Οι τιμές του φυσικού αερίου θα παραμείνουν υψηλά: είναι άλλο οι βραχυχρόνιες διακυμάνσεις των τιμών και άλλο η μακροχρόνια τάση των υψηλών τιμών της ενέργειας

Οι υψηλές ενεργειακές τιμές στην Ελλάδα, πέραν των διεθνώς καθοριζόμενων υψηλών τιμών, σχετίζονται με τον τρόπο υλοποίησης διεθνώς της πράσινης μετάβασης, με την ύπαρξη μακροπρόθεσμων ή όχι συμβολαίων προμήθειας φυσικού αερίου, με την υποκατάσταση των εισαγωγών φυσικού αερίου με υγροποιημένο αέριο (LNG) και εκ των πραγμάτων ολιγοπωλιακών συνθηκών στην αγορά ενέργειας.

Ο συνδυασμός αυτών των στοιχείων έχει οδηγήσει σήμερα σε υψηλότερες τιμές ενέργειας και αγαθών σε όρους πραγματικού διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος και σε υψηλότερο ενεργειακό κόστος στις επιχειρήσεις σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε.

Αυτό που πρέπει να έχουμε κυρίως υπόψη είναι ότι οι διεθνείς τιμές καθορίζονται χρηματιστηριακά. Η χρηματιστηριακή τιμή στην ενέργεια δεν καθορίζεται απλά ως αποτέλεσμα προσφοράς – ζήτησης, αλλά ενσωματώνει τις μελλοντικές εξελίξεις στην αγορά ενέργειας, ενώ είναι ευαίσθητη σε κερδοσκοπικά παιχνίδια.

Το επιχείρημα ότι στη Ρωσία οφείλονται οι υψηλές ενεργειακές τιμές στη χώρα μας υποκρύπτει την ευθύνη των κυβερνώντων, όταν στην περίοδο των χαμηλών τιμών στην ενέργεια δεν προχώρησαν σε αγορές μελλοντικών συμβολαίων.

Όσον αφορά την Ε.Ε., το πρόβλημα είναι διαφορετικής τάξης, καθώς τόσο το φυσικό αέριο όσο και η πυρηνική ενέργεια καλύπτουν σημαντικές ανάγκες των οικονομιών της Ευρώπης.

Χρηματιστηριακά παιχνίδια

Η Ρωσία δεν μπορεί ουσιαστικά να επηρεάσει τις χρηματιστηριακές τιμές, αλλά μπορεί με γεωπολιτικές επιλογές να δώσει αφορμή για κερδοσκοπικές κινήσεις.

Η ρωσική πλευρά ενδιαφέρεται, στην πραγματικότητα, μόνο για μακροχρόνια συμβόλαια, τα οποία η Ε.Ε. απορρίπτει για λόγους ενεργειακής ασφάλειας.

Η ενέργεια καθορίζει γεωπολιτικές επιλογές, αλλά η γεωπολιτική μόνο έμμεσα καθορίζει τις τιμές στην αγορά ενέργειας. Η απουσία άμεσου ρεαλιστικού μηχανισμού υποκατάστασης της ενέργειας από ορυκτά καύσιμα στην Ε.Ε. οδηγεί εκ των πραγμάτων σε υψηλότερες τιμές, οι οποίες. πέραν της κερδοσκοπίας και της ολιγοπωλιακής δομής της αγοράς, ενσωματώνουν το κόστος της κλιματικής ουδετερότητας.

Η Ρωσία και λοιπές χώρες με ορυκτά καύσιμα κερδίζουν βραχυχρόνια από τις υψηλές χρηματιστηριακές τιμές, αλλά ταυτόχρονα δεν προχωρούν σε νέες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα, καθώς απαιτείται μεγάλος χρόνος απόσβεσης των επενδύσεων, με αποτέλεσμα τη διατήρηση υψηλά των τιμών ενέργειας.

Από την άλλη μεριά, οι υψηλές τιμές της ενέργειας των ορυκτών καυσίμων αποτελούν παράθυρο ευκαιρίας για τις ΑΠΕ και την πυρηνική ενέργεια, ώστε να αποτελέσουν επενδυτικά συμφέρουσες επιλογές χωρίς κρατική επιδότηση.

Παρά την ένταση των ημερών, οι Ρώσοι δεν πρόκειται να διακόψουν τη ροή φυσικού αερίου, αλλά “παιχνίδια” στα χρηματιστήρια πάνω στην τιμή του φυσικού αερίου μπορεί να γίνονται -πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα- με αφορμή την ουκρανική κρίση.

Επομένως στην τροφοδοσία του φυσικού αερίου δεν θα υπάρξει επίπτωση, αλλά θα υπάρξει “σπέκουλα” στις τιμές βραχυχρόνια, μέχρι να εξισορροπηθεί και η γεωπολιτική κατάσταση. Όμως, οι τιμές θα παραμείνουν υψηλά: είναι άλλο οι βραχυχρόνιες διακυμάνσεις των τιμών και είναι άλλο η μακροχρόνια τάση των υψηλών τιμών της ενέργειας, οι οποίες, σύμφωνα και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν τουλάχιστον άλλα δύο χρόνια.

Πράσινο δημόσιο αγαθό

Δεδομένης της ανάγκης επίτευξης της κλιματικής ουδετερότητας και της αναγκαιότητας συγκράτησης των τιμών ενέργειας, μία λύση μεταξύ άλλων είναι η ανάδειξη της κλιματικής ουδετερότητας σε δημόσιο ευρωπαϊκό αγαθό.

Σήμερα, το κόστος της πράσινης προσαρμογής καλύπτεται από τη φορολογική επιβάρυνση των ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων, μέσω της φορολογίας καυσίμων, πολιτική που είναι αντίστροφα προοδευτική με βάση τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών.

Εφόσον η κλιματική ουδετερότητα χαρακτηριστεί ευρωπαϊκό δημόσιο αγαθό, θα πρέπει να αναζητηθούν οι πόροι για την παροχή του στους Ευρωπαίους πολίτες, υλοποιώντας τη δίκαιη μετάβαση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σήμερα το κόστος της προσαρμογής στην κλιματική ουδετερότητα μετακυλίεται σε όλες τις τιμές των αγαθών του καταναλωτή και ουσιαστικά μέσω πληθωρισμού μειώνεται το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων. Με τον τρόπο αυτό τα αδύναμα οικονομικά στρώματα χρηματοδοτούν την πράσινη μετάβαση. Σίγουρα δεν είναι δίκαιη αυτή η μετάβαση.

*Ο Γιάννης Μπράχος είναι οικονομολόγος, πρώην γενικός γραμματέας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του υπουργείου Εξωτερικών.

❝ ετικέτες ❞ #ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ