Δημήτρης Ψαρράς

Αν ξαφνιάζεστε από τον τρόπο που επιχειρεί να αντιμετωπίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης τις καταιγιστικές αποκαλύψεις για το σκάνδαλο των υποκλοπών, καλό είναι να λάβετε υπόψη ότι ο πρωθυπουργός ακολουθεί πιστά τις παρακαταθήκες του πατέρα του και τον τρόπο που εκείνος αντιμετώπισε τις αποκαλύψεις του 1993.

Οσο κι αν προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω του την ευθύνη για το σκάνδαλο των υποκλοπών ο Κυριάκος Μητσοτάκης βυθίζεται όλο και περισσότερο στο τέλμα που ο ίδιος δημιούργησε, αποφασισμένος να διοικεί τη χώρα και το κόμμα του με τη βοήθεια ενός πρωτοφανούς συστήματος παρακολούθησης κάθε «στόχου» που θεωρούσε εμπόδιο για τα προσωπικά του σχέδια.

Η μόνη γραμμή άμυνας των κυβερνητικών στελεχών έχει πια περιοριστεί στην προσπάθεια να υποστηριχθεί ότι «υποκλοπές πάντα γίνονταν» και ότι τα ίδια και χειρότερα έκαναν και οι προηγούμενοι. Στην κορύφωσή της αυτή η επιχειρηματολογία οδηγεί σε παραδοξολογία: τελικά ο στόχος των παρακολουθήσεων υποτίθεται ότι είναι ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός. Θύμα λοιπόν και όχι δράστης!

Γνωρίζουμε πλέον ότι αυτή η στρουθοκαμηλική στάση οδήγησε τους εμπνευστές της σε αδιέξοδο, ενώ διασπάστηκε για πρώτη φορά και η ενότητα των μέσων ενημέρωσης που λειτουργούσαν μέχρι πριν από λίγο καιρό ως υποχείρια του μεγάρου Μαξίμου.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η υπόθεση αυτή έχει πολλές ομοιότητες με το σκάνδαλο των υποκλοπών που κλόνισε την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη τον Απρίλιο του 1993 και ήταν μια από τις αιτίες που οδήγησαν τη Ν.Δ. σε βαριά ήττα στις εκλογές, πεντέμισι μήνες αργότερα. Το δικό μου συμπέρασμα δεν είναι βέβαια ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά ότι η μίμηση των σκοτεινών μεθόδων του πατέρα από τον γιο μπορεί να οδηγεί σε ανάλογα αποτελέσματα.

Θυμίζω ότι η αρχική αποκάλυψη («Ελευθεροτυπία», 25.4.1993 και «Τα Νέα», 26.4.1993 και στη συνέχεια άλλες εφημερίδες) είχε πηγή τον ίδιο τον φυσικό δράστη, τον πρώην υπάλληλο του ΟΤΕ Χρήστο Μαυρίκη, ο οποίος με εκτενείς συνεντεύξεις αποκάλυπτε ότι με εντολή του απόστρατου στρατηγού Γρυλλάκη είχε στήσει κύκλωμα τηλεφωνικών υποκλοπών με ποικίλους στόχους.

Οι αναλογίες με τα σημερινά είναι χτυπητές. Ο Γρυλλάκης (ως προσωπικός έμπιστος του Μητσοτάκη) και ο Μαυρίκης ως ειδικευμένος «τεχνικός» χρεώθηκαν τότε όλη την ευθύνη, όπως επιχειρείται να γίνει σήμερα με τον έμπιστο ανιψιό Δημητριάδη και τον ειδικευμένο πρώην «σεκιουριτά» Κοντολέοντα. Αλλά και η αντίδραση της Ν.Δ. υπήρξε πανομοιότυπη με τη σημερινή:

▪ Επιχειρήθηκε να αλλάξει το νομοθετικό πλαίσιο με μοναδικό στόχο να μη δημοσιοποιούνται αποκαλύψεις για υποκλοπές. Μετά όμως τη γενική κατακραυγή η πιο ακραία διάταξη αποσύρθηκε.

▪ Η παρακολούθηση όχι μόνο των πολιτικών αντιπάλων αλλά και των στενών συνεργατών χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα για την αντιστροφή των ρόλων στόχου και δράστη.

▪ Παραπέμφθηκαν υπεύθυνοι εφημερίδων (πρώτα απ’ όλα της «Ελευθεροτυπίας») και ραδιοσταθμών («Σκάι») επειδή έδωσαν στη δημοσιότητα το περιεχόμενο των υποκλοπών, τις κασέτες δηλαδή που είχε συγκεντρώσει ο Μαυρίκης.

▪ Το ΠΑΣΟΚ ζήτησε σύσταση εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, αλλά η κυβέρνηση Μητσοτάκη έθεσε ως όρο να ερευνηθούν υποκλοπές από το 1985.

▪ Αποδείχτηκε ότι τις υποκλοπές αυτές τις είχε ξεκινήσει η Ν.Δ. προτού εκλεγεί κυβέρνηση. Το παραδέχτηκαν Μητσοτάκης και Εβερτ, με το πρόσχημα ότι οι εντολές που δόθηκαν από τον Γρυλλάκη στον Μαυρίκη για τη δημιουργία ενός κυκλώματος παρακολουθήσεων είχαν τον χαρακτήρα της «αυτοάμυνας» απέναντι στις υποκλοπές της περιόδου ΠΑΣΟΚ. Σύμφωνα με τον τότε εκπρόσωπο Τύπου του Κων. Μητσοτάκη, ο Μαυρίκης προσέφερε υπηρεσίες της Ν.Δ. ως «αντικοριός» (Γιάννης Βούλτεψης, «Δέκα σκληρά χρόνια στη Ν.Δ., 1984-1993», Αθήνα 2005, σ. 482-3).

Τελικά η υπόθεση έληξε με την απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου να αναστείλει στις 16.1.1995 την παραπομπή του Κων. Μητσοτάκη στο Ειδικό Δικαστήριο που είχε αποφασιστεί με τις ψήφους ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ έναν χρόνο νωρίτερα.

«Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 25.4.1993 / «Τα Νέα», 26.4.1993

Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έχει περιγράψει την εμπλοκή του στο σκάνδαλο των υποκλοπών στις πολύχρονες εκμυστηρεύσεις του στον Αλέξη Παπαχελά, για τις οποίες ευλόγως είχε θέσει όρο να δημοσιευτούν μόνο μετά τον θάνατό του. Στην εξιστόρηση επιβεβαιώνεται ότι ο Γρυλλάκης υπήρξε στρατιωτικός σύμβουλος του Μητσοτάκη και καταγράφεται η απάντησή του ότι «χρησιμοποίησε τον Μαυρίκη και τις ικανότητές του στο “υποκλέπτειν” για να προστατεύσει τα στελέχη της Ν.Δ. από το ΠΑΣΟΚ» (Αλέξης Παπαχελάς, «Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με τα δικά του λόγια», τ. Β΄, Αθήνα 2019, σ. 307).

Αλλά αυτό που έχει μια ιδιαίτερη επικαιρότητα είναι το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επέρριπτε τις ευθύνες για την ενοχοποίησή του στους… «καραμανλικούς» του κόμματός του: «Εκ των υστέρων έγιναν πράγματα τα οποία δεν θέλω και να θυμάμαι. Εγινε μια συστηματική προσπάθεια από τον Εβερτ, άθλια προσπάθεια, η οποία δεν ήταν δυνατό παρά [να] ήταν εις γνώσιν του Καραμανλή. Ο Καραμανλής όφειλε αν μη τι άλλο να τη σταματήσει. [Ηταν μια προσπάθεια] να με εμπλέξει δικαστικά σε σκάνδαλα» (σ. 306).

Η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη. Οπως γράφει ο Παπαχελάς, «κατά τον Μητσοτάκη ο Εβερτ, με την ανοχή και τη σιωπηρή σύμπραξη της καραμανλικής πτέρυγας του κόμματος, ήθελε να αφήσει το ΠΑΣΟΚ να εξοντώσει πολιτικά τον ίδιο και την οικογένειά του» (σ. 308). Σύμφωνα με την εξιστόρηση του Μητσοτάκη, «το ΠΑΣΟΚ ήθελε να με εκδικηθεί αλλά δεν θα τολμούσε ποτέ να προχωρήσει εάν δεν είχε τη στήριξη και ενδεχομένως την προτροπή από την καραμανλική πτέρυγα της Ν.Δ.» (σ. 308).

Η αστεία νότα αυτής της θλιβερής ιστορίας καταγράφηκε εκείνες τις μέρες στο κύριο άρθρο της εφημερίδας «Το Βήμα», το οποίο κρατούσε κατά την πάγια συνήθειά του μεσοβέζικη στάση: «Με την επικείμενη λειτουργία της κινητής τηλεφωνίας και στην Ελλάδα θα καταργηθεί και η παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων από τις πάσης φύσεως μυστικές και άλλες υπηρεσίες» (2.5.1993).

Τη βασιμότητα της «προφητείας» τη ζούμε αυτές τις μέρες.

❝ ετικέτες ❞ #ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ