αιτήματά τους και να διατηρεί μια αναφορά σε στόχους δικαιοσύνης και αναδιανομής. Προφανώς και όπως είχε συμβεί με τη σοσιαλδημοκρατία πανευρωπαϊκά, είχε χαθεί κάθε ριζοσπαστισμός, αλλά εξακολουθούσε να μην ταυτίζεται με την κεντροδεξιά.

Τα χρόνια των Μνημονίων αυτή η πραγματική διαφορά από την κεντροδεξιά φάνηκε να χάνεται. Το ΠΑΣΟΚ έγινε τμήμα ενός μνημονιακού «πολιτικού συνεχούς» από το 2011 έως το 2015 και βρέθηκε ουσιαστικά στο στόχαστρο των ίδιων των κοινωνικών στρωμάτων που ιστορικά είχαν συνδεθεί μαζί του. Έχασε τεράστιο μέρος της εκλογικής του βάσης και έγινε ένα κόμμα σκιά του προηγούμενου εαυτού του.

Η μεγάλη καμπή ήταν οι εκλογές του 2012. Δεν είναι μόνο ότι καταβαραθρώθηκε ήδη από τον Μάιο εκλογικά, είναι και ότι δεν επέλεξε εξαρχής να πάει σε συγκυβέρνηση. Οι καταστάσεις οδήγησαν σε δεύτερο γύρο που είδε και τα δύο πρώτα κόμματα, τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ, να παίρνουν +10% το καθένα και έτσι να παγιώνεται ένας νέος δικομματισμός που θα αντέξει μέχρι και τις εκλογές του 2019 (με μία έννοια και του 2023). Το ΠΑΣΟΚ υποχώρησε εκλογικά και η συμμετοχή στην κυβέρνηση το οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη υποχώρηση, ενώ δεν το βοήθησε ιδιαίτερα ούτε η επιλογή να συμπορεύεται το 2015-2019 σε ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο με τη Νέα Δημοκρατία.

Μόνο τα τελευταία χρόνια φάνηκε το ΠΑΣΟΚ να ανακάμπτει και να επανασυνδέεται με τις ρίζες του παίρνοντας μια σαφή αντιπολιτευτική θέση απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Και δεν είναι τυχαίο ότι με το που άρχισε να γίνεται έντονος αυτός ο αντιπολιτευτικός τόνος, έσπευσαν διάφοροι, εντός και εκτός ΠΑΣΟΚ, να προσπαθήσουν να το «συνετίσουν», υπογραμμίζοντας ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να είναι τμήμα του πόλου της «αποσταθεροποίησης» αλλά δύναμη «σταθερότητας», εννοώντας με αυτό ότι θα πρέπει να συμπορεύεται με τη Νέα Δημοκρατία.

Η πίεση αυτή έγινε εντονότερη από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι η Νέα Δημοκρατία πολύ δύσκολα θα μπορούσε να κερδίσει την αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές. Την ίδια στιγμή το ΠΑΣΟΚ παρότι είχε γίνει όχι μόνο κοινοβουλευτικά αξιωματική αντιπολίτευση μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και δημοσκοπικά, δεν κατόρθωνε να αποκτήσει τη δυναμική που θα το έκανε διεκδικητή της εξουσίας.

Αυτό ενίσχυσε την πίεση που ασκείται στο ΠΑΣΟΚ, ιδίως από όταν δημοσκοπική αξιωματική αντιπολίτευση αναδείχτηκε η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Ο τόνος ήταν ξεκάθαρος «οφείλετε να προσφέρετε στη ΝΔ την κοινοβουλευτική υποστήριξη που θα χρειαστεί για να σχηματίσει κυβέρνηση». Άλλωστε, μεγάλο μέρος της αμφισβήτησης της ηγεσίας αυτό είχε, ανεξαρτήτως ρητορικής, ως απώτερο σκοπό.

Για ένα διάστημα το ΠΑΣΟΚ φάνηκε να αντιστέκεται. Ενδεικτικό και το γεγονός ότι στο τελευταίο του συνέδριο εμφατικά υπογράμμισε ότι δεν τίθεται θέμα συγκυβέρνησης με τη ΝΔ.

Όλα αυτά αποτύπωναν μια επίγνωση ότι οποιαδήποτε πιθανότητα το ΠΑΣΟΚ να ανακτήσει μια ηγεμονική σχέση με τα λαϊκά στρώματα, με τα οποία ιστορικά συνδέθηκε, περνούσε μέσα από μια αντιπαράθεση με την αυταρχική εκδοχή νεοφιλελευθερισμού και τη θεσμική παραβατικότητας της Νέας Δημοκρατίας. Το ΠΑΣΟΚ δηλ. έδειχνε να συνειδητοποιεί ξανά ότι έπρεπε να είναι με σύγχρονο τρόπο ένα αντιδεξιό κόμμα.

Προφανώς και αυτό δεν ήταν εύκολο. Η πολυετής τριβή με την εξουσία και το ίδιο το γεγονός των αλλεπάλληλων συγκυβερνήσεων, όπως και η κουλτούρα του «αντισύριζα μετώπου», είχε κάνει ένα μέρος του στελεχιακού δυναμικού του να σκέφτεται περισσότερο με όρους «Ακραίου Κέντρου» και «συστημικής εφεδρείας». Την ίδια ώρα, η πίεση από διάφορα κέντρα ήταν σαφής: «αφήστε αυτά τα αντιδεξιά και ετοιμαστείτε όταν πρέπει να στηρίξετε την κυβέρνηση». Μια πίεση που βεβαίως πατούσε και πάνω στην υπαρκτή αγωνία στελεχών να αποκτήσουν ξανά πρόσβαση στην κυβερνητική εξουσία (και τους θώκους της).

Αυτό εξηγεί και την αντίφαση την οποία ποτέ δεν ξεπέρασε το ΠΑΣΟΚ: από τη μια να υψώνει τους τόνους απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, συχνά με υποδειγματικές παρεμβάσεις σε ορισμένα θέματα (αναφέρω ενδεικτικά τις υποκλοπές), και από την άλλη να μην έχει μια πειστική τοποθέτηση για το πώς θα μπορούσε να υπάρξει, με όρους ανασύνθεσης του προοδευτικού δημοκρατικού χώρου, ένα αντίπαλο δέος σε αυτή την κυβέρνηση.

Το αποτέλεσμα ήταν να μην μπορέσει να διαμορφώσει όρους αντίπαλου πόλου και να δει την ΕΛΑΣ, έναν σχηματισμό χωρίς αναπτυγμένο μηχανισμό και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, να καταλαμβάνει στις δημοσκοπήσεις, ήδη από τις πρώτες μέρες της ίδρυσής της, τη δεύτερη θέση.

Όλα αυτά μας φέρνουν στον ορίζοντα των επόμενων εκλογών. Βάσει όλων των δεδομένων στις επόμενες εκλογές θα έχουμε ένα τοπίο που θα θυμίζει, ως ένα βαθμό τις εκλογές του 2012. Θα υπάρχει πρώτο κόμμα, θα υπάρχει δεύτερο κόμμα και το ΠΑΣΟΚ θα βρίσκεται στην τρίτη ή τέταρτη θέση. Πιθανώς τα αποτελέσματα να μη βγάζουν εξαρχής ένα δυνητικό συνδυασμό κομμάτων, που θα μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση, και άρα θα πάμε σε νέες εκλογές. Εκεί η πόλωση εκ των πραγμάτων θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τα δύο πρώτα κόμματα, τη ΝΔ και την ΕΛΑΣ, και θα πιέσει ακόμη περισσότερο τα υπόλοιπα κόμματα ξεκινώντας από το ΠΑΣΟΚ που θα δει τις ψήφους του να μειώνονται. Δύσκολο να προβλέψει κανείς το εάν η πόλωση θα οδηγήσει το πρώτο κόμμα σε αυτοδυναμία ή εάν θα απαιτείται και πάλι κυβέρνηση συνεργασίας, με την πίεση να ασκείται πρώτα και κύρια στο ΠΑΣΟΚ.

Ξέρω ότι κάποιοι έχουν έτοιμη την απάντηση από τώρα: το ΠΑΣΟΚ πρέπει να συνεργαστεί με τη ΝΔ, επιβάλλοντας όρους, και κατοχυρώνοντας έτσι ότι είναι μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό το λένε πρωτίστως γιατί ούτως ή άλλως θέλουν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ να κυβερνούν εσαεί. Έχω, όμως, και την επίγνωση ότι μια τέτοια επιλογή για το ΠΑΣΟΚ θα σήμαινε ακόμη μεγαλύτερη ρήξη με τα κοινωνικά στρώματα που διεκδικεί να εκπροσωπήσει. Μια ρήξη που επειδή θα γίνεται για δεύτερη φορά, θα είναι πλέον μη αντιστρέψιμη. Γιατί πολύ απλά το ΠΑΣΟΚ θα φέρεται ως να έχει ξεχάσει τι σημαίνει δεξιά. Και ο ιστορικός του κύκλος θα κλείσει.

Γιατί θα έχει κάνει ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που μπορεί να κάνει ένα κόμμα: να έχει ξεχάσει ότι η πολιτική δεν αφορά πρωτίστως κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς αλλά κοινωνικούς. Ότι η δύναμη των κομμάτων είναι οι άνθρωποι και οι κοινωνικές κατηγορίες που εκπροσωπούν και κινητοποιούν, τα αιτήματα και τις ανάγκες που εκφράζουν. Ότι οι πραγματικές διαχωριστικές γραμμές δεν είναι τυπικά κομματικές, αλλά αφορούν πραγματικές αξιακές και προγραμματικές διαφορές και πρωτίστως το εάν θεωρείται προτεραιότητα η δημοκρατία, η δικαιοσύνη και η αναδιανομή.

Ξέρω ότι πολλοί θα απαντήσουν ότι η ζωή προχωράει και ένα κόμμα έχει κάθε δικαίωμα να αναπροσαρμόζει τις θέσεις, τα αιτήματα, τις ιδεολογικές αρχές, τις προτάσεις διακυβέρνησης που κάνει. Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για αυτό. Μιλάμε για το ενδεχόμενο ένα κόμμα να ξεχάσει ποια είναι η αφετηρία του, οι κοινωνικές ρίζες του, και το ιστορικό του αξιακό φορτίο. Κοντολογίς να ξεχάσει από πού έρχεται και προς τα πού πηγαίνει.

Γιατί το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ξεχνά τι σημαίνει δεξιά. Ο λαός, όμως, και μνήμη, και γνώση και κρίση έχει. Ιδίως όταν το επίδικο είναι εάν θα συνεχιστεί μια διακυβέρνηση που στα μάτια της πλειονότητας της κοινωνίας είναι πλέον καταστροφική.

www.in.gr

❝ ετικέτες ❞ #ΠΑΣΟΚ